Νικος Καλογεροπουλος, «Η τεχνη, χωρις πολιτικη, δεν εχει νοημα»
Καθόμαστε για καφέ στο Ξενοδοχείο Όλυμπος όπου μόλις έχει έρθει από την Ξάνθη. Είναι όπως τον περιμέναμε και όπως φαίνεται και στις ταινίες: χειμαρρώδης, αεικίνητος, εκφραστικός, πολυλογάς. Πριν ακόμα βάλουμε το μαγνητοφωνάκι να ηχογραφεί, ήδη έχει αρχίσει να μιλάει. «Κι εγώ καπνιστής είμαι. Δυστυχώς. Το κακό είναι ότι ο κόσμος επαναστατεί ενάντια στην απαγόρευση του καπνίσματος, λες κι αυτό είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα». Θα συνεχίσει να μιλάει ακόμη κι όταν κλείσουμε το μαγνητοφωνάκι μετά από μιάμιση ώρα.
Αφορμή για την συνάντηση είναι η ταινία «Οι Ιππείς της Πύλου». Στην ταινία υποδύεται διπλό ρόλο, («γιατί ο Άρης ο Ρέτσος που θα έπαιζε τον έναν ρόλο δεν μπόρεσε να έρθει να παίξει και τώρα θα ζηλεύει»), υπογράφει το σενάριο, την σκηνοθεσία, την μουσική και τους στίχους των τραγουδιών. Πολυπράγμων και ακούραστος, αν και απουσιάζει συνειδητά από το προσκήνιο τα τελευταία χρόνια, δεν επαναπαύεται, γράφει θεατρικά έργα, παίζει με την μπάντα του, τους «Άπορους Άρχοντες», σε ένα θεατρικό έργο που έχει γράψει ο ίδιος, («Οι κυνικοί ξανάρχονται»), σταματά τις παραστάσεις για να γυρίσει την ταινία και τώρα γυρνά ανά την Ελλάδα για να μας καλέσει στην ταινία του για την οποία μιλά με απέραντη αγάπη, όπως και για τους συντελεστές της, που αποτελούν μια παρέα. Και ως γνωστόν την ιστορία γράφουν οι παρέες. Εν αναμονή της πρεμιέρας της ταινίας που θα γίνει στις 10 Μαρτίου, ο Νίκος Καλογερόπουλος μας μίλησε για όλα, γιατί αν κάτι τον χαρακτηρίζει είναι ότι δεν μασάει τα λόγια του. Μας περιγράφει απίστευτες σκηνές από την ταινία, τους σαλταρισμένους χαρακτήρες των ηρώων, μας λέει ότι παραλίγο στα γυρίσματα να τον συλλάβουν ,όταν μπούκαρε ξαφνικά ως τρελός σε μια παρέλαση για τις ανάγκες των γυρισμάτων… Γελάει, γελάμε και τον ευχαριστούμε που παρόλη του την κούραση δεν χάνει το κέφι του.
«Κάνω το καλύτερο δώρο στους Έλληνες. Και να τα τινάξω τώρα χέστηκα»
ΠτΘ: Ποιος καλός άνεμος σε φέρνει στα μέρη μας;
Ν.Κ.: Μοιράζω κουφέτα για το γάμο, γάμος είναι η ταινία, που θα γίνει στις 10 του Μάρτη. Είναι ό,τι πιο ωραίο έχω κάνει, στα 60 μου χρόνια, Έχω λείψει πολύ καιρό συνειδητά από την τηλεόραση και τον κινηματογράφο. Αυτό που έχω κάνει τώρα το θεωρώ ΚΑΙ σπουδαίο ΚΑΙ το καλύτερό μου και έρχομαι να σας καλέσω στο γάμο. Κι αν μπορούσα να καλέσω έναν -έναν προσωπικά θα το έκανα. Σας έχω κάνει μια ταινία -το λέω με το χέρι στην καρδιά και με την δύναμη που έχει ο λόγος μου ένεκα του παρελθόντος μου- που θα καραγουστάρετε, θα γελάσετε, αλλά και θα κλάψετε. Είναι πικρή ταινία αυτή, πολύ πικρή ταινία, αλλά έχει και πολύ γέλιο… Ο θεατής θα δει τον εαυτό του, δεν υπάρχει περίπτωση να μην δει κανείς κομμάτια του εαυτού του. Έχω ευτυχίσει βέβαια γιατί έχω την Α΄ Εθνική, από ηθοποιούς: Κιμούλης, Λογοθέτης, Σπυριδάκης, Μπάρμπα, Τσιπίδης, Θεοδωρακόπουλος, Καφετζόπουλος, Σακελαρίου, Καμπερίδης, το φιλαράκι μας που μας έφυγε νωρίς νωρίς.
ΠτΘ: Πώς τους μάζεψες όλους αυτούς;
Ν.Κ.: Πολύ απλά. Με ένα τηλέφωνο: «Κιμούλη, Καλόγερας εδώ, τι γίνετε; Τι κάνετε; Σε θέλω». «Ό,τι θες αδελφούλη, ό,τι θες», ήταν η απάντησή του. Το ίδιο έγινε με όλους, λόγω τιμής, τόσο απλά. Κι εγώ κοίταξα να μαζέψω κατ’ αρχήν τους ανθρώπους που εκτιμώ, που έχουν βάλει μια σφραγίδα στον κινηματογράφο, και στην τέχνη γενικότερα.
ΠτΘ: Έχεις μαζέψει δηλαδή μια παρέα, παλαβή παρέα…
Ν.Κ.: Αυτό ακριβώς, έχω μια παρέα, που είναι η αγαπημένη παρέα όλων των Ελλήνων, γιατί και ως παρέα, αλλά και χωριστά ο καθένας έχει γράψει ιστορία και έχει αφήσει το στίγμα του. Θα γελάσετε τόσο πολύ, αλλά και θα κλάψετε, το ένα μάτι θα γελάει και το άλλο θα κλαίει. Όταν τελείωσε η ταινία, είπα, Θεέ μου ευχαριστώ, κάνω το καλύτερο δώρο στους Έλληνες, τώρα και να τα τινάξω χέστηκα.
ΠτΘ: Τη Βάνα πώς την διάλεξες; Για χρόνια ήταν sex symbol και μέσα στο life style.
Ν.Κ.: Η Βάνα είναι μαγκάκι, είναι λαϊκό παιδί. Εγώ που την έχω δει έτσι τη Βάνα της έκανα κι ένα ρόλο ανάλογο, οι άλλοι που την βλέπανε μόνο σαν ωραίο γκομενάκι, της δίνανε άλλους ρόλους. Εδώ όμως θα της βγάλετε το καπέλο, γιατί κάνει μια ερμηνεία συγκλονιστική. Βέβαια, όλο αυτό το παραμύθι το χρωστάω στην καλή μου μοίρα που συναντήθηκα με τον παραγωγό μου, τον Χρήστο τον Κωνσταντακόπουλο, ο οποίος είναι λάτρης του κινηματογράφου, λάτρης της τέχνης, της Ελλάδας. Έλληνας με ψυχή. Και μαζί με όλα τα άλλα αγάπαγε κι εμένα. Όταν συναντηθήκαμε, με ρώτησε γιατί δεν παίζω και του είπα ότι δεν έχω τις προϋποθέσεις που θέλω για να παίξω. Μου λέει «αν βρεθεί κάποιος και βάλει τα λεφτά και σου πει κάνε ό,τι γουστάρεις, θα παίξεις»; Πλάκα κάνεις, του λέω, αύριο το πρωί ξεκινάω. Και τα ‘βαλε ρε παιδιά το φιλαράκι μου. Και τον ευχαριστώ πάρα πολύ. Ευχαριστώ όλα τα παιδιά που βάλανε την αγάπη τους, την ψυχή τους, την εμπιστοσύνη τους. Για να κάνεις αυτό που έχεις στο μυαλό σου, πρέπει να υπάρχει κόσμος να πιστέψει στην ιδέα σου. Και στο ιδεολογικό κομμάτι αλλά και στην φόρμα του. Εγώ δεν ακολούθησα καμιά πεπατημένη. Εγώ κάνω σινεμά, όπως το αγαπάει η ψυχή μου. Κι όπως έμαθα από τους δασκάλους μου βέβαια, τον Βασίλη Γεωργιάδη, τον Αλέξη Δαμιανό και πολλούς άλλους με τους οποίους έχω συνεργαστεί. Ο Ανδρέας Θωμόπουλος. Και δασκάλα είναι η ζωή κάθε στιγμή. Με όλα αυτά έκανα την ταινία. Θέλω να πω ένα μεγάλο ευχαριστώ στους τρεις τραγουδιστές, που τραγουδήσανε τα τραγούδια της ταινίας, τον Μανώλη Μητσιά, που λέει δυο τραγούδια «φεύγα»… το «Δεν πλερώνω, δεν πλερώνω», το οποίο έγραψα πριν από δέκα χρόνια…
ΠτΘ:… πριν το κίνημα…
Ν.Κ.: …Πριν το κίνημα, το έλεγα στην παράσταση «Οι κυνικοί ξανάρχονται» που την σταμάτησα για να κάνω την ταινία, αλλά μάλλον θα την συνεχίσω. Τραγουδάει τον «Καραϊσκάκη» ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου και λέει και μια μπαλάντα η Βιτάλη. Και τα άλλα τα τραγουδάω εγώ. Αφού είστε από ραδιόφωνο, πάρτε το CD και πείτε στους ακροατές σας να τα κλέψουνε τα τραγούδια, γιατί δεν θέλω να τα δώσω σε εταιρίες. Τα χαρίζω! Δεν μπορώ να κάθομαι να πίνω καφέ και να έρχεται ο σύντροφος πακιστανός και να μου λέει «Δώσε 1 ευρώ να τα πάρεις». Δεν γουστάρω, τα κάνω δώρο!
ΠτΘ: Είσαι αυτοδίδακτος μουσικός, σου ‘χει μείνει από το «Ρεμπέτικο»;
Ν.Κ.: Βέβαια, με σημάδεψε το «Ρεμπέτικο», με σημάδεψε ο Τσιτσάνης που έπαιξα, με σημάδεψε η εποχή, ο Κώστας Φέρρης. Πρώτα και πιο δυνατά απ’ όλα με σημάδεψε ο Γκάτσος με τα τραγούδια του, αυτός είναι ο δάσκαλός μου.
«Δεν έχουνε βγει πνευματικοί άνθρωποι να μιλήσουν γιατί τους έχουνε μπουκώσει, έχουνε πουληθεί, αλλά θα γίνει το μπαμ»
ΠτΘ: Στην περιοχή μας δύσκολα έρχονται παραστάσεις από την Αθήνα, φέτος μόνο ήταν μια πιο καλή χρονιά για μας, γιατί μάλλον ήταν κακή χρονιά στην Αθήνα. Ακούμε για θέατρα που κλείνουν…
Ν.Κ.: Τα θέατρα κλείνουν, γιατί δεν έχουν επίγνωση τι κάνουν και τι χρειάζεται ο τόπος. Τα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. έχουν απαξιωθεί, γιατί ο κάθε μαλάκας υπουργός διόριζε τους δικούς του για να παίρνει ψήφους. Τα έλεγα και στη Μελίνα παλιά που με αγαπούσε. Της είχα προτείνει να πάρουν μια φορά όλα τα ΔΗΠΕΘΕ επιχορήγηση και να κάνουν περιοδεία σε όλες τις πόλεις. Να δουν όλοι με τα ίδια χρήματα 40 έργα στο θέατρο στην περιφέρεια. Να κάναμε και ένα κανάλι που να προβάλει τις μεγάλες ερμηνείες των ηθοποιών μας που λίγοι είχαν την ευκαιρία να τις δουν. Όπως ακριβώς προβάλουν τα κρατικά κανάλια τη λειτουργία στις εκκλησιές. Καταντήσαμε να έχουν κάνει μετάφραση τον Παπαδιαμάντη, αν είναι δυνατόν. Αλλά μιλάτε ρε παιδιά κι εσείς από τα ραδιόφωνα, έχετε χρέος να το κάνετε. Άμα μιλάω μοναχός μου, όλοι τρελό με λένε τόσα χρόνια. Και ο λαός να μιλήσει. Κοιμηθήκαμε όλοι, καθόμαστε σαν ηλίθιοι, λες και μας έχουνε ποτίσει ναρκωτικά.
ΠτΘ: Τι έχουμε πάθει;
Ν.Κ.: Δεν ξέρω ρε παιδιά, αλλά θα γίνει ένα μπαμ. ‘Ένα κλικ θέλει. Το κακό ξέρεις ποιο είναι; Ότι δεν έχουν βγει πνευματικοί άνθρωποι να μιλήσουν γιατί τους έχουν μπουκώσει, έχουν πουληθεί, αλλά θα γίνει το μπαμ και θα μπουρδουκλωθούμε τόσο πολύ που δεν θα ξέρουμε ποιος πυροβολεί ποιον. Αυτό επιδιώκουν οι παραέξω και όλοι αυτοί οι δανειστές μας. Επιδιώκουν να μας κάνουν κουλουβάχατα σαν λαό, έχουμε κι εμείς την τάση να έχουμε την αλληλοφαγωμάρα μας, πατάνε πάνω σ’ αυτή την αδυναμία μας. Αυτήν την αγωνία μου βγάζω μέσα από την ταινία διάχυτη. Και την αγάπη για τον τόπο μου, για την πατρίδα μου, για τον πολιτισμό μου. Πού στο διάολο πάει η παιδεία; Τι είναι οι «Ιππείς της Πύλου»; Μια θράκα συνειδητών ανθρώπων που σε κάθε χωριό υπάρχει, ένας πολιτιστικός σύλλογος που θέτει τα προβλήματα που έχει ο τόπος του. Δεν είναι τίποτα άλλο. Και ποιο είναι το κίνημα; Η φύση μας, τα ποτάμια μας.
«Δεν είμαι επαγγελματίας, είμαι ερασιτέχνης. Έτσι βιώνω τα πράγματα. Είμαι αβόλευτος»
ΠτΘ: Εσύ έλεγες πριν για τους ανθρώπους της διανόησης ότι δεν βγαίνουν να εκφράσουν άποψη. Τώρα λες σωστά κάποια πράγματα, αλλά έχεις επιλέξει να ζεις σαν αναχωρητής…
Ν.Κ.: Φίλε, δεν μπορώ να είμαι μέσα στο κύκλωμα και να συμμετέχω σε αυτές τις ανοησίες που παίζονται, δεν μπορώ. Μετά το «Ένας κι Ένας» μου έχουνε κάνει και προτάσεις ωραίες, έχω διαβάσει πάνω από 40 σενάρια, αλλά δεν έπαιξα γιατί δεν προλάβαινα να πάω στη δέκατη σελίδα κι έλεγα «να μην τελειώνει έτσι», ήθελα μια τρέλα μέσα, να συμβεί κάτι αναπάντεχο, αλλά ήτανε προβλέψιμο όλο, μέχρι το τέλος. Δεν ήθελα να κάνω τα ίδια πράγματα. Θα μου πεις είσαι επαγγελματίας. Δεν είμαι επαγγελματίας. Είμαι ερασιτέχνης. Εγώ έτσι βιώνω τα πράγματα. Και τη ζωή μου και την τέχνη μου και την κάθε μου μέρα. Δεν θέλω να χορτάσω τίποτα, ούτε εκείνο που αγαπάω περισσότερο απ’ όλα. Είμαι αβόλευτος ρε παιδί μου, και στον παράδεισο να με βάλεις, θέλω να φύγω, να πάω να βρωμίσω, να καώ και να ξαναγυρίσω.
«Έχω δίπλωμα εγώ στους τρελούς, έχω ένσημα από πίσω, προϋπηρεσία, τον Μπε, τον Μάϊμο, τον Μητσάρα στο «Χαίρε Τάσο Καρατάσο»»
ΠτΘ: Είναι αγαπημένος ρόλος αυτός του τρελού; Είναι και αβανταδόρικος ρόλος;
Ν.Κ.: Ποιος ευαίσθητος άνθρωπος δεν αγαπάει τους τρελούς; Αβανταδόρικος αλλά και άκρως επικίνδυνος. Ένα κλικ να πας παρακάτω, έχεις ξεφτιλιστεί σαν ηθοποιός, δεν ανταποκρίνεσαι στις ανάγκες του ρόλου. Αν πας ένα κλικ παραπάνω έχεις ξεφτιλίσει το ρόλο, παίζεις στην κόψη του ξυραφιού.
ΠτΘ: Στην ταινία «Ένας κι Ένας» ο Κιμούλης έπαιξε τον ρόλο του τρελού…
Ν.Κ.: Στο «Ένας κι Ένας» σε μένα είχαν δώσει το ρόλο του τρελού στην αρχή, ρε παιδιά, λέω, έχω κάνει τόσους τρελούς, πάλι τον τρελό θα κάνω; Αλλά μπήκα σε τσίτα να ψαχτώ, γιατί έπρεπε να βρω τρόπο να τον κάνω να μην μοιάζει με τους άλλους τρελούς. Μετά από δυο μέρες με παίρνουν τηλέφωνο και μου λένε μήπως είχες δίκιο, και μήπως να κάνεις τον άλλο ρόλο; Κατάλαβα αμέσως και τους λέω «Πες του Κιμούλη ότι ο Καλόγερας δεν έχει πρόβλημα, είτε τον τρελό κάνει είτε τον άλλον. Εξάλλου και οι δυο ρόλοι ήταν σούπερ». Με δυο ηθοποιούς μπορώ να ανεβώ στην σκηνή χωρίς κείμενο κα να σας αφήσουμε από κάτω κάγκελο: Λογοθέτης, Κιμούλης. Όταν παίζω με αυτούς του δυο απογειωνόμαστε. Και με τον Βασίλη Διαμαντόπουλο, αλλά έχω παίξει μαζί του μόνο σε δυο έργα, κι επειδή έχει φύγει δεν τον βάζω, ήταν πολύ μεγάλος ηθοποιός, Δάσκαλός μας.
«Δούλευα στην οικοδομή για να πληρώσω τη σχολή, για το νοίκι το φαγητό… αλλά όταν αγαπάς κάτι το κυνηγάς»
ΠτΘ: Γίνεται ένας ηθοποιός να είναι καλός στο θέατρο και να μην είναι στο σινεμά;
Ν.Κ.: Εδώ παίζει ρόλο και ο σκηνοθέτης. Εγώ είχα την μεγάλη τύχη να συνεργαστώ με τον Βασίλη Γεωργιάδη, στο «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», αλλά μετά ξαναγύρισα στην οικοδομή που δούλευα. Δεν πήγα να κάνω ταινίες που γυρίζονταν μια τη βδομάδα τότε, κι ενώ μου δίνανε 5.000-6.000δρχ μεροκάματο, γύρισα στην οικοδομή και έπαιρνα 80δρχ σαν μπογιατζής και περίμενα να ‘ρθει η άλλη δουλειά. Η επόμενη δουλειά ήταν «Οι παραστρατημένοι» της Λιλίκας Νάκου, όπου μετά από τον βλαχομαγκούρα, εκεί έκανα τον αρχιτέκτονα, πήγαμε στην Γενεύη, στη Βιέννη, Παρίσια και τέτοια. Και αμέσως μετά ήρθε η «Μεθυσμένη πολιτεία» που έκανα τον Μπε και δεν με γνώριζε ούτε η μάνα μου.
ΠτΘ: Η οικογένεια;
Ν.Κ.: Τι να καταλάβει ο κακομοίρης ο πατέρας μου! Ντρεπόταν κιόλας που έβγαινα στην τηλεόραση. Εγώ καμάρωνα για την ερμηνεία που έκανα, κι ο πατέρας μου ντρεπότανε που είχε ένα γιο που έκανε τον καραγκιόζη στην τηλεόραση.
ΠτΘ: Πώς αποφάσισες να γίνεις ηθοποιός;
Ν.Κ.: Η μοίρα μου, ακολούθησα αυτό που μου έλεγε η ψυχή μου.
ΠτΘ: Οι γονείς σου σίγουρα δεν σε προόριζαν για κάτι τέτοιο…
Ν.Κ.: Είσαι τρελός, εδώ δεν μου μίλαγαν, ούτε χυλοπίτες δεν μου ‘στελνε η μάνα μου και δούλευα οικοδομή, και δεν είμαι και κανένας παιδαράς από ό,τι βλέπεις, ενάμιση μέτρο άνθρωπος, και δούλευα για να πληρώσω τη σχολή, για το νοίκι, το φαγητό… αλλά όταν αγαπάς κάτι το κυνηγάς.
«Όλα τα έργα μου είναι πολιτικά, 150% πολιτικά, αλλιώς η τέχνη δεν έχει νόημα για μένα»
ΠτΘ: Η ταινία «Οι Ιππείς της Πύλου» όπως και το θεατρικό «Οι κυνικοί ξανάρχονται» είναι πολιτικά έργα…
Ν.Κ.: Όλα πολιτικά, 150% πολιτικό έργο, αλλιώς η τέχνη δεν έχει νόημα για μένα. Δες τον Αριστοφάνη πολιτικό θέατρο δεν κάνει; Γιατί ο Αισχύλος; Πολιτικό θέατρο κάνει.
ΠτΘ: Υπάρχουν βέβαια άνθρωποι που ανεβάζοντας Αριστοφάνη, προσπαθούν να αντλήσουν δόξα από αυτόν, κι όχι να προσθέσουν στο έργο αλλά να προσθέσουν στην καριέρα τους…
Ν.Κ.: Γι’ αυτό βλέπουμε αυτήν την ξεφτίλα. Την τελευταία φορά που πήγα στην Επίδαυρο τσατίστηκα, γέλαγε ο κόσμος κι εγώ δεν καταλάβαινα γιατί γελάει! Αναρωτιόμουνα πού τα γράφει αυτά ο Αριστοφάνης. Αυτοί είχανε πάρει τις ατάκες από την τηλεόραση και τις περάσανε στον Αριστοφάνη, και γέλαγαν από κάτω τα χάχανα από κάτω. Φτήνια. Ευτελισμός. Ασέβεια. Αν θέλω να παίξω Αριστοφάνη, θα παίξω Αριστοφάνη, αν θέλω να κάνω κάτι άλλο, θα στρώσω τον κώλο μου, ή θα πάω να βρω τον μάγκα τον συγγραφέα για να κάνω κάτι καινούριο. Αλλά όχι να βάζω ατάκες στον Αριστοφάνη. Θέλει μαστοριά για να βάλεις σύγχρονες ατάκες στον Αριστοφάνη. Και είναι ντροπή που οι Έλληνες δεν ξέρουν τα έργα αυτά για να τα έχουν σαν σημείο αναφοράς. Δεν έχει διαβάσει ο Έλληνας, δεν έχει αναφορά στην ελληνική γραμματεία. Μιλάς για τον Πλάτωνα, για τον Πλούταρχο, για τον Αρχιμήδη και σε λένε εθνικιστή. Θέλω να πάρω μια καρέκλα να του σπάσω το κεφάλι του μαλάκα που το λέει, και ειδικά η αριστερά. Και στο λέω εγώ που την προηγούμενη φορά κατέβηκα με τον Συνασπισμό και δεν βγήκα για 130 ψήφους, κι ευτυχώς που δεν βγήκα.
«Λείπει ο αρχηγός. Λείπει ο τράγος ο μπροστάρης»
ΠτΘ: Πώς τα βλέπεις τα πολιτικά πράγματα;
Ν.Κ.: Μαύρα κι άραχνα! Θέλουνε όλοι εξοστρακισμό, αν μπορούσα να έστελνα και τους 300 εξορία θα το ‘κανα.
ΠτΘ: Θα έφευγες; Όπως έλεγες στο «Λούφα και παραλλαγή», «Σας βαρέθηκα κι εσάς και το πουλί σας»…
Ν.Κ.: Δεν θέλω να φύγω, φεύγουν τα καλύτερα μυαλά και δεν μ’ αρέσει αυτό, πληγώνομαι. Εδώ πρέπει να κάτσουμε και να παλέψουμε.
ΠτΘ: Μας φαίνεται μάταιος ο αγώνας, όλοι λένε ότι κάτι πρέπει να αλλάξει αλλά δεν ξέρουνε προς ποια κατεύθυνση…
Ν.Κ.: Δεν ξέρουνε, κάποιος λείπει. Λείπει ο αρχηγός φίλε, λείπει ο μπροστάρης. Λείπει ο τράγος ο μπροστάρης.
ΠτΘ: Πώς θα βγει αυτός;
Ν.Κ.: Αυτόν τον γεννάνε οι καιροί, η στιγμή κάνει τον ήρωα.
ΠτΘ: Ή τον καιροσκόπο…
Ν.Κ.: Πάντα υπάρχουν καιροσκόποι, γιατί στο Πολυτεχνείο τι έγινε, βγαίνανε μετά οι φρουφρούδες να χαιρετίσουνε… Παιδιά την ίδια αγωνία που έχετε εσείς, έχω κι εγώ. Έχω όμως θετική σκέψη και οραματίζομαι θετικά το αύριο της Ελλάδας. Και κάνω ό,τι μπορώ. Αν ο καθένας έκανε το καλύτερο που μπορούσε από τον πρώτο μέχρι τον τελευταίο… τι νομίζεις ότι είναι η αλλαγή; Αλλά πρέπει να εκτιμάς και να σέβεσαι τον εαυτό σου πρώτα. Δεν μπορεί να βλέπεις ένα βουλευτή που δεν τον σέβεσαι, αλλά να τον ξεσκονίζεις επειδή κάποτε μπορεί να τον χρειαστείς.
ΠτΘ: Έχεις πει μια μεγάλη κουβέντα, σε μια συνέντευξή σου στη Βίκυ Φλέσσα, «δεν είμαι ούτε με τους αριστερούς, ούτε με τους δεξιούς, είμαι με τους δίκαιους»..
Ν.Κ.: Έτσι είναι. Ούτε με τους δυνατούς, ούτε με τους αδύνατους και το είχα εξηγήσει τότε. Λογικά δες το. Ρώτα έναν αδύνατο, τι θέλει; Δύναμη, αυτό θέλει. Ρώτα ένα φτωχό. Θα σου πει θέλω λεφτά. Ενώ αν ρωτήσεις ένα σοφό άνθρωπο, θα σου πει, ρε φίλε δεν θέλω τίποτα, μόνο το χαμόγελό μας και την επικοινωνία μας, την επαφή μας, να πιούμε ένα κρασί να σου πω τον πόνο μου, να μου πεις κι εσύ το δικό σου. Αυτό θα σου πει ο σοφός άνθρωπος.
ΠτΘ: Αυτό βέβαια δεν το εκφράζει κανένας πολιτικός…
Ν.Κ.: Κανένας. Κοίτα τι κάνουν τώρα, σπρώχνουν τους γέρους να πεθάνουν, για τα ταμεία τους. Χεστήκανε για τους ανθρώπους. Παντελής απαξία, βλέπω τα γεροντάκια που έχουνε πολεμήσει, έχουνε περάσει κατοχές, εμφύλιους, πείνες και φτάνουν τώρα στα 80 τους χρόνια να είναι εξαθλιωμένοι. Αυτό με τρελαίνει. Όταν ο γιος βλέπει τον πατέρα του να κλαίει κρυφά και να πονάει, γιατί δεν μπορεί να ανταπεξέλθει στις υποχρεώσεις του, τι θα κάνει ο πιτσιρικάς; Όταν φτάνεις σε απελπισία, δεν καταλαβαίνεις τίποτα, το άδικο δεν κουλαντρίζεται με τίποτα.
«Οι πιτσιρικάδες θα μας σώσουνε, θα μας δώσουν μια κλωτσιά και δεν θα ξέρουμε από πού μας ήρθε»
ΠτΘ: Έχεις παιδιά;
Ν.Κ.: Έχω δυο γιους τον Οδυσσέα και τον Ιάσονα, ο Ιάσονας παίζει πολύ καλό μπουζούκι και ο Οδυσσέας κιθάρα, αλλά είναι πιτσιρίκια.
ΠτΘ: Τα παιδιά μπορούν να αλλάξουν την κοινωνία; Ή εμείς τα έχουμε χαλάσει;
Ν.Κ.: Εμείς τα έχουμε χαλάσει, ό,τι μπορέσαμε χαλάσαμε, αλλά υπάρχει και ο συμπαντικός νόμος της ισορροπίας, δεν γίνεται κάτι θα αλλάξει. Οι πιτσιρικάδες θα μας σώσουνε, θα μας δώσουν μια κλωτσιά και δεν θα ξέρουμε από πού μας ήρθε. Θα γυρίσουν και θα μας πουν, ποιος είσαι εσύ βρε; Ήρωας του Πολυτεχνείου; Εσύ που ήσουνα μπροστά -μπροστά, πάρε εκατό κλωτσιές. Εσύ πιο πίσω πάρε 40. Κοίτα οι ήρωες του Πολυτεχνείου τι κάνανε. Εγώ ήμουνα στο Πολυτεχνείο, μαζί με τον Τσιπίδη που παίζει και στην ταινία, τον Αντώνη τον Αντωνίου τον ηθοποιό, τον Δήμο τον Αβδελιώδη τον σκηνοθέτη, μην κοιτάς που κανένας μας δεν βγήκε να το πει, γιατί δεν θέλαμε να γίνουμε βουλευτές. Και να κλαίνε με μαύρο δάκρυ σαν τη Μαρία, που κάθεται τώρα στις Βρυξέλλες.
«Δεν θέλω πρότερο, θέλω έντιμο βίο μέχρι το τέλος είμαι του Διογένη γιος, έχω μάθει να ζω πολύ λιτά»
ΠτΘ: Μήπως χρειάζεται να κάνεις και δουλειές που δεν σου αρέσουν για να μπορείς μετά να κάνεις αυτά που αγαπάς;
Ν.Κ.: Μετά όμως δεν θα έχω διάθεση και δεν θα είχα μούτρα να σας δω. Αν είχα κάνει αυτές τις παπαριές θα ερχόσασταν τώρα εδώ για συνέντευξη;
ΠτΘ: Θα ερχόμασταν λόγω προτέρου εντίμου βίου…
Ν.Κ.: Δεν θέλω πρότερο, θέλω έντιμο βίο μέχρι το τέλος.
ΠτΘ: Θα μπορούσες να κάνεις διαφήμιση;
Ν.Κ.: Είμαι ο μόνος Έλληνας ηθοποιός που δεν έχει κάνει διαφήμιση. Κάποτε μου κάνανε πρόταση με 30.000.000δρχ, να διαφημίσω ένα τυρί. Είπα ναι, και όλη νύχτα δεν κοιμήθηκα, έβλεπα στον ύπνο μου ότι θα περπατάω στους δρόμους και θα μου φωνάζουνε: «Ωραίο τυρί! Ρε τυρογαλά»! Και πήρα την άλλη μέρα τηλέφωνο τον διευθυντή παραγωγής και του λέω: «Συγγνώμη αδελφούλη, δεν θα έρθω». Δεν κοιμήθηκα όλη νύχτα, ήταν σαν να είχα σκατά στη μούρη. Δεν κατηγορώ βέβαια τα παιδιά που κάνανε διαφήμιση, δεν κατηγορώ κανέναν. Διότι εγώ είχα την τρέλα στο κεφάλι μου. Αλλά ρε φίλε, του Διογένη γιος είμαι, έχω μάθει να ζω πολύ λιτά.
Υ.Γ.: Για τη συνέντευξη με τον Νίκο Καλογερόπουλο ευχαριστούμε θερμά το Ξενοδοχείο Όλυμπος.
Βιογραφικό Νίκου Καλογερόπουλου
Ο Νίκος Καλογερόπουλος γεννήθηκε και μεγάλωσε στα Φιλιατρά, όπου, όπως λέει ο ίδιος, εδιδάχθη την “Αγροτικήν”. Παρακολούθησε μαθήματα στις σχολές θεάτρου Κωστή Μιχαηλίδη, Βεάκη και Αθηνών. Η πρώτη του εμφάνιση στην τηλεόραση ήταν στο έργο του Νίκου Καζαντζάκη “Ο Χριστός ξανασταυρώνεται”. Ακολούθησαν η “Μεθυσμένη Πολιτεία” του Σωτήρη Πατατζή, “Χαίρε, Τάσο Καρατάσο”, “Όλη η δόξα, όλη η χάρη”, “Στο κάμπινγκ”, “Ερασιτέχνης άνθρωπος” κ.ά. Στον κινηματογράφο πρωτοεμφανίστηκε το 1981 στην ταινία του, Θόδωρου Μαραγκού “Μάθε, παιδί μου, γράμματα”, όπου κέρδισε το Β΄ βραβείο ερμηνείας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Ακολούθησαν το “Άρπα κόλλα”, “Είμαι”, “Ρεμπέτικο” (Βραβείο εξαιρετικής ερμηνείας), “Λούφα και παραλλαγή” (Βραβείο Α΄ ανδρικού ρόλου). Το 1986 επιχειρεί να γυρίσει την πρώτη δική του ταινία, μια ταινία που ποτέ δε θα φθάσει στις αίθουσες των κινηματογράφων. Αυτό στάθηκε η αφορμή να μείνει “εκτός” για 16 ολόκληρα χρόνια. Η επιστροφή του στον κινηματογράφο έγινε το 2000 με την ταινία “Ένας κι ένας”, κερδίζοντας και πάλι το βραβείο Α΄ ανδρικού ρόλου. Στο διάστημα της απουσίας του από τον κινηματογράφο έγραψε τα θεατρικά “Σατιρικό των Ελλήνων” και “Οι κυνικοί ξανάρχονται”, ενώ το 1981 εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο “Θετή ταυτότης” και το 1991 την ποιητική συλλογή “Επιστρόφια”. Το πρώτο του θεατρικό έργο “Ο μπαμπούλας” παίχθηκε το 1976 στο Θέατρο “Κάβα”. Το 1994 κυκλοφόρησε το πρώτο του CD με τον τίτλο “Τα Δέοντα”. Σε λίγο καιρό θα κυκλοφορήσει ένα βιβλίο με τίτλο «110+1 λαϊκά τραγούδια».
Συνέντευξη: Μαρία Λαμπρόγιαννη, Σωτήρης Βερανούδης
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
