Η μεταναστευση της σημερον διαχρονικο φαινομενο
Nancy L. Green, καθηγήτρια ιστορίας «H σκέψη όσον αφορά τη μετανάστευση είναι εξίσου παλιά με το φαινόμενο»
«Οι σύγχρονες μετακινήσεις πληθυσμών πραγματοποιήθηκαν σε πολύ μεγάλο βαθμό μέσω της θάλασσας. Ο διάπλους του Ατλαντικού παραμένει η χαρακτηριστική εικόνα των μαζικών μεταναστεύσεων του 19ου αιώνα. Γκραβούρες της εποχής όπως και κλασικές ταινίες («Ο μετανάστης» του Τσάπλιν, το «America! America!» του Καζάν) αναπαριστούν σκηνές με πλοία, λιμάνια και τρικυμίες που αναστατώνουν τον διάπλου. Στον 20ό αιώνα, οι wetbacks διασχίζουν το Rio Grande, οι bolseros επιχειρούν να φτάσουν στη Φλόριντα και οι harragas αποβιβάζονται στις ακτές της Μεσογείου. Συμβολίζουν μια μεταβολή της κατεύθυνσής τους διαμέσου των υδάτινων εκτάσεων. Από την Ανατολή προς μια Δύση πραγματική ή μυθική (κίνηση που ανανεώθηκε από το 1989) η γεωγραφική και μεταφορική κατεύθυνση από τη φτώχεια προς την ευκαιρία έγινε πλέον μια κίνηση από τον /τους Νότο/ Νότους προς τον Βορρά. Η ρευστότητα των ταξιδιών έγινε το μεταφορικό σχήμα λόγω της κίνησης. Οι διαδοχικές αφίξεις πληθυσμών παραλληλίστηκαν με τα κύματα, την παλίρροια ή τα ρεύματα που τους έφεραν στις ακτές. Ακόμα και η Γαλλία, την οποία μεγάλος αριθμός μεταναστών την «πλεύρισε» μέσω του σιδηροδρόμου, μιλάει για άφιξη ναυαγών.
Ο στοχασμός πάνω στη μετανάστευση χαρακτηρίζεται από αντιθέσεις
Σε διάφορες γλώσσες, όπως τα αγγλικά και τα γαλλικά, χρησιμοποιήθηκαν από τα τέλη του 19ου αιώνα λέξεις όπως κύματα (wares), ροές (flows), χείμαρροι (streams) και ανθρωποθάλασσα (human tide) για να περιγράψουν τους νεοαφιχθέντες… Ο E.G. Ravenstein, ένας από τους πρώτους που επεξεργάστηκαν «νόμους» της μετανάστευσης, έκανε λόγο για currents of migration (ρεύματα μετανάστευσης) με τις δίνες (eddies) και τα ρηχά (shallows) τους. οι βαθμιαίες μετακινήσεις από μια επαρχία σε άλλη, που περιγράφονται ως μια «στέρνα νερού μετά το άνοιγμα της βρύσης», γίνονται πραγματικά ξεχειλίσματα (spilling over) όταν πρόκειται για χώρες με υπερπληθυσμό. Η βιαιότητα των κυμάτων είναι ανάλογη με τη συγκυρία κάθε εποχής.
Ο στοχασμός πάνω στη μετανάστευση χαρακτηρίζεται από αντιθέσεις, όπως συμβαίνει με τη ναυτία κατά τον διάπλου και τη χαρά της αποβίβασης, λογοτεχνικές μετωνυμίες τόσο παραστατικές στις ταξιδιωτικές αφηγήσεις. Πρέπει να εξετάσουμε αυτές τις αντιθέσεις προκειμένου να καταλάβουμε καλύτερα αυτό που ο Abdelmalek Sayad ονόμασε «διπλή απουσία». Η διπλή φιγούρα, φυσιογνωμία του αποδημήσαντα/μετανάστη αποδίδεται και με άλλες αντιθετικές εικόνες: ξένος (νομικά και πολιτισμικά)/ (εργάτης) μετανάστης, παλιοί και νέοι μετανάστες, οι καλοί και οι κακοί, καθώς επίσης τα «χαρτιά» που προσδιορίζουν την ταυτότητα και οι αποφασισμένοι να επιβιώσουν «χωρίς χαρτιά». Το να σκεφτούμε τις διχοτομίες, το να θέσουμε τις συγκρίσεις και να αναλύσουμε τη συγκριτική μέθοδο είναι ένας τρόπος να εξετάσουμε το περίγραμμα ενός ιστοριογραφικού πεδίου, αυτού της μετανάστευσης, που βρίσκεται στην καρδιά των μεγάλων σύγχρονων ζητημάτων.
Η μετανάστευση, το πλέον οικουμενικό θέμα παραμένει σε μεγάλο βαθμό περιορισμένο σε μια εθνική θεώρηση
H σκέψη όσον αφορά τη μετανάστευση είναι εξίσου παλιά με το φαινόμενο. Ο καλύτερος τρόπος να την καταλάβουμε είναι συγχρόνως ιστοριογραφικός και συγκριτικός. Κάθε περίοδος επανερμηνεύει την κίνηση με μέτρο σύγκρισης τις δικές της συζητήσεις, που ανατροφοδοτούνται από κάθε κύμα αφιχθέντων. Το push ή το pull, οι οικονομικοί ή οι πολιτισμικοί παράγοντες μπορεί να φαίνονται ότι υπερισχύουν στη μια ή την άλλη στιγμή. Όμως η λήθη του παρελθόντος παγώνει συχνά το παρόν σε ένα είδος αέναης καινοτομίας, τυφλής ως προς τα προηγούμενά της. Μαθαίνουμε τόσες μορφές του παρελθόντος όσες και μεταβλητές του παρόντος. Όμως η κατανόηση της μεταβαλλόμενης οπτικής των ιστορικών, όπως και των άλλων ερευνητών, είναι πλούσια σε μαθήματα σχετικά με την ποικιλότητα της εμπειρίας. Αλλάζουν οι μετανάστες μέσα στον χρόνο; Το ίδιο και αυτοί που τους παρατηρούν.
Η σκέψη περί της μετανάστευσης κερδίζει επίσης με το να είναι συγκριτική. Το φαινόμενο τοποθετείται όχι μόνο στον χρόνο αλλά και στον χώρο. Στις χώρες υποδοχής ή στις χώρες προέλευσης, στις παραδοσιακές μεταναστευτικές χώρες ή σε αυτές που μοιάζουν να ανακαλύπτουν τους ξένους τους σήμερα, ο καθένας –πολιτικοί και ερευνητές- ερμηνεύει τις μετακινήσεις πληθυσμών στο πλαίσιο της δικής τους εθνικής ιστορίας. Ακόμα και η ιστορία της μετανάστευσης σε άλλες χώρες ερμηνεύεται συχνά με βάση τις δικές μας συζητήσεις. Τελειώνουμε με ένα παράδοξο. Το πλέον οικουμενικό θέμα παραμένει σε μεγάλο βαθμό περιορισμένο σε μια εθνική θεώρηση. Ωστόσο, το παρελθόν και το παρόν, όπως και οι οπτικές που προέρχονται από τη Δύση ή την Ανατολή, από τον Βορρά ή τον Νότο αξίζει τον κόπο να αναμετρηθούν. Οι μετακινήσεις ανδρών και γυναικών μέσα στον κόσμο δεν εξαντλούνται. Η ανάλυση οφείλει να ανταποκρίνεται στις συνθήκες που διαμορφώνονται με τις νέες μορφές παγκοσμιοποίησης της τρίτης χιλιετίας».
Αυτό γράφει στο πολύ ενδιαφέρον βιβλίο της με θέμα «Οι δρόμοι της μετανάστευσης –Σύγχρονες θεωρητικές προσεγγίσεις» (εκδόσεις Σαββάλας) η καθηγήτρια ιστορίας Nancy L. Green. Ενδιαφέρον και το κείμενο του Ματίας Χάρντερ με θέμα «Πριν την παγκοσμιοποίηση υπήρχαν οι φιλοξενούμενοι εργάτες», το οποίο εμπεριέχεται σε ένα εξαιρετικό λεύκωμα για τον Δημήτρη Σούλα, που δικαίως αποκαλείται «φωτογράφος των Gasterbeiter», γιατί ακριβώς οι δρόμοι της μετανάστευσης τον έφεραν στην πρωτεύουσα της Βαυαρίας, την οποία κατέκτησε με τη φωτογραφική του ματιά και τέχνη, αφού σύμφωνα με την έγκριτη «Sόddeutsche Zeitung» είναι «ο φωτογράφος του Μονάχου».
Ξανά στο δρόμο της ξενιτιάς ελπίζοντας σε μια καλύτερη ζωή
«Ο σταθμός του Μονάχου» που τραγουδήθηκε από τον Στράτο Διονυσίου και αγαπήθηκε από τους Έλληνες μετανάστες, ως εμβληματικό τραγούδι για τα κύματα της μετανάστευσης τη δεκαετίας του 1960 αποκτάει σήμερα μια νέα επικαιρότητα, αφού και πάλι συμπατριώτες και συμπατριώτισσές μας επιλέγουν το δρόμο της ξενιτιάς ελπίζοντας σε μια καλύτερη ζωή. Κι εμείς εδώ στον Έβρο και τη Θράκη βιώνουμε με βίαιο και επαχθή τρόπο τις συνέπειες αυτού του παγκόσμιου φαινομένου. Τόσο οι φωτογραφίες του Δημήτρη Σούλα όσο και το κείμενο του Ματίας Χάρντερ μας βοηθούν να κατανοήσουμε μέσα από τη δική μας μεταναστευτική εμπειρία ότι είμαστε αναπόσπαστο μέρος κοσμογονικών αλλαγών που διαμορφώνουν μια πρωτόγνωρη πραγματικότητα για όλους μας, ανεξαρτήτως χρώματος, φυλής και πολιτισμού. Λες κι ένα πρωτοφανές κοινωνικό-πολιτισμικό τσουνάμι έχει θέσει σε φοβερή κίνηση τους μηχανισμούς της ιστορίας και του ανθρώπινου πολιτισμού.
Ακόμη και σήμερα οι σκέψεις και οι προβληματισμοί που διατύπωνε ο Θρακικής καταγωγής παγκόσμιος πολεοδόμος Κωνσταντίνος Δοξιάδης, φαντάζουν ως ένα ουτοπικό σενάριο από το πολύ μακρινό μέλλον αναλογιζόμενοι ότι αυτό συνέβαινε πριν 45 χρόνια το 1966! Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα της ομιλίας του:
«Οι πόλεις του Ανθρώπου τείνουν η μια προς την άλλη, απλώνοντας τα πλοκάμια τους ώσπου, κάποια στιγμή τον 21ο αιώνα να συναντηθούν σ’ ένα διεθνές δίκτυο. Τότε, η πόλη θα έχει περάσει από το στάδιο του κυττάρου πάνω στη γη στο στάδιο που συνελήφθη εδώ και αιώνες ως κοσμόπολη, η οποία, όμως, τώρα παίρνει απλώς τη μορφή μιας παγκόσμιας πόλης με φυσική υπόσταση ή μιας οικουμενόπολης. Τότε ο πολιτισμός θα γίνει οικουμενικός και ο Άνθρωπος θα περάσει σε μια νέα εποχή της εξέλιξής του. Αν τώρα αυτό είναι για καλό ή για κακό, δεν το γνωρίζουμε».
Ο Δημήτρης Σούλας, ο φωτογράφος των «gastarbeiter»
Ο Ματίας Χάρντερ μέσα από το κείμενό του μας δίνει το πλαίσιο και τις συνθήκες της εποχής που διαμορφώνουν την προσωπικότητα του Δημήτρη Σούλα ως ανθρώπου και καλλιτέχνη ενώ με την αναφορά του στην ταινία του πρωτοποριακού Γερμανού σκηνοθέτη Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ «Katzelmacher» (Ο Έλληνας γείτονας) αναδεικνύει ένα ορόσημο του ευρωπαϊκού κινηματογράφου που διαπραγματεύεται το θέμα της παρουσίας των μεταναστών στις δυτικοευρωπαϊκές κοινωνίες, οι οποίες σήμερα κλυδωνίζονται καθώς διαμορφώνεται μια πολυπολιτισμική πραγματικότητα που θέτει νέα ερωτήματα και προβλήματα προς απάντηση και επίλυση.
Ο Δημήτρης Σούλας γίνεται μάρτυρας μοναδικών φωτογραφικών στιγμών από τη ζωή των «Gastarbeiter» (φιλοξενούμενων εργατών) συγκροτώντας ένα φωτογραφικό αρχείο από τα πρώτα δύσκολα χρόνια της μετανάστευσης εκατοντάδων χιλιάδων συμπατριωτών μας στη Γερμανία. Αυτήν ακριβώς την πλευρά της ζωής και της δουλειάς του προσεγγίζει με το κείμενό του ο επιμελητής του Ιδρύματος Helmut Newton στο Βερολίνο, μέλος του διοικητικού συμβουλίου του Φεστιβάλ Berlin Photography Ματίας Χάρντερ.
Ματτίας Χάρντερ, επιμελητής του Ιδρύματος Helmut Newton «Η επανανακάλυψη του έργου του Δημήτρη Σούλα διευρύνει την αντίληψη που έχουμε για τη χώρα μας»
«Το 19ο αιώνα τα πράγματα ήταν αντιστρόφως αντίθετα. Μετά το νικητήριο απελευθερωτικό αγώνα ενάντια στις τουρκικές δυνάμεις κατοχής αρκετοί μισθοφόροι και φιλοξενούμενοι εργάτες μετακινήθηκαν από τη Βαυαρία προς την Ελλάδα για να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για μια νέα, ανθούσα κοινωνία και να συνδράμουν στη διακυβέρνηση του Όθωνα του Α΄.
Σχεδόν έναν αιώνα αργότερα η χείρα βοηθείας κινήθηκε σε αντίστροφη φορά από το Νότο προς το Βορρά. Το 1960 εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες συνέρευσαν στη Γερμανία με σκοπό να βοηθήσουν τη χώρα αυτή στην υλοποίηση του οικονομικού θαύματος και να αποκομίσουν οφέλη από την προσφορά εργασίας για τους εαυτούς τους και τις οικογένειές τους που συχνά παρέμεναν στην Ελλάδα. Αυτή τη σημερινή σκοπιά, οι φιλοξενούμενοι αυτοί εργάτες φαίνεται να αποτέλεσαν την εμπροσθοφυλακή της παγκοσμιοποίησης, ενός φαινομένου που δύσκολα μπορούσε να φανταστεί κανείς λίγο μετά το τέλος του Παγκοσμίου και του Εμφυλίου Πολέμου.
Την εποχή εκείνη η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας προσέλκυε τους φιλοξενούμενους εργάτες χωρίς να δίνει ιδιαίτερο βάρος στην αμφίδρομη γόνιμη πολιτισμική ανταλλαγή και ενσωμάτωση όπως π.χ. συνηθιζόταν και συνηθίζεται στις ΗΠΑ. Στη Γερμανία το ζητούμενο στις δεκαετίες του ’50 και του ’60 ήταν μια απλή συναλλαγή του τύπου «χρήματα έναντι εργασίας», υπό την προϋπόθεση ότι κάποια στιγμή θα εκδιδόταν και το εισιτήριο επιστροφής στην πατρίδα. Το γεγονός ότι αρκετοί από αυτούς που ήρθαν στη χώρα εξοικειώθηκαν τελικά εντός της διασποράς παρά την κουραστική χειρωνακτική εργασία και τις χρόνιες στερήσεις αποφασίζοντας να παρατείνουν την παραμονή τους, ήταν μια απρόσμενη εξέλιξη με όλες τις θετικές παραμέτρους που διακρίνουμε σήμερα σε μια πολυπολιτισμική κοινωνία όπως η γερμανική μετά την πτώση του Τείχους. Σήμερα πλέον στη Γερμανία ζουν περίπου 350.000 Έλληνες μετανάστες που συγκροτούν τη μεγαλύτερη ελληνική κοινότητα στην Ευρώπη.
Το 1969 στη δεύτερη ταινία μυθοπλασίας που γύρισε ο Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ, τον «Έλληνα γείτονα» (Katzelmacher) ο σκηνοθέτης υποδύεται έναν έλληνα εργάτη που δεν περνάει και τόσο καλά στο προάστιο του Μονάχου όπου ζει. Ο χαρακτήρας της ταινίας, ο Γιώργος φέρνει αντιμέτωπους τους γερμανούς νεαρούς με την αχρηστία και την ανία που οι ίδιοι νιώθουν αφυπνίζοντας την επιθετικότητά τους που τους οδηγεί να ξεσπάσουν πάνω του, πάνω στον «ξένο». Ταυτόχρονα και ιδιαίτερα από το 1967 έως το 1974 στο Βερολίνο, στη Φραγκφούρτη και στο Μόναχο, δεν ήρθαν μόνο οι λεγόμενοι γκασταρμπάιτερ, αλλά και πολλοί Έλληνες φοιτητές γυρίζοντας τις πλάτες στη χώρα τους που τελούσε υπό στρατιωτική διακυβέρνηση, μεταξύ αυτών και ο σημερινός Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας, κύριος Κάρολος Παπούλιας. Το 1973 η παγκόσμια οικονομική και ενεργειακή κρίση οδήγησε σε αναστολή της προσέλκυσης εργατών προς τη Γερμανία, ένα συμβάν που κατά παράδοξο τρόπο σηματοδότησε για πολλούς από τους φιλοξενούμενους εργάτες το ξεκίνημα της μόνιμης εγκατάστασής τους στη Γερμανία. Αρκετοί έφεραν τις οικογένειές τους από την Ελλάδα και έμειναν μέχρι σήμερα. Τα παιδιά και τα εγγόνια τους γεννήθηκαν στη Γερμανία.
«Φωτογράφος της αποφασιστικής στιγμής»
Από το 1967 έως το 1974 ο Δημήτρης Σούλας εστίασε το φακό του σε πολλά θέματα μεταξύ των άλλων και στους συμπατριώτες του που ζούσαν στο Μόναχο. Τα έργα που προέκυψαν παρουσιάζουν κωμικές έως και μελαγχολικές στιγμές από την ελληνική πραγματικότητα στην Αθήνα επί του Ίσαρος, όπως μερικοί αρέσκονται να αποκαλούν το Μόναχο, υπό το πρίσμα του κλασικισμού των φιλελλήνων Βίτελσμπαχερ. Ο Σούλας είχε έρθει στη Γερμανία ήδη από το 1959 για να σπουδάσει οικονομικά στη Φρανκφούρτη. Το 1967 όταν έγινε το πραξικόπημα των στρατιωτικών στην Ελλάδα, ίδρυσε την Αντιδικτατορική Ένωση, γεγονός που του στοίχισε τη θέση του ως υπάλληλος στο τμήμα μάρκετινγκ μιας εταιρίας. Μια χρονιά αργότερα ξεκίνησε η σύντομη σταδιοδρομία τους ως φωτορεπόρτερ στο Μόναχο, για τη συντακτική ομάδα της εφημερίδας tz. Στο πλαίσιο αυτής του της δραστηριότητας τραβήχτηκαν και οι περισσότερες φωτογραφίες συμπατριωτών του. Εκείνο που τον γοήτευε πάντα ήταν η ζωή στο δρόμο καις τους δημόσιους χώρους, η συνύπαρξη των δύο φύλων. Όμως δεν παρατηρούσε μόνο τα αθώα φλερτ, συνόδευε φωτογραφικά τους συμπατριώτες του και στις δουλειές τους, του οδοκαθαριστή ή του οικοδόμου, στο σιδηροδρομικό σταθμό ή κατά το μακρύ ταξίδι με προορισμό την πατρίδα. Ο θρυλικός L. Fritz Gruber τον αποκάλεσε κάποτε –παραπέμποντας στον Γάλλο συνάδελφό του Henri Gartier –Bresson- «φωτογράφο της αποφασιστικής στιγμής». Ο χαρακτηρισμός αυτός που αποτελεί ταυτόχρονα και μια διάκριση τυγχάνει απόλυτα επιτυχημένος και το μόνο που θα μπορούσε να προσθέσει κανείς είναι η επιλογή του πληθυντικού, καθώς στην περίπτωση του Σούλα η περίσταση δεν συμπυκνώνεται στη μεμονωμένη εικόνα γιατί ο ίδιος συχνά επιλέγει τη σεκάνς ως υφολογικό μέσο οπτικοποίησης της καθημερινότητας πέρα από σύμβολα.
Ο Δημήτρης Σούλας αφηγείται με το φακό του χαρούμενες και λυπητερές ιστορίες
Ο Δημήτρης Σούλας αφηγείται με το φακό του χαρούμενες και λυπητερές ιστορίες, στα έργα του οι εργαζόμενοι γελούν και υποφέρουν, φλερτάρουν και ονειρεύονται. Σε δρόμους και σταθμούς, στο Οκτόμπερφεστ και σε διαδηλώσεις συναντούμε μια εγκάρσια τομή στο γερμανικό κοινωνικό ιστό που μας παρουσιάζεται στο πάλκο της ζωής. Ο Σούλας ήταν πάντα μέσα στα γεγονότα και ταυτόχρονα ένα διακριτικός παρατηρητής. Τα πορτραίτα και οι ηθογραφικές σκηνές δεν δίνουν ποτέ την εντύπωση του στημένου, που και που ερχόμαστε απευθείας αντιμέτωποι με το βλέμμα των πρωταγωνιστών και όσον αφορά τους συμπατριώτες του τους απεικονίζει πάντα έχοντας πρώτα ζητήσει τη συγκατάθεσή τους. Κι έτσι ο Σούλας όπως και ο συνάδελφός του από το Μόναχο, ο Stefan Moses πετυχαίνει ως φωτογράφος να εξελιχθεί όχι μόνο σε οπτικό ανθρωπολόγο, αλλά και σε μεγάλο επικοινωνιολόγο. Συμβαίνει να συναντάμε πλήθος εικόνων της Γερμανίας στις οποίες δεν αποτυπώνεται μόνο η ψυχική διάθεση των κατοίκων της, συμπεριλαμβανομένων και των εικόνων εκείνων που αντικατοπτρίζουν τη ματιά αυτών που βρίσκονται εκτός χώρας, αλλά και εικόνες που υπηρετούν γερμανικά στερεότυπα.
Φωτογράφος – οπτικός ανθρωπολόγος
Η αδυσώπητη προσέγγιση ενός Dirk Reinartz ή ενός Michael Schmidt στην περιγραφή της γερμανικής καθημερινότητας και του γερμανικού πολιτισμού δεν επιλέγεται από τον Σούλα. Εκείνο που μάλλον τον χαρακτηρίζει είναι μια τρυφερή και ειρωνευόμενη ματιά που στρέφεται προς το Μόναχο και τους κατοίκους του. Η επανανακάλυψη του έργου του διευρύνει την αντίληψη που έχουμε γιατί η χώρα μας όχι μόνο όσον αφορά στην περιγραφή της ελληνικής διασποράς των δεκαετιών του ’60 και του ’70, αυτού του συναρπαστικού μικρόκοσμου, στον οποίο εισχώρησαν άνθρωποι από διαφορετικά μέρη και κοινωνικά στρώματα που ανέπτυξαν δεσμούς μεταξύ τους. Αυτή η βασική ιδέα της τεκμηρίωσης δεν αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο του Σούλα. Πολλοί από τους συναδέλφους του συνειδητοποίησαν υπό το πρίσμα της δικής του πολιτισμικής ταυτότητας το ποιοι είναι όταν βρέθηκαν στα ξένα.»*
Του Σταύρου Παπαθανάκη
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
