Συναυλια Συμφωνικης Μουσικης απο την Κρατικη Ορχηστρα Θεσσαλονικης
Την Πέμπτη 13 Μαΐου, στο πλαίσιο των εορταστικών εκδηλώσεων της πόλης της Κομοτηνής για τα «Ελευθέρια 2010», παρακολούθησε το κοινό της Κομοτηνής τη συναυλία της Κρατικής Ορχήστρας Θεσσαλονίκης στο Κεντρικό Αμφιθέατρο του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου σε έργα L.v. Beethoven, P.I. Tchaikovsky και W.A. Mozart υπό τη διεύθυνση της νεαρής ταλαντούχας Γερμανίδας Anja Bihlmaier και με σολίστα τον επίσης νεαρό δεξιοτέχνη βιολιστή Ηλία Καντέσα. Η συναυλία δόθηκε με την υποστήριξη της Γενικής Γραμματείας Μακεδονίας – Θράκης και σε συνεργασία με το Δήμο Κομοτηνής (Ορφέας-Δ.Κ.Ε.Π.Α.Κ.) και το σύλλογο Γονέων και Κηδεμόνων του Μουσικού Σχολείου Κομοτηνής.
Την αξιολόγηση του μοναδικού αυτού καλλιτεχνικού γεγονότος για την Κομοτηνή επιχειρεί μέσα από την εμπειρία του και την κατάρτισή του ο Επίκουρος Καθηγητής στο Τμήμα Ελληνικής Φιλολογίας του ΔΠΘ Γιώργος Τσομής…
Μία αξιόλογη συμφωνική ορχήστρα με διεθνείς συμμετοχές, μία προικισμένη μαέστρος και ένας πολλά υποσχόμενος σολίστας σε μία όμως προβληματική για την ακουστική της αίθουσα, την αίθουσα εκδηλώσεων του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου, η οποία μειοδότησε τόσο στην αξιοσύνη των καλλιτεχνών, όσο και στο μεγαλύτερο πολιτιστικό γεγονός των φετινών «Ελευθερίων», μια και δεν έχει κατασκευαστεί για να φιλοξενεί τέτοιες εκδηλώσεις.
Τη συναυλία άνοιξε η εισαγωγή από τον «Egmont», έργο 84 του L.v. Beethoven.
Το 1809 ο εκδότης Hrtel από τη Λειψία ανέθεσε στον Μπετόβεν να γράψει μουσική για το θεατρικό έργο του Goethe «Egmont». O Beethoven ενθουσιασμένος ασχολήθηκε με ζήλο και τον επόμενο χρόνο περάτωσε το έργο του. Η μουσική του άρρηκτα δεμένη με το κείμενο και την ατμόσφαιρα του θεατρικού έργου πρόσφερε αξιόλογα κομμάτια, εκ των οποίων η ουβερτούρα, η οποία κινείται στο πλαίσιο συμφωνικού ποιήματος.
Η μεγαλειώδης και ζοφερή εισαγωγή εκφράζει τα δεινά των Ολλανδών από την καταπίεση του Άλμπα. Στο περιπαθές Allegro αρχίζουν να εμφανίζονται οι πρώτες σκέψεις για απελευθέρωση. Έντονη και ακατάπαυστη είναι η δύναμη που ωθεί τις καρδιές όλων στον ένα και μοναδικό στόχο, να εκτινάξουν τον τύραννο. Ξεσηκώνεται ανταρσία εναντίον του. Η ελευθερία επιτεύχθηκε. Με αλαλαγμούς και επευφημίες γιορτάζεται στο τελικό Allegro η νίκη. Μία αδυναμία στα βιολοντσέλα – εντοπίστηκε και στο επόμενο έργο – και στα χάλκινα δεν μπόρεσε να μειώσει τη σχεδόν άρτια ερμηνεία του τόσο γνωστού έργου.
Το κοντσέρτο για βιολί και ορχήστρα σε Ρε μείζονα, έργο 35 του P. I. Tchaikovsky ολοκληρώθηκε το 1878, η πρεμιέρα του πραγματοποιήθηκε στις 4 Δεκεμβρίου του 1881 στη Βιέννη. Ο σολίστας (Adolf Brodsky) δοξάστηκε, το κοινό όμως αποδοκίμασε το έργο οικτρά. Οι κριτικές στον τύπο ήταν αμφιλεγόμενες. Ο δεινός επικριτής του Wagner Hanslick έγραψε μία δριμεία κριτική εναντίον αυτού του ωραίου έργου. Ούτε στον ίδιο τον Wagner δεν είχε εξαπολύσει τόσο αποδοκιμαστική κριτική.
Για το βιολί το κοντσέρτο αυτό είναι άκρως δεξιοτεχνικό. Ο Leopold Auer, για τον οποίο ο Tchaikovsky έγραψε το κοντσέρτο, το θεώρησε αδύνατο να εκτελεστεί και αρνήθηκε να το παίξει. Ο Tchaikovsky το αφιέρωσε στον Brodsky. Ο Auer μετάνιωσε αργότερα και έγινε δεινός υποστηριχτής του κοντσέρτου αυτού.
Το κοντσέρτο αυτό αποτελεί το πιο λαμπρό κομμάτι της ρωσικής συμβολής στα κοντσέρτα της ρομαντικής περιόδου. Η επιρροή της δυτικοευρωπαϊκής κυρίως γαλλικής παράδοσης είναι έντονη σε αυτό το έργο, το οποίο διακρίνεται για τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του τόσο στην έκφραση όσο και στο ύφος, ένα γνήσιο έργο του Tchaikovsky.
Το Allegro Moderato χρωστά τη δύναμή του καταρχάς στο λαμπρό βασικό θέμα, το οποίο γοητεύει τις αισθήσεις τόσο με τις παραλλαγές του βιολιού όσο και με τη λάμψη της ορχήστρας, η οποία σε αρκετά σημεία κάλυπτε το βιολί του Καντέσα. Η ανάπτυξη βασίζεται περισσότερο στην επεξεργασία του βασικού θέματος παρά στο δεύτερο λυρικό θέμα που υπολείπεται του πρώτου. Ο βιολιστής έχει να αντιμετωπίσει πολλές δυσκολίες αποζημιώνεται όμως με το λαμπρό αποτέλεσμα. Ο Καντέσα ανταποκρίθηκε στις υψηλές απαιτήσεις του μέρους αυτού, τα περάσματά του όμως έχαναν σε καθαρότητα και δυναμική. Και σε αυτό σίγουρα δεν ήταν η ακουστική της αίθουσας άμοιρη ευθυνών.
Το δεύτερο μέρος, Canzonetta (Andante), αποτελεί, όπως μαρτυρεί και ο τίτλος, ένα όμορφο τραγούδι, με το οποίο το βιολί μαγεύει και τον πιο ανικανοποίητο ακροατή και τον κάνει να ονειροπολεί. Η ορχήστρα είχε κάποια προβλήματα στην αρχή του μέρους αυτού και δεν ήταν τόσο σταθερή, η ερμηνεία του Καντέσα ήταν εκφραστική, χανόταν όμως ο ήχος του βιολιού σε αρκετά σημεία.
Το Finale (Allegro vivacissimo) αποτελεί θα λέγαμε το «non plus ultra“ της βιολιστικής δεξιοτεχνίας. Εδώ ο Καντέσα αποδείχτηκε εξαιρετικός ερμηνευτής παρά τα προβλήματα ακουστικής. Το μέρος αυτό σε φόρμα σονάτας αποτελείται από δύο θέματα και χαρακτηρίζεται για το ρωσικό του προφίλ. Οι παραλλαγές που ακολουθούν έχουν μία χάρη και έντονο χαρακτήρα. Η ορχήστρα με το βιολί κράτησαν τον ακροατή με αμείωτο ενδιαφέρον μέχρι τέλους.
Η συμφωνία αρ. 40 σε σολ ελάσσονα KV 550 του W. A. Mozart που έκλεισε τη συναυλία, είναι, θα λέγαμε, η βαρύθυμη και μελαγχολική αδερφή της 39ης συμφωνίας σε Μι # μείζονα (KV 543) χωρίς να προδίδει αισθήματα απογοήτευσης. Η μελωδικότητα που αναδύεται από τις επαναλήψεις του βασικού θέματος μαλακώνει αυτή τη ζοφερότητα.
Το Molto Allegro αρχίζει χωρίς εισαγωγή με το βασικό θέμα εκφράζοντας οδύνη και τελειώνει με έντονους ορχηστρικούς χτύπους. Το δεύτερο λυρικό θέμα αναπτυγμένο χρωματικά δεν φέρνει καμία εκτόνωση. Οι βαριές σκιές δεν θέλουν να υποχωρήσουν, ακόμα και στην ανάπτυξη του θέματος. Στον Μότσαρτ αρέσει να εισάγει νέες μελωδικές σκέψεις στην ανάπτυξη του θέματος. Εδώ δεν συμβαίνει το ίδιο. Το βασικό θέμα και ένα μελαγχολικό μοτίβο που πηγάζει από το δευτερεύον θέμα αποτελούν το μοναδικό υλικό του πρώτου μέρους. Ασυνήθιστες για τον Μότσαρτ φράσεις που διακρίνονται για την ηχηρότητά τους και την αντιστικτική τους τόλμη, δηλώνουν την μάταιη προσπάθεια του συνθέτη για απελευθέρωση από αυτή τη βαρυθυμία. Αισθήματα παραίτησης προβάλλει η επανάληψη χωρίς καμία προοπτική λύτρωσης. Όμως όλα αυτά με τη δύναμη του ρυθμού δεν οδηγούν σε μία τραγικότητα. Το ίδιο ισχύει και για το μελαγχολικό Adante θέμα που ξεχωρίζει για την ομορφιά του, σχεδόν αινιγματική θα λέγαμε, που όμως, μολονότι πλαισιώνεται από άλλα δύο θέματα πλήρους εκφραστικότητας, δεν καταφέρνει να διαλύσει τη μελαγχολία που έχει πια εδραιωθεί. Το Μινουέτο είναι το πιο απότομο που έχει συνθέσει ποτέ ο Μότσαρτ. Μοναδικό φως παρέχει για μία στιγμή το γεμάτο γλυκύτητα τρίο, το οποίο όμως πνίγεται αμέσως από τη επιστροφή του βαρύθυμου αισθήματος. Το φινάλε αποτελούμενο από δύο θέματα είναι και αυτό σκοτεινό με ένα αμυδρό φώς να προσπαθεί να υποσκελίσει τη μελαγχολία. Η ορχήστρα έδωσε τον καλύτερο εαυτό της σε αυτή τη συμφωνία.
Η εμφάνιση της Κρατικής Ορχήστρας Θεσσαλονίκης υπό τη διεύθυνση της Anja Bihlmaier και με τη σύμπραξη του σολίστα βιολιστή Ηλία Καντέσα ήταν σπουδαία. Το κοινό της Κομοτηνής αγκάλιασε πραγματικά αυτή την εκδήλωση. Θα πρέπει όμως να παιδευτεί περισσότερο σε τέτοιου είδους εκδηλώσεις. Τηλεφωνικές συνδιαλέξεις και άσκοπες κινήσεις από γονείς που προσπαθούν να ηρεμήσουν τα νήπιά τους στην αίθουσα την ώρα της παράστασης, χειροκροτήματα σε λάθος στιγμή, σίγουρα δεν ταιριάζουν σε εκδηλώσεις υψηλής τέχνης. Συγχαρητήρια πάντως στους φορείς και διοργανωτές της συναυλίας. Ευχόμαστε να φιλοξενηθεί η επόμενη συναυλία συμφωνικής μουσικής σε χώρο κατάλληλο για τέτοιες εκδηλώσεις και με άρτια ακουστική. Το Μέγαρο Μουσικής Κομοτηνής, του οποίου η λειτουργία αναμένεται, θα αποτελέσει τον ιδανικότερο χώρο.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
