Με το «Δεν ξερω» στην κορυφη, ο Γιαννης Μητσης σε μια πλατια συζητηση
Χρειάστηκαν πολλά χρόνια παρουσίας του Γιάννη Μήτση στα μουσικά πράγματα της χώρας, καθώς κι ένα ξεχωριστό τραγούδι που ερμηνεύει μαζί με την Ελευθερία Αρβανιτάκη, για να στρέψουν προς αυτόν το ενδιαφέρον τους τα «μεγαλύτερα» ραδιόφωνα.
Το τραγούδι «Δεν ξέρω» που περιέχεται στον τελευταίο δίσκο του Γιάννη Μήτση «Η μόνη αλήθεια είναι ο δρόμος», ξεχώρισε –όχι άδικα- και ακούγεται πλέον κατά κόρον. Ωστόσο η πορεία του συνθέτη, μουσικού και στιχουργού ξεκινά πολύ πιο πριν και περιγράφεται έξοχα από τον ίδιο (χωρίς να τον διακόψουμε) μαζί με τα βιογραφικά στοιχεία του: «Γεννήθηκα το 1962 στα Ζαγοροχώρια, στην Κρυόβρυση, από τον Ευταξία και την Μαγδαληνή. Σ’ ένα τοπίο γεμάτο βουνά και αρώματα της φύσης, ανάμεσα σε βοσκούς και εργάτες της γης, εκεί που το ηλεκτρικό ρεύμα ήρθε στα εφτά χρόνια μου. Εκεί οι άνθρωποι άκουγαν μουσική μόνο στα πανηγύρια, στους γάμους και στους θανάτους. Από μικρό με τράβηξε ο ήχος, το τραγούδι, τα όργανα, η μουσική. Θυμάμαι ανθρώπους να εκστασιάζονται χορεύοντας, να βγάζουν τα ρούχα τους τραγουδώντας.
Ήρθε το ρεύμα, έγιναν δρόμοι, φύγαμε κι εμείς όπως όλοι σχεδόν από τα χωριά και πήγαμε στην πόλη, στα Γιάννενα. Ξαφνικά οι μουσικές άλλαξαν ήχο, χρώμα, χρήση. Εκεί κατάλαβα πως ο κάθε τόπος έχει τον ήχο του, τις μουσικές του. Όντας λάτρης της, έψαχνα τρόπους να γεμίσω τον κόσμο μου μουσική. Αγόρασα μια κιθάρα και το ωδείο ήταν η επόμενη στάση, όμως δεν χρειάστηκε πολύ για να καταλάβω ότι κανείς ποτέ δεν πρόκειται να μάθει μουσική στα ωδεία. Οι δάσκαλοι μόνο μουσικοί δεν ήταν, οι μαθητές το ίδιο, απλά ήταν μόδα, “γαλλικά και πιάνο”… Παράτησα το ωδείο, έκανα ένα συγκρότημα («Gold Fingers»), μαθαίναμε τραγούδια και τα παίζαμε στον κόσμο. Αργότερα ήρθε και το συγκρότημα «Κεφάλαιο 24» (σσ. μαζί του ηχογράφησε το 1986 το άλμπουμ «Τενεκεδένιοι Εισβολείς»). Δεν άργησα να διαπιστώσω πως αν ξέρεις τρεις βασικές συγχορδίες, μπορείς να γράψεις ένα τραγούδι. Τώρα ο κόσμος γινόταν όλο και πιο ωραίος και στα είκοσί μου έφυγα για το Παρίσι, για τα… τα γαλλικά που λέγαμε. Βρέθηκα στα Παρισινά σχολεία (σσ. σπούδασε μουσικολογία στο Ecole Normal και στο I.A.C.P.) και τρόμαξα όταν είδα και άκουσα μουσικούς να παίζουν. Εγώ δεν τα κατάφερα ποτέ να γίνω βιρτουόζος, όμως ήθελα να μάθω πώς γράφεται τόσο διαφορετική μουσική στον κόσμο μόνο με εφτά νότες.
Στο Παρίσι γνωρίστηκα με τον Παύλο Παυλίδη (την «ψυχή» και δημιουργό των “Μωρών στη Φωτιά” και των “Ξύλινων Σπαθιών”) και μέναμε αρκετό καιρό μαζί. Είχαμε μια μικρή κονσόλα και ένα τετρακάναλο όπου προσπαθούσαμε να γράψουμε ένα τραγούδι, έναν στίχο… Δουλέψαμε πάνω από δύο χρόνια, εκείνος έφυγε πιο νωρίς, εγώ γύρισα αργότερα και έγινα μέλος των “Ξύλινων Σπαθιών”. Έμοιαζε ακατόρθωτο αλλά τελικά όλα γίνονται αν το θες πολύ… Χωριό, Γιάννενα, Παρίσι, Αθήνα, Σαλονίκη, έγινα μουσικός…».
«Είναι κάτι διαφορετικό σε σχέση με όσα είχα κάνει πριν»
Το 1997 ήταν σταθμός στην πορεία του Γιάννη Μήτση. Τη χρονιά εκείνη κυκλοφορεί ο πρώτος προσωπικός δίσκος του («Συνεχές Ωράριον») και ταυτόχρονα γίνεται ο drummer των «Ξύλινων Σπαθιών». Μαζί τους γνώρισε σπουδαίες στιγμές (εκπληκτικός ο τρόπος που μας περιέγραφε παλιότερα την κοινή συναυλία με τους «Rolling Stones») και συμμετείχε στους δίσκους «Τροφή για τα θηρία» (1998), «Ένας κύκλος στον αέρα» (2000), καθώς και στο «Live» που ηχογραφήθηκε στον «Μύλο» της Θεσσαλονίκης. Όσο για τις προσωπικές δουλειές του, που είναι εντελώς διαφορετικού μουσικού ύφους από αυτές του συγκροτήματος, συμπληρώνονται από τον δίσκο «Κι έτσι χωρίς να βιάζομαι» (2004) και φυσικά το περσινό «Η μόνη αλήθεια είναι ο δρόμος).
«Καλά πάει ο δίσκος, έγινε και δεύτερη κοπή που σημαίνει ότι πέρασε τα δύο χιλιάδες αντίτυπα», λέει ο Γιάννης Μήτσης σε πρόσφατη συνομιλία μας. «Είναι κάτι διαφορετικό σε σχέση με όσα είχα κάνει πριν και πάντα ήθελα να κάνω έναν ηλεκτρικό δίσκο με μια κλασική μπάντα, με τύμπανα, μπάσο και ηλεκτρικές κιθάρες. Βρέθηκα κάποια στιγμή με ένα υλικό που γράφτηκε κάποιο καλοκαίρι και το 2007 μπήκα στο studio και το ηχογράφησα. Βέβαια οι πρόσθετες εργασίες έγιναν τρία χρόνια αργότερα…».
Όσο για τη συνεργασία με την Ελευθερία Αρβανιτάκη, ο συνομιλητής μας λέει: «Στην τελευταία δισκογραφική δουλειά της είχαμε κάνει δύο κομμάτια με τον στιχουργό Κώστα Φασουλά. Τότε είχε πει ότι της αρέσει η φωνή μου και ότι θέλει κάποια στιγμή να πούμε ένα κομμάτι μαζί. Έτσι γράφτηκε το “Δεν ξέρω”, έχοντας κατά νου τη φωνή της και το πώς θα εκφράζεται καλύτερα αυτή αλλά και η δική μου. Δεν ήταν εύκολο, αλλά νομίζω ότι βγήκε ένα ωραίο κομμάτι και ήταν η πρώτη φορά που έγραψα για ντουέτο, αν εξαιρέσουμε αυτά που έκανα με την Αλμπένα (σσ. την επί χρόνια σύντροφό του στη ζωή και την τέχνη) όταν τραγουδούσαμε και ζούσαμε μαζί».
Έχοντας συνδέσει τη μουσική πορεία του με τον Ευγένιο Δερμιτάσογλου (που πριν λίγο καιρό φιλοξενήσαμε στις σελίδες μας), οι δυο τους αναδεικνύονται σε ακρογωνιαίους λίθους των μουσικών πραγμάτων της Θεσσαλονίκης, καθώς… δεν απέμειναν πια και πολλοί. Στην παρουσίαση του Ευγένιου Δερμιτάσογλου είχαμε αναφερθεί στα εκπληκτικά πράγματα που έκαναν –και συνεχίζουν εν πολλοίς να κάνουν- μαζί με τον Γιάννη Μήτση. Η βάση τους είναι το «Ελληνικό», ενώ παράλληλα εμφανίζονται σε διάφορα μέρη της χώρας. Μάλιστα, ο συνομιλητής μας αποκάλυψε ότι ήδη ετοιμάζει και νέα δισκογραφική δουλειά, την οποία θέλει να ηχογραφήσει το φθινόπωρο.
«Ο λόγος έμεινε πίσω»
Απολαυστικά μουσικά βράδια που τα ακολουθούσαν ατέλειωτες συζητήσεις στις γωνιές της Θεσσαλονίκης, ήταν το σκηνικό μας για πολλά χρόνια: «Η Θεσσαλονίκη από πόλη εξαγωγής καλλιτεχνών έχει γίνει πόλη εισαγωγής πια…» λέει ο Γιάννης Μήτσης, έτσι καθώς συζητούσαμε μέσα στο καταμεσήμερο το προηγούμενο Σαββατοκύριακο. «Ωστόσο δεν μπορώ ότι τα πράγματα είναι ιδιαίτερα απαισιόδοξα», εκτιμά. «Υπάρχουν ομάδες που δραστηριοποιούνται, απλώς δεν μπορούν να συντονιστούν διάφορα πράγματα: τα ραδιόφωνα με τους καλλιτέχνες, οι καλλιτέχνες με τα έντυπα ή με τους χώρους… Έχουμε κάτι το ασαφές αυτό το διάστημα και γι’ αυτό δεν μπορούμε να δούμε την καινούργια κατάσταση. Και ακούμε τους ανθρώπους που παίρνουν τα πράγματα στα χέρια τους και φτιάχνουν νέα. Άλλωστε, πάντα σε περιόδους κρίσεων γίνονταν φοβερά πράγματα, αλλά αυτό συνέβαινε συνήθως δυο-τρία χρόνια μετά το ξέσπασμα της κάθε κρίσης».
Όσο για τη μουσική στην εποχή μας, ο τραγουδοποιός λέει: «Η εποχή μας υστερεί, αλλά το θέμα δεν είναι τόσο μουσικό όσο στιχουργικό. Ο λόγος έμεινε πίσω, αν και βρισκόμαστε σε μια κατάσταση που ίσως και να μην ακούμε το καινούργιο, να μας φαίνεται σαν επανάληψη και κάτι που έχουμε ξανακούσει. Σίγουρα όμως δεν υπάρχει μια καινούργια ματιά και –τουλάχιστον τον τελευταίο καιρό- δεν έχουμε ακούσει κανένα μεγάλο στιχουργό». Έφυγε και ο Ρασούλης, παρεμβαίνουμε, που αφουγκραζόταν την καθημερινότητα κι έγραφε γι’ αυτήν ακόμα και σατιρικά όπως στο «Γεια σου κυρ-εισαγγελέα». Τώρα δεν υπάρχει ούτε καν αυτού του είδους η έμπνευση. «Δεν υπάρχει και ο Ρασούλης…» λέει ο Γιάννης Μήτσης. «Ήταν μεγάλη μορφή και μαζί με τον Νίκο Παπάζογλου άλλαξαν τα πράγματα. Ήταν από τις δυνάμεις που δεν στηρίχτηκαν ποτέ –ούτε καν στο τέλος- από το σύστημα των δισκογραφικών. Ό,τι έκαναν το έκαναν μόνοι τους, απλά είχαν κοινό. Και βέβαια έγιναν αφορμή για τα επόμενα πράγματα, αφού πάνω τους χτίστηκε ακόμα και το επόμενο rock ‘n’ roll της πόλης και όχι μόνο».
Το τραγούδι έχει πια και πρόβλημα φόρμας
Αφήνοντας τον συνομιλητή μας να ρίξει τη ματιά του στην πορεία των μουσικών πραγμάτων, σχολιάζει: «Εγώ βλέπω ότι αυτή η παγκοσμιοποίηση που τα τελευταία χρόνια έκανε δύο βήματα μπροστά, τώρα κάνει ένα βήμα πίσω. Και θέλει πάλι ταυτοποίηση μέσα στη νέα κατάσταση, πώς με λένε, τι κάνω κλπ. Όχι μόνο στη μουσική αλλά γενικά, σε όλα. Πάντως, το τελευταίο διάστημα εκδηλώνονται διάφορα και πρόσφατα έβλεπα μια μπάντα που έπαιζε punk μπροστά σε πολύ μεγάλο κοινό. Αλλά βλέπεις ότι όλα αυτά γίνονται για λίγο και μετά χάνονται. Βγαίνουν πολλά ρεύματα, ελληνική reggae, funk και όλα γίνονται λες και δοκιμάζουν σκεπτόμενοι “να κάνουμε κι αυτό και αν πετύχει πέτυχε”. Και ξαφνικά σταματάνε…».
Ο Γιάννης Μήτσης εκφράζει την πεποίθηση ότι «κάποια στιγμή θα βρεθούμε στην ουσία των πραγμάτων, δηλαδή ξανά στο λόγο, ξανά και στην απλή φόρμα, κάτι που θα ξεκινήσει και πάλι από τα μικρά πράγματα. Επίσης και από τους μικρούς χώρους, αφού ούτε μεγάλες παραγωγές μπορούν να γίνουν ούτε οι μεγάλοι χώροι μπορούν να τις στηρίξουν και αναγκαστικά κλείνουν». Και συνεχίζει την αποτύπωση των σκέψεών του, εμβαθύνοντας στα μουσικά πράγματα: «Το τραγούδι έχει πια και πρόβλημα φόρμας. Και βλέπω ότι θα πάμε σ’ ένα τραγούδι που δεν θα έχει αυτό το επαναλαμβανόμενο ρεφρέν, θα φύγουμε πλέον απ’ αυτό και θα πάμε στην απλοποίηση της φόρμας. Ακούς ένα κομμάτι και δεν ξέρεις πού θα οδηγήσει. Είναι πολλά χρόνια τώρα που έχει την εισαγωγή, το κουπλέ, τη γέφυρα, το ρεφρέν, επανάληψη και φινάλε. Και βλέπεις τώρα όλη αυτή η αρμονική κίνηση να έχει μπλοκάρει. Πολλοί δημιουργοί προσπαθούν να σπάσουν αυτή τη φόρμα και το ρεφρέν, κάτι που θα οδηγήσει σε πιο απλή κατάσταση και με τον λόγο να είναι ίσως λιγότερος μα σίγουρα πιο ουσιώδης. Γιατί έχουμε φτάσει σ’ έναν rapper που λέει πολύ γρήγορα ένα κατεβατό και στο τέλος δεν καταλαβαίνεις τι λέει! Χάνοντας έτσι την ουσία, την έννοια ή τη λέξη που έχει κάτι να σου πει. Και σ’ αυτό τον γρήγορο λόγο έχουμε χάσει και το συναίσθημα που φυσικά δεν μπορεί να το μεταφέρει. Γιατί το συναίσθημα δεν ήταν ποτέ τόσο γρήγορο, είναι κάτι πιο αργό. Όσο γρήγορες κι αν έχουν γίνει οι εποχές μας, αν κοιτάξεις ένα ηλιοβασίλεμα πρέπει να… κουλάρεις, να στοχαστείς, δεν μπορείς να νιώσεις και να περιγράψεις με τέτοιες ταχύτητες αυτό το πράγμα».
Κλείσαμε τη συζήτησή μας, από την οποία κρατήσαμε ένα τμήμα μόνο, με τον Γιάννη Μήτση να λέει: «Οι επόμενες παραγωγές θα είναι κάπως έτσι. Ελπίζω μόνο να είναι και το κοινό εκεί…».
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
