Τεχνη, κουβεντα και… κρασι σ’ ενα χωρο υψηλης αισθητικης
Πάνε τρία χρόνια από τότε που η όμορφη γωνιά «Ορφέως 20» στην παλιά πόλη, συμπλήρωσε ένα μικρό σε απόσταση αλλά μεγάλο σε σημασία πολιτιστικό τρίγωνο, μαζί με το Λαογραφικό Μουσείο και τη Δημοτική Πινακοθήκη.
«Ο χώρος προέκυψε καθώς αναρωτιόμασταν τι και πώς θα ήθελε να έχει η πόλη μας, ένα χώρο με ιδέες και φτιαγμένο για την τέχνη» λέει ο υπεύθυνος της προσπάθειας, γκαλερίστας Αλέξανδρος Λαζαρίδης, που μαζί με την Έρση Μεϊμαρίδου δημιούργησαν, φροντίζουν και προάγουν αυτή τη φιλόξενη πολιτιστική φωλιά. Στα λόγια του κ. Λαζαρίδη αποτυπώνεται η αύρα που αποπνέει ο χώρος: «Όσοι καλλιτέχνες έρχονται εκπλήσσονται ευχάριστα, καθώς τους αρέσει πολύ αυτή η γωνιά εδώ. Αλλά και ο κόσμος περνάει και κοιτάζει με ευαρέσκεια, λες κι είμαστε… στο Παρίσι».
Η προσπάθεια αυτή δεν χρηματοδοτήθηκε από πουθενά, «από καμιά επιδότηση και κανένα πρόγραμμα» λέει ο γκαλερίστας και προσθέτει: «Μας διακατέχει μια πικρία και συγχρόνως μια περηφάνια που το καταφέραμε αυτό κι όσο αντέξουμε. Δεν είναι εύκολα τα πράγματα, γιατί δεν μπορείς να φέρεις πολύ μεγάλα ονόματα. Φέρνουμε βέβαια καλλιτέχνες που έχουν μια ιστορία, κάποιες καλές κριτικές, αλλά έχουν χαμηλούς τόνους και όχι τη μεγάλη εμβέλεια κι αναγνώριση. Ίσως και τους… λίγο αντιδραστικούς, που δεν θέλουν ν’ ανήκουν κάπου. Ωστόσο χρειάζεται να γίνονται μικρές πωλήσεις για να μπορεί να ξανάρθει κάποιος. Να μπορεί να πει: το όνομά μου μπήκε στο λεξιλόγιο ανθρώπων, ακούστηκε, σχολιάστηκε, πούλησα και δυο έργα…».
Οι αντιπνευματικοί καιροί και η προσπάθεια για μετατροπή των ανθρώπων σε καταναλωτές, αφού πρώτα -κατ’ ομολογία των κρατούντων- οι κοινωνίες μετατρέπονται σε αγορές και η εργασία σε «απασχόληση», αποτελούν εν δυνάμει τροχοπέδη σε κάθε ανάλογο εγχείρημα. Η συντήρηση των αξιών της τέχνης που κάποτε κυριαρχούσαν σ’ αυτή τη γωνιά της γης που λέγεται Ελλάδα –η οποία λάτρευε όσο καμιά άλλη το «κάλλος»- επαφίεται στον… πατριωτισμό των όποιων και όσων φιλότεχνων. Μα όσο κι αν κάποιες αξίες ηχούν περίεργα, θα είναι πάντα εδώ για να σπέρνουν ανησυχία στους επιλήσμονες…
Μέρος πια του πολιτισμού της Ξάνθης, ο κ. Λαζαρίδης χαρακτηρίζει τα τρίχρονα της λειτουργίας της γκαλερί ως «ένα μεγάλο ταξίδι όπου γνωρίσαμε νέους, ενδιαφέροντες και σημαντικούς ανθρώπους» και εκφράζει την ικανοποίησή του, λέγοντας «συνεχίζουμε δυνατά και στο μέλλον παρά τις δύσκολες συγκυρίες. Η τέχνη είναι ένας δρόμος για να έρθουμε κοντά, να δούμε τα πράγματα πιο αισιόδοξα και πιο ανθρώπινα».
«Κάθε φορά θέλουμε να είναι σαν γιορτή»
Κάθε φορά που κάποιος καλλιτέχνης έρχεται να εκθέσει έργα του στο χώρο, στήνεται στα εγκαίνια μια μικρή γιορτή στην αίθουσα τέχνης «Ορφέως 20». Αυτό άλλωστε θέλει κι ο Αλέξανδρος Λαζαρίδης: «Όντως, κάθε φορά θέλω να γίνεται σαν γιορτή, αν και τα εγκαίνια γίνονται απλά για να προχωρήσουμε αυτό που συμβαίνει. Έρχεται κάποιος και εκτίθεται, σου δείχνει την ψυχή του κι αυτό είναι περισσότερο: μια κατάθεση ψυχής. Παράλληλα, μας βοηθάει ο Ναπολέων Σγουρίδης με τα κρασιά του, το κελάρι «Διαλεχτό» επίσης, το «Κοκόρι» με τον μικρό μπουφέ, το «Τελεία και παύλα» με τις προσκλήσεις. Και προσπαθούμε να περάσουμε αυτό ακριβώς, να είναι μια μικρή γιορτή και να βρεθούμε πριν πάμε στην ταβέρνα ή στο bar για ποτό. Άλλωστε κι εδώ είναι καλό το κρασί…».
Όσον αφορά το οικονομικό μέρος του πράγματος, πώς θα μπορούσε να είναι αλλιώς: «Τα οικονομικά είναι δύσκολα. Θα ήθελα η έκθεση να λειτουργεί και το πρωί, αλλά θα πρέπει να έχεις υπάλληλο…» λέει ο κ. Λαζαρίδης κι εξηγεί: «Σκεφτείτε, για να έρθει ένας καλλιτέχνης από την Αθήνα, ζητάνε 500 ευρώ μεταφορικά. Θέλουμε ξενοδοχεία, εισιτήρια, διατροφή κ.α. κι έτσι πάμε εύκολα στα 1.500 ευρώ. Ε, τι να γίνει, δεν μπορεί η έκθεση να πουλήσει όλα τα έργα ώστε να βγει οικονομικά… Και δημιουργείται ένα άγχος. Άλλωστε δεν έχουμε και τους μεγάλους συλλέκτες στην Ξάνθη ώστε να αισιοδοξούμε για μεγάλες πωλήσεις, τίποτε δεν μας εξασφαλίζει. Είναι ένα μεγάλο ζήτημα αυτό, καθώς με τόσα έξοδα δεν βγαίνει… Γι’ αυτό οι περισσότεροι καλλιτέχνες είναι από κοντά και κυρίως από τη Θεσσαλονίκη. Αν έρθει κάποιος από Αθήνα, το κόστος είναι πολύ μεγάλο. Βέβαια έχει έρθει και καθηγητής από το Ικόνιο κάνοντας 2.500 χιλιόμετρα, αλλά ο άνθρωπος το έκανε ως εμπειρία. Τα πράγματα είναι οριακά, ουσιαστικά βγάζουμε τα έξοδα».
Πάντως, ο ίδιος ομολογεί με κάποια ευχαρίστηση μετά τα παραπάνω, ότι συχνά οι πωλήσεις κινούνται καλά: «Κατά μέσο όρο έχουμε δέκα-δεκαπέντε μικρά έργα που πωλούνται. Κυρίως “κινούνται” τα μικρά και μεσαία μεγέθη, όπου οι τιμές είναι λογικές και λίγο πάνω από τις –συχνά ανώνυμες- αφίσες που πωλούνται, χωρίς να ξέρει κανείς ποιον και τι αγοράζει. Το θέμα εδώ είναι ότι γνωρίζεις τον καλλιτέχνη που έχει και μια ιστορία, βλέπεις αυτήν αλλά και αυτόν. Και βέβαια, οι πωλήσεις είναι και μια επιβράβευση του καλλιτέχνη. Πρώτιστα θέλουμε να δει το έργο του ο κόσμος, αλλά είναι και μια βράβευση. Και πάντα λέω: αν σου αρέσει πολύ, βάλε ένα έργο τέχνης στο σπίτι σου».
«Δεν ανοίγει εύκολα “παράθυρα” ο κόσμος…»
«Ουσιαστικά εκπαιδεύουμε ένα κοινό κι εκπαιδευόμαστε κι εμείς μαζί του» λέει ο κ. Λαζαρίδης όταν η κουβέντα πάει μοιραία στο κοινό και στη θέση της τέχνης στη ζωή του: «Ο κόσμος συχνά διστάζει, φοβάται ίσως μήπως του κάνουν ερωτήσεις, μήπως πληρώσει εισιτήριο… Πάντως, τελευταία άρχισαν να έρχονται περισσότεροι, ενώ υπάρχουν βέβαια και οι φιλότεχνοι. Δειλά-δειλά έρχεται και μια μερίδα φοιτητών, κυρίως αρχιτεκτόνων, αλλά και μηχανικοί και διάφοροι άλλοι επαγγελματίες. Δεν υπάρχει κάποιο standard. Και είναι παρήγορο το ότι κάποια ΜΜΕ στηρίζουν την προσπάθεια, με αυτό το φιλικό χτύπημα στην πλάτη, ωστόσο πρέπει να βοηθήσουν κι αυτά και να δώσουν στον κόσμο να καταλάβει περί τίνος πρόκειται. Καμιά φορά λέω πως πρέπει να μπει στην παιδεία μας, από το δημοτικό ακόμα. Σ’ αυτούς τους περίεργους καιρούς, καθένας πρέπει να βάλει το λιθαράκι του. Είναι αυτό που λέμε ότι αν ασβεστώσει καθένας το σπίτι του, το χωριό μας θα γίνει πιο όμορφο. Έτσι, αν καθένας κάνει μικρά πράγματα “ασβεστώνοντας το σπίτι του”, “ασβεστώνει” και την ψυχή του. Και η τέχνη βοηθάει πολύ σ’ αυτό, νομίζω είναι μονόδρομος και πρέπει να κινηθούμε προς τα εκεί».
Ούτε κουβέντα για τις αρχές και τους φορείς του τόπου που «ούτε καν έχουν πατήσει, αφήστε που αμφιβάλλω και για τη Δημοτική Πινακοθήκη» όπως λέει ο γκαλερίστας… Πώς όμως μπορεί να καλυφθεί αυτή η απόσταση από την τέχνη, που η κατανάλωση του εύπεπτου και η προβολή του ανούσιου την κάνει μεγάλη και κοπιώδη; Χειμαρρώδης ο κ. Λαζαρίδης, απαντά κλείνοντας την κουβέντα μας: «Μπορεί η τέχνη να είναι απόμακρη, αλλά είναι ένας τρόπος να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι. Κι αν γίνουμε εμείς, θ’ ακολουθήσει ο απέναντι, ο γείτονας και μπορεί να γίνει κάτι, να έρθουν τα πράγματα λίγο πιο θετικά. Αυτό με βαστάει λίγο, ότι γνωρίζουμε ενδιαφέροντες ανθρώπους μέσα από αυτή την ιστορία, που δεν βλέπουν μόνο οικονομικά τα πράγματα και κερδίζουμε όλοι από αυτό. Δεν είναι μόνο τα χρήματα… Πάντως, περνάνε από δω… εξήντα μάνες που πηγαίνουν τα παιδιά τους στη ζωγραφική και δυστυχώς δεν μπαίνουν να δουν τη συνέχεια! Δεν είναι ανοιχτός ο κόσμος να μπει πέντε-δέκα λεπτά και να δει, πάντα ανασύρεται το πρόσχημα “βιάζομαι” ή διάφορα άλλα. Το αντιστοιχίζω μ’ αυτό που μου λένε καμιά φορά, ότι δεν τους αρέσει η κλασική μουσική. Μα, αφού δεν έχεις ανοίξει ποτέ “παράθυρο” να τη δεις! Άνοιξε ένα παράθυρο να μπει, πώς θα γίνει; Υπάρχουν κι άλλα πράγματα, δεν είναι μόνο η τηλεόραση. Θέλει λίγο σπρώξιμο. Για παράδειγμα, έρχονται καλλιτέχνες που μου λένε ότι π.χ. στο Κιλκίς των πολύ λιγότερων κατοίκων, κάνουν πενταπλάσιες πωλήσεις από την Ξάνθη! Βέβαια, πολλοί ενδιαφερόμενοι μπορεί να προτιμούν να πηγαίνουν και σε μεγάλες πόλεις και ν’ αγοράζουν έργα μεγαλύτερων ονομάτων, δεν ξέρω. Δεν είναι κακό, αλλά… έλα δες κι αν δεν σου αρέσει μην παίρνεις, δεν είναι υποχρεωτικό. Έλα πιες ένα κρασί και κοίτα, αλλά δεν μπορεί να μη βλέπεις και να λες “ποιος”, “τι” κι άλλα τέτοια αδιάφορα…».
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
