«Το θεατρο βοηθα τη ζωη να συνεχισει»

Η «Λοκαντιέρα» του Γκολντόνι είναι ένα έργο που απευθύνεται σ’ ένα ευρύτατο κοινό κάθε ηλικίας, ένα έργο λαϊκό και ταυτόχρονα μια μοναδική κωμωδία διαχρονική, αφού πρόκειται για ένα ερωτικό στοίχημα.
Η «Λοκαντιέρα» θα παρουσιασθεί την Πέμπτη το βράδυ στο Θερινό Δημοτικό Θέατρο της πόλης μας, συνεχίζοντας την περιοδεία της ανά την Ελλάδα από τον θίασο «5η Εποχή». Με αφορμή την παράσταση, ο ΠτΘ συζήτησε με την πρωταγωνίστρια του έργου, την ιδιαίτερα γνωστή λόγω των μεγάλων τηλεοπτικών της επιτυχιών Ρένια Λουιζίδου, για την συγκεκριμένη παράσταση, αλλά και γενικότερα για το θέατρο, ως ανάσα ζωής στη δύσκολη οικονομική, πολιτική και κοινωνική συγκυρία που ζούμε…

ΠτΘ: κ. Λουιζίδου, η «Λοκαντιέρα» είναι ένα έργο που απευθύνεται σε ένα ευρύτατο κοινό κάθε ηλικίας και εν τέλει ένα έργο λαϊκό, αλλά ταυτόχρονα και κωμωδία;
Ρ.Λ.:
Είναι ένα έργο, όπως όλα τα κλασικά κείμενα, που αντέχει στο χρόνο, που έχει πρόσβαση σε ένα πιο λαϊκό και, θα έλεγα, πιο ειδικό θεατρικό κοινό. Αυτή είναι η δύναμη, το μεγαλείο και το μέγεθος αυτών των έργων. Είναι σπουδαία κείμενα, αλλά όχι έργα για λίγους, είναι για όλο τον κόσμο, για υποψιασμένους και για ανυποψίαστους, όπως και για όλες τις ηλικίες.

ΠτΘ: Εξάλλου ο Γκολντόνι είναι ιδιαίτερα αγαπητός συγγραφέας…
Ρ.Λ.:
Είναι ένας απίστευτα δεξιοτέχνης συγγραφέας και ήταν κάτι που όλοι οι ηθοποιοί ζητούσαμε κατά τη διάρκεια των προβών μεταξύ μας και ήταν ένα από τα θέματα που ανακαλύπταμε στο κείμενο του Γκολντόνι κατά τη διάρκειά τους, τις λεπτομέρειες, το κέντημα που υπάρχει στους χαρακτήρες και στις καταστάσεις. Ενώ ο θεατής γελά πάρα πολύ με τις καταστάσεις και με όλα όσα συμβαίνουν, πάντοτε αυτό γίνεται με ένα πολύ εκλεπτυσμένο χιούμορ και μια φινέτσα.

Διαχρονικό το έργο του Γκολντόνι

ΠτΘ: Είναι επίκαιρο το έργο;
Ρ.Λ.:
Θα έλεγα διαχρονικό, γιατί το θέμα που διαπραγματεύεται τη σύγκρουση μεταξύ αρσενικού και θηλυκού σε οποιαδήποτε εποχή τη βλέπουμε μπροστά μας και τη βιώνουμε στις σχέσεις μας. Ελάχιστα έχουν αλλάξει και νομίζω ότι δεν πρόκειται να αλλάξουν στο μέλλον, γιατί είναι στη φύση του άνδρα και της γυναίκας που αφενός έλκονται και αφετέρου διαφέρουν και συγκρούονται. Το κείμενο του Γκολντόνι είναι ένας ύμνος στην γυναικεία γοητεία, στη σύνθεση της γυναικείας προσωπικότητας, που διαθέτει όλη τη γκάμα, από τη θηλυκότητα και χαριτωμενιά μέχρι το τετραπέρατο του μυαλού της και το δαιμόνιο της φύσης της και το πόσο ανίσχυρος μπορεί να εμφανίζεται ο άνδρας απέναντι στη γυναίκα, στο θηλυκό.

Τα κλασικά κείμενα τα θαυμάζεις γιατί ακόμα λάμπουν

ΠτΘ: Ο Μπρεχτ λέει ότι τα έργα του παρελθόντος έχουν τη δική τους αξία, πρωτοτυπία, ομορφιά και τη δική τους αλήθεια. Όλα αυτά τα ανακαλύπτουμε στο συγκεκριμένο θεατρικό έργο;
Ρ.Λ.:
Βεβαίως και νομίζω ότι, αν ξεχάσει κανείς το κουστούμι εποχής στην παράσταση της Λοκαντιέρας, δεν αντιλαμβάνεται καν ότι πρόκειται για ένα έργο του παρελθόντος, για να δανεισθούμε την έκφραση του Μπρεχτ. Αυτός ήταν και ο λόγος που ο σκηνοθέτης, ο Θέμης Μουμουλίδης, επέλεξε μια συγκεκριμένη σκηνοθετική γραμμή. Το έργο ξεκινά το 1750 στην εποχή του Γκολντόνι, δηλαδή το εικαστικό και το ενδυματολογικό κομμάτι και ό,τι συνάδει αρχίζει στην εποχή του συγγραφέα και από σκηνή σε σκηνή προχωράμε χρονολογικά, μέχρι που φθάνουμε στη σύγχρονη εποχή ακριβώς, γιατί προσπαθούμε να υπογραμμίσουμε τη διαχρονικότητα του έργου. Η ιστορία μπορεί να αφορά σε οποιαδήποτε εποχή και εξαιτίας της διαχρονικότητας του θέματος και τη δυναμική της ιστορίας. Η εποχή είναι εντελώς ανεξάρτητη. Και αυτό είναι το ιδιαίτερο της δικής μας παράστασης, από σκηνή σε σκηνή προχωράμε με έναν κυκλικό τρόπο χρονικό με έναν γλυκό τρόπο, όχι απότομα και αυτή ακριβώς η ιστορία θα μπορούσε να είναι και αύριο και χθες. Εκείνο που θαυμάζεις στα κλασικά κείμενα είναι το πόσο αντέχουν στο χρόνο κι ακόμα λάμπουν.

Ο Γκολντόνι αφήνει το θεατή με ποιον ρόλο θα πάει συναισθηματικά

ΠτΘ: Τι είναι αυτό που σας γοητεύει στον κόσμο του Γκολντόνι;
Ρ.Λ.:
Έχει σχέση με το ρόλο ο οποίος γράφτηκε σε μια εποχή που για τις γυναίκες ήταν σχεδόν απαγορευτικές οι συμπεριφορές, όπως στο ήθος της Μιραντολίνας, την οποία υποδύομαι, που είναι μια γυναίκα που θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι από το μέλλον, διευθύνει μόνη της μια λοκάντα, ένα πανδοχείο, χειρίζεται τον ανδρικό πληθυσμό που είναι γύρω της και μάλιστα τον καθένα με τον τρόπο που πρέπει, είναι δηλαδή πιο ενεργητική από την εποχή της. Για τον Γκολντόνι ως άνδρα της εποχής, η Μιραντολίνα είναι μια γυναίκα που παραμένει ερωτηματικό και δεν την θεωρεί παράδειγμα προς μίμηση, αλλά προς αποφυγή.
Εγώ, μελετώντας τον ρόλο συνειδητοποίησα ότι ο μεγάλος αυτός συγγραφέας κρατά τις αποστάσεις που πρέπει και από τον ανδρικό πληθυσμό και από τον γυναικείο. Χωρίς να επηρεάζεται από τη δική του οπτική, έχει μια αντικειμενική ματιά ως προς το ποιοι είναι οι άνδρες που περιτριγυρίζουν την Μιραντολίνα και τα σχόλια που κάνει για αυτούς, και τα ίδια σχόλια κάνει και προς την ηρωίδα σχολιάζοντας τη γυναικεία συμπεριφορά. Για μένα αυτό ήταν ένα μαγικό παιχνίδι ισορροπίας. Δεν υπάρχει θετικός ή αρνητικός ήρωας, τους αγαπάει όλους το ίδιο τους κριτικάρει και τους σχολιάζει όλους το ίδιο και αφήνει τον θεατή να βγάλει τα συμπεράσματά του, δηλαδή με ποιον θα πάνε συναισθηματικά.

ΠτΘ: Το θέατρο κ. Λουιζίδου βοηθάει τη ζωή να συνεχίσει;
Ρ.Λ.:
Ακριβώς αυτό νομίζω. Βοηθάει τη ζωή να συνεχίσει, την βοηθά να έχει χρώματα, τη βοηθά να παίρνει πέντε εκατοστά απόσταση από το έδαφος, να είναι λίγο πιο υπερβατική, να βοηθά το μυαλό να σκεφτεί, αλλά βασικά τη ζωή να συνεχίσει, όπως το είπατε. Και αυτός είναι ο λόγος που επιλέξαμε φέτος μια δύσκολη οικονομική, πολιτική και κοινωνική συγκυρία, ένα έργο σαν την «Λοκαντιέρα», εννοώ ένα έργο φωτεινό, χαρούμενο, αστείο, ακριβώς κόντρα σε αυτό το κλίμα το τόσο βαρύ και μουντό που ζούμε όλους αυτούς τους μήνες, σαν μια ανάσα δροσιάς.

Η δουλειά του ηθοποιού δεν είναι να απευθύνεται μόνο στους υποψιασμένους

ΠτΘ: Τι αναζητάτε να βρείτε σ’ αυτές τις περιοδείες;
Ρ.Λ.:
Επαφή με το κοινό. Αυτές τις περιοδείες μας δίνουν τη δυνατότητα να παίζουμε κατ’ αρχήν κάποια κείμενα, τα οποία όλο και πιο δύσκολα μπορούμε να συναντήσουμε στο ελεύθερο θέατρο στην Αθήνα, αλλά αυτή η επαφή, το να δοκιμάζεις σημαντικά κλασικά κείμενα με τον πολύ κόσμο, είναι σημαντική, γιατί στην Αθήνα υπάρχει ένα συγκεκριμένο κοινό που έχει τα αντανακλαστικά σε αυτού τους είδους της παραστάσεις, δεν είναι όμως το σύνολο του κοινού και η δουλειά του ηθοποιού δεν είναι να απευθύνεται μόνο στους υποψιασμένους. Επειδή, λοιπόν, η δουλειά μας κινείται πάνω σε δύο άξονες, ο ένας είναι η έκφραση και ο άλλος η επικοινωνία, δεν είναι ένα αυτόνομο ναρκισσιστικό σύμπαν ο ηθοποιός, με την έννοια να εκφρασθεί, απλώς το ζητούμενο είναι να εκφρασθεί και να έχει αποδέκτη από κάτω. Ψάχνουμε λοιπόν την επικοινωνία με το κοινό.

Η κρίση επηρέασε το θέατρο

ΠτΘ: Πόσο επηρέασε το θέατρο η οικονομική κρίση;
Ρ.Λ.:
Το επηρέασε. Διαπιστώνω ότι ο κόσμος ρωτά επίμονα πόσο κάνει το εισιτήριο και για αυτό και φροντίσαμε να είναι όσο το δυνατόν μειωμένο σε σχέση με τις προηγούμενες χρονιές, βέβαια όσο μας παίρνει και εμάς, γιατί για μια παραγωγή από την Αθήνα για να έρθει στη Θράκη ή στην Κρήτη τα έξοδα είναι πολλά, αλλά προσπαθήσαμε το εισιτήριο να είναι μειωμένο και αυτό επηρεάζει και τη διάθεση του κόσμου, που είναι πιο μαζεμένος και πιο βαρύς και αυτό το καταλαβαίνω και το αισθάνομαι. Από εκεί και πέρα ο ρόλος του θεάτρου είναι να υπάρχει, να επιμένει και να βοηθήσει τον κόσμο να πάρει αναπνοή και να συνεχίσει παρακάτω.

ΠτΘ: κ. Λοϊζίδου σας ευχαριστώ πολύ.
Ρ.Λ.:
Κι εγώ σας ευχαριστώ.

Η μαγεία της στιγμής μεταξύ ηθοποιού και θεατή είναι κάτι πέρα από το λογικό και πρακτικό

• Η τηλεόραση μας έδωσε επαφή με ένα τεράστιο μερίδιο κοινού

ΠτΘ: Στην τηλεόραση σας θυμάμαι κατ’ αρχήν στους «Απαράδεκτους», στη συνέχεια σε πολλές επιτυχίες τηλεοπτικές, όπως «Και οι παντρεμένοι έχουν ψυχή, «Το καφέ της Χαράς», μέχρι και την φετινή σας «Παιδική χαρά». Προτιμάτε την τηλεόραση από το θέατρο;
Ρ.Λ.:
Όχι δεν την προτιμώ, γιατί έγινα ηθοποιός σε μια εποχή που η γενιά μου είχε αποφασίσει να ασχοληθεί με την ηθοποιία, πριν προκύψει το θέμα της ιδιωτικής τηλεόρασης, τα ιδιωτικά κανάλια και η μαζική τηλεοπτική παραγωγή. Έτσι και αλλιώς ως γενιά αποφασίσαμε να γίνουμε ηθοποιοί για να παίξουμε στο θέατρο. Θεωρώ ότι όποιος στο θέατρο έχει ανέβει έστω και μια φορά πάνω στο σανίδι είναι απολύτως σε θέση να καταλάβει ότι αυτό το μαγικό πράγμα που συμβαίνει με την ζωντανή επαφή με το κοινό και όλη η διαδικασία που είναι μια στιγμή μοναδική που πραγματοποιείται εκείνο το δευτερόλεπτο με τους συγκεκριμένους θεατές που έχουν έρθει την συγκεκριμένη βραδιά και τους ηθοποιούς είναι μια μαγεία που δεν ανταλλάσσεται με κανένα άλλο κώδικα υποκριτικής, δεν το βρίσκεις. Μπορεί στον κινηματογράφο να έχεις ένα διάλογο με την αιωνιότητα και ότι αυτό που παράγεις θα μείνει, γιατί την ταινία θα την δεις και μετά από δέκα χρόνια ή και είκοσι, αλλά η μαγεία της στιγμής της συγκεκριμένης παράστασης είναι κάτι που δεν ανταλλάσσεται, δεν μοιάζει με κάτι άλλο. Δημιουργεί μια κατάσταση πέρα από το λογικό και πρακτικό. Είναι μαγικό αυτό που συμβαίνει και ο τρόπος που το κινώ κάθε μέρα μπορεί να επηρεάσει την κατάσταση, όσο κουρδισμένη και όσο έτοιμη κι αν είμαι. Αλλάζοντας αυτοί οι άνθρωποι από κάτω αλλάξει και ο τρόπος αυτού που κάνουμε εμείς επάνω στο σκηνή χωρίς να το καταλάβουμε. Αυτό είναι κάτι που δεν ανταλλάσσεται.

Ωστόσο, επειδή σε μένα και σε πολλούς ηθοποιούς της γενιάς μου η τηλεόραση μας έδωσε πολλά και δεν εννοώ οικονομικής φύσης, -γιατί πολύ συχνά ακούμε κάτι που για μένα προσωπικά είναι άκομψο ότι κάνω τηλεόραση για οικονομικούς λόγους και για τον βιοπορισμό μου, ναι η τηλεόραση μπορεί να βελτίωσε τα οικονομικά του κλάδου αλλά δεν είναι ο μόνος λόγος, και πρέπει να με πιστέψετε, για την οποία μας ήταν πολύτιμη. Μας έδωσε επαφή με ένα τεράστιο μερίδιο κοινού που δεν θα μπορούσε να έρθει σε επαφή μέσω του θεάτρου μαζί μας για χωροταξικούς λόγους, και άρα μέσω της τηλεόρασης ένα μικρό μερίδιο αυτών των ανθρώπων που με θυμούνται από την Αλίκη των Παντρεμένων, το Αστροπελέκι των Απαράδεκτων και την Αλίκη του Καφέ, ήρθε μέσα στο θέατρο και μου έδωσε την ευκαιρία να τους δείξω τη δουλειά μου και για μένα αυτό και μόνο είναι ένα τεράστιο κέρδος. Πρέπει να σας πω για την αγάπη που έχουμε εισπράξει από τον κόσμο που και αυτά είναι πολύ σημαντικά πράγματα, αλλά δεν είναι σωστό να απαξιώνουμε οι καλλιτέχνες την τηλεόραση, γιατί έχουμε κερδίσει πολλά από αυτήν. Αυτό όμως σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι είναι ανταλλάξιμο με την μαγεία την οποία βιώνουμε πάω στο σανίδι.

 

Μια αιώνια διαμάχη…

ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ:
Ιππότη, δεν σκέφτεστε ν’ αποκτήσετε διαδόχους;

ΙΠΠΟΤΗΣ:
Πολλές φορές! Καλά είναι τα παιδιά, αλλά σου μένει κι η μητέρα! Όταν συνειδητοποιώ πως για ν’ αποκτήσεις παιδί, θα πρέπει να υποστείς και μια γυναίκα, η επιθυμία μου δραπετεύει.

ΜΙΡΑΝΤΟΛΙΝΑ:
…Είναι εχθρός των γυναικών, δεν μπορεί ούτε να τις βλέπει; Ο βλάκας! Φαίνεται πως δεν βρήκε ακόμα το δάσκαλό του, μα που θα πάει θα τον βρει… Κάτι τέτοιοι τύποι με πεισμώνουν κι έχω τον τρόπο ν’ αναστατώνω, να ταπεινώνω τις βάρβαρες αντρικές καρδιές που’ ναι εχθροί των γυναικών! Είμαι σίγουρη πως μέχρι το βράδι θα μ’ έχει ερωτευτεί.

Η αιώνια διαμάχη μεταξύ των δύο φύλλων είναι ο βασικός καμβάς, πάνω στον οποίο ο Κάρλο Γκολντόνι αναπτύσσει την κωμωδία του, με αριστουργηματικό τρόπο. Η «ΛΟΚΑΝΤΙΕΡΑ», είναι έργο που απευθύνεται σ’ ένα ευρύτατο κοινό κάθε ηλικίας ΄Εργο λαϊκό και ταυτόχρονα μια εκρηκτική κωμωδία… επίκαιρη σε κάθε εποχή…
Στην νέα σκηνική πρόταση της «5ης ΕΠΟΧΗΣ», η κωμωδία εξελίσσεται σε διαφορετικούς χρόνους και μας ταξιδεύει σε διαφορετικές εποχές.

Η κωμωδία ανεβαίνει σε απόδοση-σκηνοθεσία Θέμη Μουμουλίδη, σκηνικό-κοστούμια Γιώργου Πάτσα, μουσική Θοδωρή Οικονόμου, κινησιολογική επεξεργασία- χορογραφία Ελενας Γεροδήμου και φωτισμούς Νίκου Σωτηρόπουλου.

 

Παίζουν οι ηθοποιοί: ΡΕΝΙΑ ΛΟΥΙΖΙΔΟΥ – ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΚΛΑΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΜΠΟΥΡΔΟΥΜΗΣ – ΤΑΣΟΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ – ΜΑΡΙΑΝΘΗ ΦΩΤΑΚΗ – ΑΓΓΕΛΟΣ ΜΠΟΥΡΑΣ – ΑΝΤΕΙΑ ΟΛΥΜΠΙΟΥ – ΑΝΤΩΝΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΚΑΛΗΣ.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.