Ο συνθετης που αναζητα δρομους για τη «Φεγγαροφωτια» του

Η χώρα της μουσικής θα μπορούσε να παρομοιαστεί με το εκκλησιαστικό τοπίο: Χρυσοποίκιλτοι ναοί, ευτραφείς λειτουργοί και πλήθος –χρυσοφόρων- πιστών από τη μια, δυσπρόσιτα μοναστήρια, ασκητικές μορφές και μοναχική, απαρασάλευτη κατάνυξη από την άλλη…

Ο Δημήτρης Κεϋβανίδης είναι ένας νέος μουσικοσυνθέτης που (τουλάχιστον προς το παρόν, γιατί… πολλά έχουν δει τα μάτια μας) κατατάσσεται στη δεύτερη κατηγορία. Βγήκε δυναμικά στο προσκήνιο πρόπερσι τον Φεβρουάριο, υλοποιώντας μια ιδέα που του δημιουργήθηκε λίγο νωρίτερα: τη δημιουργία του ελληνο-πομακικού δίσκου «Υπάρχουμε-Ituyseme», με τέσσερα τραγούδια στα ελληνικά και πομακικά, με απεύθυνση στους νέους και τη μουσική ως τρόπο επικοινωνίας. Δίσκος που πρωτοπαρουσιάστηκε επίσημα τον Μάιο του 2008

«Ανήκω στην κοινωνική μουσική και είμαι συνθέτης που έχει μελετήσει πρωτεργάτες του ρεπερτορίου της όπως Μάνο Λοΐζο, Θάνο Μικρούτσικο κ.α.» λέει ο ίδιος, ξετυλίγοντας το νήμα της σκέψης και της δράσης του: «Συνάμα τάσσομαι στο πλευρό αυτού του… ασθενούς φύλλου του κόσμου που ψάχνεται να βασιστεί σε μουσικά –αλλά και πολιτικά- μοτίβα, να αντιπροσωπεύει την ψυχή του και να θεωρεί ότι το επόμενο βήμα, σύμφωνα με τη μουσική δόση που παίρνει, να μπορεί να ισορροπεί το ισοζύγιο στην αντίληψή του». Προσπαθώντας να τον «ακτινογραφήσουμε» μέσα από τις σκέψεις του, τον αφήνουμε να τις απλώσει μαζί με… τον καπνό του τσιγάρου μας, σε μια γωνιά όπου δε νοιώθουμε σαν μιάσματα καπνίζοντας: «Τα πράγματα είναι κωμικοτραγικά. Για παράδειγμα, στην πόλη μας ήρθαν οι “Scorpions” που απευθύνονται σ’ ένα υπεύθυνο κοινό –που γνωρίζει τα albums, τη σταδιοδρομία τους κ.α- ένα κοινό που δεν ήταν ούτε 1.500 άτομα. Κι όμως, έγινε το αδιαχώρητο από ανθρώπους που πήγαν να πιουν το ποτάκι τους και να περάσουν καλά. Αν όλους αυτούς τους είχαμε έτσι και στην καθημερινότητα, στα προβλήματα του τόπου, πιστεύω ότι θα είχαν λυθεί όλα. Γιατί, τι είναι η μουσική; Η μουσική είναι αυτή που δίνει το ρυθμό, χαλαρώνει το μυαλό, επαναστατεί την ψυχή κι από κει και πέρα ωριμάζει τον άνθρωπο, μέχρι εκεί που όμως ο ίδιος έχει την αντίληψη να καταλάβει τι είναι η μουσική».

Συζητώντας για το ευθέως ανάλογο της ηλικίας μουσικό παρελθόν του, μαθαίνουμε ότι συνέθεσε το τραγούδι «Αιδηψός» και το έδωσε σε κάποιον φίλο: «Μιλάει για την απομάκρυνση του ανθρώπου από την καθημερινότητα, απομονωμένου σε μια δική του απόφαση να μείνει σιωπηλός και να προσμένει ένα καλύτερο αύριο. Κυκλοφόρησε σε δουλειά φίλου που είχε συλλέξει τραγούδια για να τα βγάλει και του έδωσε την αξία που έπρεπε, τα δικαιώματα τα έχω εγώ και θα προτιμούσα να μην αναφέρω το όνομά του. Επίσης, με το cd για τους Πομάκους ήθελα να προσεγγίσω την κουλτούρα τους σε μια νέα αναζήτησή μου, αλλά και μπολιάζοντάς την με νέες μουσικές αντιλήψεις. Μέσα από το cd μίλησα για τη διάσωση της γλώσσας τους, για τα απόκρημνα, απομακρυσμένα μέρη, όπου με μια χιονόπτωση κόβονται όλα, για την ξεριζωμένη γενιά τους που γυρνάει στο εξωτερικό και στα καράβια για να φέρει το μεροκάματο. Είναι ένας πολύ δυνατός και δουλευταράς λαός, μιλάμε για οικογένειες πατριαρχικές που συμβολίζουν την αξία της συνέχειας μέσα από μια ιδιαίτερη λατρεία για τον τόπο τους».

Σημειώνεται ότι και ο δήμος Καλαμαριάς (Θεσσαλονίκη) έκανε επίσημη παρουσίαση του δίσκου. «Ουσιαστικά ο στόχος ήταν τα μικρά παιδιά που κουβαλάνε στην πλάτη τους τα λάθη όλων μας» λέει ο συνθέτης και προσθέτει με νόημα: «Αυτό που ήθελα ήταν να γίνουν γνωστά τα προβλήματα των Πομάκων μ’ έναν όμορφο πολιτιστικό τρόπο. Δυστυχώς κάποια στιγμή πήγαν να το περάσουν στον εθνικιστικό ρυθμό που εδώ συμπαρασύρει όλα τα ρεύματα. Ξέρετε, εμείς δεν έχουμε κοινωνικά θέματα ν’ ασχολούμαστε, μόνο εθνικιστικά γιατί πουλάνε…».

«Μερικοί καλλιτέχνες θυμίζουν… προεκλογική κατάσταση»

Αν και ίσως κοινότοπο, θεωρήσαμε ιδιαίτερα ενδιαφέρον να ρωτήσουμε πώς βλέπει τα σημερινά πράγματα ένας νέος συνθέτης: «Η μουσική καταστρέφεται ή στρέφεται σε περίεργα κανάλια με μόνο κριτήριο την εμπορικότητα και σχεδόν τίποτε άλλο» λέει ο συνομιλητής μας και στέκεται σε τρία ελλείμματα: της μουσικής παιδείας των ακροατών, των επιλογών των συνθετών και της αφοσίωσης των ερμηνευτών: «Η μουσική από μόνη της δεν έχει να φοβηθεί τίποτα και ιδού ένα παράδειγμα: Στο Βατικανό, όσοι κάθονται ν’ ακούσουν τις προσευχές έχουν άριστες γνώσεις πενταγράμμου. Καταλαβαίνετε ότι απέναντι σ’ αυτό τον πολίτη δεν μπορεί κάποιος να μην ψάλλει σωστά, γιατί το επίπεδο της μουσικής γνώσης του είναι υψηλό. Στην Ελλάδα δεν θα είχαμε πρόβλημα, αλλά δυστυχώς η μουσική έχει περάσει πια σ’ ένα εντελώς πειραματικό σημείο που αποδίδεται εντελώς ψηφιακά. Χωρίς καμία τάση συνοδευτικής ερμηνείας οργάνων ή φωνής, άσχετα αν ο στίχος είναι καλός ή όχι. Οι δε τραγουδιστές δεν ξέρουν πλέον να διαβάζουν σωστά, δεν έχουν μάθει πού είναι το κόμμα, πού η τελεία, πού το θαυμαστικό. Δεν έχουν μάθει ν’ αναλύουν αυτά που τραγουδάνε, καθώς και να εξωτερικεύουν αυτό που νοιώθουν σε συναυλία. Δεν έχουν μάθει επίσης ότι ουσιαστικά αυτοί που τραγουδάνε πρέπει να είναι σώματι και πνεύματι στον στίχο και στην μουσική, σ’ αυτούς που έγραψαν αυτό που εκείνοι είναι να πουν».

Ζητώντας από τον συνομιλητή μας να ξεχωρίσει κάποιους συνθέτες νεότερης γενιάς, αναφέρει «σίγουρα τον Διονύση Τσακνή, τους αδερφούς Κατσιμίχα, τον Βασίλη Καζούλη» και προσθέτει: «Δυσκολεύομαι να μετρήσω πάνω από τα δάχτυλα μιας παλάμης, ίσως γιατί πολλοί στρέφονται περισσότερο σε μπαλαντοειδείς και λιγότερο ζόρικα ενορχηστρωμένες μουσικές. Ίσως επειδή τα ακούσματά τους, τους δίδαξαν ότι πρέπει να πληρούν περισσότερο τον στίχο και όχι τόσο πολύ τις δύσκολες μελωδικές γραμμές κι ενορχηστρώσεις. Ας πούμε, ένα τραγούδι του Θάνου Μικρούτσικου -ο οποίος ψάχνει να βρει κάτι μέσα από τους δικούς του ορίζοντες- καταλαβαίνετε ότι περνάει από χίλια μύρια κύματα για να βγει στην επιφάνεια. Και απαιτείται κάποιος που θα το τραγουδήσει να είναι… 110% σ’ αυτό το δημιούργημα».

Όσο για τη νέα γενιά τραγουδοποιών «γενικά, υπάρχουν παιδιά που κινούνται στην κοινωνική μουσική, αλλά το παιχνίδι των εταιριών είναι πάρα πολύ ύπουλο. Προσβλέπει μόνο στη θέαση και στη διαφήμιση, ενώ σου υποδεικνύουν τι και πώς θα το πεις. Δεν υπάρχει αυτή η ελεύθερη πλευρά, αυτή που -ας πούμε- εκφράζει ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου, που όταν τραγουδά είναι 100% ο εαυτός του και δεν μπορεί να προσδιοριστεί από κάτι άλλο πέραν του εαυτού και της μπάντας του. Αυτό λείπει από τους νέους καλλιτέχνες που θα κοιτάξουν τι θα φορέσουν, θα πλησιάσουν τον κόσμο με τρικ για να τον κερδίσουν και μερικοί θυμίζουν μια… προεκλογική κατάσταση. Όπως ο αρχηγός ανεβαίνει επάνω κι έχει την λαομάζα από κάτω που χειροκροτά και δημιουργεί μια δεδομένη κοσμοσυρροή, για να πείσει ότι αξίζει. Η μουσική είναι μία και δεν λέει ψέματα. Τ’ αφτιά του καθενός είναι έτσι ρυθμισμένα από την μέρα που γεννιέται –είτε είναι εκπαιδευμένα είτε όχι- να κρίνουν αυτό που ακούνε. Βέβαια η κρίση είναι κάτι σχετικό, αλλά σίγουρα τα πράγματα στην Ελλάδα βρίσκονται σ’ αυτή την πλάνη των media να προωθήσουν την εικονολατρεία».

Ξανθιώτικη «φεγγαροφωτιά» για τα άμοιρα παιδιά ενός διπρόσωπου κόσμου

«Μικρέ παίξε τραγουδάκια για να αντέξω / μικρέ σβήσε με το δάκρυ τον καημό / Θεέ τι είναι αυτά που κάνεις, πες μου / να αφήνεις τα παιδιά στον χαλασμό» λέει ένα τετράστιχο από τη «Φεγγαροφωτιά», μια εξόχως ενδιαφέρουσα ως προς τη θεματολογία της δισκογραφική δουλειά του Ξανθιώτη τραγουδοποιού, αφιερωμένη στα παιδιά που υποφέρουν.

Ιδού το επεξηγηματικό κείμενο που συνοδεύει τον δίσκο: «Ο μικρός Γιόχαν γεννήθηκε σε μια οικογένεια από τοξικομανείς γονείς. Έχει μάθει να στηρίζει την οικογένειά του και να τη σέβεται. Είναι τόσο μεγάλος. Ο μικρός Αμπντουλάχ μαζεύει διαμάντια στα ορυχεία της Αφρικής όλη μέρα για να κερδίσει ένα κομμάτι ψωμί που το μοιράζεται με την χήρα μητέρα του. Την αγαπάει τόσο πολύ. Η μικρή Κοσσοβάρα πάσχει από καρκίνο των πνευμόνων από τις βόμβες απεμπλουτισμένου ουρανίου. Αγαπάει τη ζωή και θέλει να παίζει με τις φίλες της. Ο μικρός Μουκρή ήρθε μετανάστης (λαθρομετανάστης) με την οικογένειά του από το Αφγανιστάν. Αγαπάει πολύ το σχολείο, αλλά δεν μπορεί να φοιτήσει. Η μικρή μας στην Βοσνία, βρέθηκε βρέφος στο άψυχο σώμα της μητέρας της μετά από περιπολία των ειρηνευτικών δυνάμεων (δυνάμεων κατοχής). Ο μπαμπάς της αγνοείται. Μαζί με αυτόν αγνοείται το όνομα της και η καταγωγή της. Στον μικρό Τζιχάντ του χάρισαν το όνομα του ιερού πολέμου. Αυτός θέλει να γίνει ζωγράφος όταν μεγαλώσει. Αγαπά τους πίνακες της Αναγέννησης. Η μικρή Ταϊλανδέζα με τον αδερφό της ωθήθηκαν από τους γονείς τους στην παιδική πορνεία, αφήνοντας τα κορμάκια τους στους ληστές της ψυχής τους. Ο μικρός Σωτήρης δέχεται καθημερινώς κακοποίηση από τους γονείς του. Στο σχολείο ποτέ δεν μιλάει και όλοι πιστεύουν πως είναι κακός μαθητής. Ο μικρός Βασίλης είναι παιδί εργατικής τάξης, στο σχολείο η κυρία του είναι περήφανη για τις επιδόσεις του και τη διαγωγή του. Ξέρει να αγαπά και να σέβεται τους άλλους. Κάποια παιδιά όμως το αφήνουν μόνο του στους σχολικούς χορούς επειδή δεν φοράει φιρμάτα ρούχα».

Εννιά παιδιά, εννιά ιστορίες που εκτυλίσσονται δίπλα μας, συχνά δίπλα στην αδιαφορία μας. Μια δισκογραφική δουλειά ανάλογης στόχευσης και ευαισθησίας με αυτές του καλλιτέχνη, αναζητά τη συνέχεια. «Η όλη δουλειά μ’ αυτό τον κύκλο τραγουδιών ολοκληρώθηκε μέσα σ’ ένα χρόνο» λέει ο Ξανθιώτης τραγουδοποιός: «Και περιμένει, έτοιμη για να ηχογραφηθεί σε studio. Πρόκειται για εννιά τραγούδια στα οποία αποτυπώνονται εννιά ενδεχόμενες περιπτώσεις παιδιών. Σε μονοπάτια νεανικού, έντεχνου τραγουδιού με rock στοιχείο, πρόκειται καθαρά για μια κατάθεση ψυχής, χωρίς να υποκαθιστά κανένα φορέα. Το αίτημα είναι μόνο να στρέψουμε το βλέμμα μας, να βρεθούνε εκείνοι που μπορούν να τη βγάλουν προς τα έξω».

Οι στίχοι και η μουσική των τραγουδιών είναι του ίδιου, με το ομώνυμο τραγούδι –και με τα υπόλοιπα- να μας μεταφέρει έναν έντονο συγκινησιακά τρόπο προσέγγισης: «Αυτός που δεν θυμάται, δεν δακρύζει / κι αυτός που δεν λυπάται, συνεχίζει / δυστυχώς…». Και με τον Δημήτρη Κεϋβανίδη να δηλώνει: «Σκοπός μου είναι ν’ ακούω και ν’ ακολουθώ τον αντιήχο της ψυχής μου, μέσα από αυτή τη διαδικασία αντλώ δύναμη και συνεχίζω. Πέντε λεπτά ήταν αρκετά, βλέποντας ένα μικρό ακορντεονίστα να παίζει ένα τραγουδάκι από αυτά που έμειναν στο ανθολόγιο της τέχνης. Και παίζοντας, περίμενε να ακουστεί ο μεταλλικός ήχος του κέρματος στο άδειο κονσερβοκούτι… Δεν θέλω να ανατρέξω στις έρευνες οργανισμών για τον παιδικό εφιάλτη, το άθροισμα είναι μεγάλο, τόσο που μπορεί να είναι δίπλα μας και να μην το καταλαβαίνουμε. Το έργο αποτυπώνει απλά την πραγματικότητα και δεν έγινε για να “χτυπήσει” κανέναν. Αυτά τα τραγούδια έγιναν για τα παιδιά του πολέμου, της προσφυγιάς, του δουλεμπορίου, της κακοποίησης, της ορφάνιας, της μετανάστευσης, στα παιδιά που στερούνται την μόρφωση και το παιχνίδι, τα παιδιά που ζουν κάτω από τον εφιάλτη του φόβου».

Σκληρή αλλά ξεκάθαρη η εικόνα που έχει ο ίδιος για τα συμβαίνοντα γύρω: «Έχουμε την όψη ενός υπανάπτυκτου κράτος, που άλλωστε δίκασε τον απελευθερωτή Κολοκοτρώνη. Εκεί είμαστε ακόμη… Σε ποιον αιώνα ζούμε όταν δεν δεχόμαστε τον μετανάστη ή το παιδί του που θα γεννηθεί εδώ και συχνά θα ωθηθεί από τις καταστάσεις στην παραβατικότητα; Είναι μια αλυσίδα, ένας φαύλος κύκλος που δεν τελειώνει πουθενά. Άλλωστε, με τόσα λεφτά που έχουν δοθεί από την UNICEF και τις ΜΚΟ, θα έπρεπε να είχε σωθεί το σύμπαν…». Για την ερμηνεία των τραγουδιών, ο συνθέτης θα κάνει κάλεσμα ερμηνευτών. Όμως το μεγαλύτερο κάλεσμα είναι αυτό που αφορά την έκδοση και κυκλοφορία του δίσκου, που όμως δεν είναι τόσο εύκολο στους παντοιοτρόπως μίζερους καιρούς μας: «Αναζητείται το τελικό βήμα: η συμπαράσταση φορέων και συλλόγων ώστε να βγει ο δίσκος. Και φυσικά ψάχνω πρώτα σε τοπικό επίπεδο, ξεκινώντας από το νομό μας (φορείς, σύλλογοι κ.α.) και μετά και παραπέρα» λέει ο ίδιος.

Στο μεταξύ, ο Δημήτρης Κεϋβανίδης δεν μένει άπραγος. Πέρυσι διοργάνωσε στο Δημοτικό Αμφιθέατρο της Ξάνθης–με τη βοήθεια εθελοντών του Ερυθρού Σταυρού- τη διανομή παιχνιδιών που περισσεύουν από τα… έχοντα παιδιά, προς τα μη έχοντα. Και συνεχίζει να δρα και να ψάχνει «…εκεί που δε νοιαστήκανε να δώσουνε κουράγιο / κι ο χρόνος μένει άστεγος σε μέρη μακρινά»…

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.