«Το θεατρο ειναι η πατριδα μου, η μεγαλη μου αγαπη»

Το έργο του Πήτερ Παρνέλ «QED» ή «Τι απέδειξε ο κος Φάυνμαν», με τον Γιώργο Κοτανίδη στο ρόλο του Φάυνμαν παρουσίασε η Δημοτική Κοινωφελής Επιχείρηση Δημοτικού Περιφερειακού Θεάτρου Κομοτηνής σε συνεργασία με την LP ART την Τρίτη το βράδυ στο Εργατικό Κέντρο Κομοτηνής στην αίθουσα του Πολιτιστικού Κυττάρου. Αρκετοί ήταν οι συμπολίτες μας που παρακολούθησαν την παράσταση, με έναν Γιώργο Κοτανίδη επί δύο ώρες να βρίσκεται στη σκηνή και να συνεπαίρνει το κοινό του.

 

Με τον Γιώργο Κοτανίδη μίλησε στο ραδιόφωνο του Παρατηρητή και στην εκπομπή «Αιχμή του Δόρατος» ο Δάμων Δαμιανός για την συγκεκριμένη παράσταση, αλλά και για την πλούσια δραστηριότητά του που δεν περιορίζεται μόνο στο θέατρο, αλλά και σε άλλους τομείς της τέχνης. Μια συνέντευξη με τον Γιώργο Κοτανίδη έχει πάντα κάτι να πει και κάτι να περάσει στο κοινό…και σαφώς όχι μόνο το θεατρικό….

 

ΠτΘ: κ. Κοτανίδη, τι είναι οι «Σαλτιμπάγκοι»;
Γ.Κ.: Ο θίασός μας ονομάζεται «Σαλτιμπάγκοι» που παραδοσιακά από το Μεσαίωνα ήταν αυτοί που τριγύριζαν και έδιναν παραστάσεις, άλλοι έβγαζαν φωτιές από το στόμα, άλλοι ισορροπούσαν, άλλοι έπαιζαν σκετς. Είναι συμβολικό.

ΠτΘ: Βέβαια στο μυαλό των ανθρώπων ο όρος συνδέεται με άνθρωπο που είναι καταφερτζής, άνθρωπο που λάθρα επιβιώνει…
Γ.Κ.: Ακριβώς και αυτό ισχύει με την έννοια ότι οι Σαλτιμπάγκοι ισορροπούν πάνω σε ένα τεντωμένο σκοινί.

ΠτΘ: Εσείς, κ. Κοτανίδη, κάθε άλλο παρά Σαλτιμπάγκος είστε. Η πορεία σας έχει συνδεθεί με το θέατρο και τον κινηματογράφο και πάρα πολλές άλλες πτυχές, τις οποίες το ευρύ κοινό να μην γνωρίζει, εκδίδεται βιβλία, ασχολείστε με πολλά θέματα που αφορούν στον κινηματογράφο και ήδη από την αποφοίτησή σας το 1970 από την Σχολή του Εθνικού Θεάτρου έχετε κάνει πολλά που έχουν αναγνωριστεί από το ελληνικό κοινό που πλέον έχετε ένα απόσταγμα ωριμότητας μέσα από το οποίο προσεγγίζετε κοινά όπως αυτά της επαρχίας, που σίγουρα δεν έχουν ιδιαίτερη μύηση στο θέατρο ή τουλάχιστον δεν έχουν την ευκαιρία αυτή που έχουν στην Αθήνα να βλέπουν θέατρο και καλές παραστάσεις
Γ.Κ.: Με μια πρόταση τα είπατε όλα. Αυτό που θέλω να κάνω είναι να σας ευχαριστήσω για τα καλά σας λόγια και να πω ότι αυτό που κάνω τώρα με ικανοποιεί περισσότερο από οτιδήποτε. Πήρα ένα πάρα πολύ ωραίο έργο και είπα θα το πάω να το δει όλος ο κόσμος στην επαρχία και αυτό το κάνω και έχει επιτυχία για μένα είναι από τα ωραιότερα στοιχήματα που έχω κερδίσει στη ζωή μου.

Η επαρχία πρέπει να απαιτήσει

ΠτΘ: Η Αθήνα πολλές φορές μας αντιμετωπίζει σαν επαρχία…

Γ.Κ.: Όχι πολλές φορές αλλά πάντα. Είναι στο χέρι της επαρχίας να ορθώσει το ανάστημά της, η Αθήνα θα λειτουργεί πάντα με τα δικά της μυαλά, δηλαδή από τα εκατοντάδες θέατρα που είναι στην Αθήνα μερικές δεκάδες επιχορηγούνται από το κράτος και με τα χρήματα του ελληνικού λαού και κανείς από αυτούς δεν βγαίνει με τα χρήματα του ελληνικού λαού να πάει στην επαρχία. Δεν το απαιτείται όμως. Πρέπει να απαιτήσετε από τη στιγμή που όλος ο ελληνικός λαός πληρώνει γιατί μόνο κάποιες χιλιάδες Αθηναίοι να βλέπουν θέατρο. Βέβαια, το θέμα απαιτεί μεγάλη συζήτηση και νομίζω ότι σε αυτή τη ζωή ο καθένας κάνει αυτό που αισθάνεται ευθύνη απέναντι στον εαυτό του τον ίδιο.

ΠτΘ: Κανείς δεν έχει απαίτηση η Κομοτηνή, η Ξάνθη, η Αλεξανδρούπολη, η Καβάλα να έχει τα θέατρα της Αθήνας αλλά τουλάχιστον όπως είπατε εσείς έχει απαίτηση να έχει μια όσμωση με αυτό που συμβαίνει εκεί διότι εκ των πραγμάτων δημιουργούνται πολίτες δύο κατηγοριών…
Γ.Κ.: Μα αυτό είναι η Ελλάδα, αλλά οι πολίτες πρέπει να λειτουργούν ως πολίτες με την έννοια ότι πρέπει να απαιτούν. Αν δεν απαιτούμε τη θέση μας τα δικαιώματά μας δεν μπορούμε να τα απαιτήσουμε γιατί οι ισορροπίες στην Ελλάδα είναι τόσο βαριές υπέρ της Αθήνας. Μεγάλωσα στη Δράμα από γονείς πρόσφυγες, η μητέρα μου είναι από την Κεσσάνη της Ανατολικής Θράκης ο πατέρας μου είναι από τον Πόντο όμως μεγάλωσα και στη Θεσσαλονίκη. Μεγάλωσα στο Βορρά και ξέρω πολλά όπως ξέρω και τη διαφορά με την Αθήνα, απλά νομίζω ότι πρέπει η επαρχία με άλλον τρόπο πια να αρχίσει να διεκδικεί. Οι πολιτικοί σας να μην κοιτάνε ποιον θα διορίσουν, αλλά πώς θα εξασφαλίσουν τις καλύτερες δυνατές συνθήκες για την ποιότητα ζωής της επαρχίας. Εκεί είναι το πρόβλημα.

ΠτΘ: Και όπως γίνεται, όταν τα προβλήματα είναι πολλά, ο πολιτισμός παίρνει και θέση υποβαθμισμένη στις προτεραιότητές του πολίτη και όταν αυτό έχει να κάνει με πολιτικές ηγεσίες τοπικά και δεν λέω μόνο για την Κομοτηνή, αλλά γενικότερα στη χώρα πού δεν ασχολούνται, δεν επενδύουν δεν το βλέπουν αυτό ως πρόταγμα, τότε δημιουργείται ένα τεράστιο ζήτημα όσον αφορά στις κατηγορίες που είπαμε προηγουμένως

Γ.Κ.: Πιστεύω ότι στην Κομοτηνή έχετε ένα πυρήνα που είναι το ΔΗΠΕΘΕ το οποίο όλα αυτά τα χρόνια έχει μια καλή πορεία και εμείς ερχόμαστε σε συνεργασία με το ΔΗΠΕΘΕ.

Εξαιρετική η υποδοχή του Φάυνμαν

ΠτΘ: Θα μας πείτε λίγα πράγματα για αυτή την παράσταση;

Γ.Κ.: Ο Φάυνμαν υπήρξε ένας μεγάλος φυσικός που πήρε νόμπελ για την εργασία του “QED που είναι και ο ένας τίτλος του έργου που σημαίνει ότι ανακάλυψε πώς κινούνται τα ηλεκτρόνια και φωτόνια πώς κινείται το φως. Η ανακάλυψή του αυτή είχε επίδραση στο Ίντερντ, στις τηλεοράσεις, στα κινητά, ήταν πολύ μεγάλη η επίδρασή του στον τομέα της σύγχρονης ψηφιακής τεχνολογίας αλλά βασικό ήταν ότι αυτός ήταν ένας άνθρωπος πολυδιάστατος, ένας άνθρωπος που αν και νομπελίστας έπαιζε ντραμς, ήταν καταπληκτικός ζωγράφος και έγινε ζωγράφος επειδή αγαπούσε τις γυναίκες, ήταν χορευταράς, άνθρωπος ανοικτός απέναντι στη ζωή, σε κάθε πρόκληση της ζωής, απέναντι στη χαρά της ζωής την οποία απολάμβανε, ακόμη και απέναντι στο θάνατο που του χτυπά την πόρτα. Ο τρόπος του δε είναι τέτοιος που το κοινό από τη μια συγκινείται και από την άλλη γελάει, γιατί η στάση του απέναντι στη ζωή είναι αισιόδοξη. Ο Φάυνμαν είχε αυτό το στοιχείο ως ήρωας και αυτό με γοήτευε διαβάζοντας παλιότερα βιβλία του και όταν είδα το έργο στη Νέα Υόρκη αποφάσισα να το παίξω και να το παρουσιάσω στην Ελλάδα. Πήρα αμέσως τα δικαιώματα και με ένα φίλο μου, το Γιάννη το Μήλιο, φυσικό που ζει στην Νέα Υόρκη το μεταφράσαμε το ανέβασα πριν έξι χρόνια στην Αθήνα και το έπαιζα σχεδόν δύο σαιζόν

ΠτΘ: Και είχε μεγάλη επιτυχία…

Γ.Κ.: Ναι, οι κριτικές και από το κοινό και από την επίσημη κριτική ήταν αποθεωτικές, ήταν εξαιρετικές. Και αυτό πραγματικά το απόλαυσα και ήταν μια από τις επιθυμίες μου όταν ένα έργο έχει τόση απήχηση στον κόσμο, ίσως όχι σε όλο τον κόσμο γιατί ξέρετε ότι υπάρχει και το περί ορέξεως κολοκυθόπιτα, το κοινό συγκινείται αλλά γελάει συγχρόνως και από την άλλη μαθαίνει πράγματα αδιανόητα. Είναι πολύ ενδιαφέρον έργο.

ΠτΘ: Το έργο το ξανανεβάζετε μόνο για την επαρχία;

Γ.Κ.: Το ξανανέβασα φέτος το χειμώνα στην Αθήνα σε ένα καινούργιο υπέροχο χώρο που είναι του «Ιδρύματος Μείζονος Ελληνισμού», λέγεται «Ελληνικός Κόσμος» και βρίσκεται στην Πειραιώς, έκανα ένα νέο ανέβασμα με ένα καινούργιο πιο λιτό σκηνικό, το παίξαμε στην Αθήνα για δύο μήνες περίπου και στη συνέχεια κάναμε περιοδεία στην επαρχία.

ΠτΘ: Πώς ήταν αυτοί οι δύο μήνες που περιοδεύετε ανά την Ελλάδα;

Γ.Κ.: Η υποδοχή από το κοινό ήταν παντού εξαιρετική. Έχω πάει παντού, η περιοχή της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης είναι η τελευταία μου εξόρμηση και μετά θα ξεκουραστώ για να ολοκληρώσω το βιβλίο που γράφω τώρα. Αυτές λοιπόν είναι οι τελευταίες παραστάσεις το κοινό το υποδέχτηκε θερμά εκεί που τα πράγματα ήταν περισσότερο οργανωμένα είχαμε και περισσότερο κοινό σε κάποιες πόλεις που είχαν λιγότερη οργάνωση το κοινό δεν ήταν τόσο μεγάλο.

ΠτΘ: Πάντως το κοινό το θεατρόφιλο όπου υπάρχει και στην πόλη μας υπάρχει διψά για καλές παραστάσεις και τις ανταμείβει όταν έρχονται…

Γ.Κ.: Μερικές φορές και εμείς κάνουμε λάθη σε ό,τι αφορά στην οργάνωση και ο κόσμος δεν το μαθαίνει σωστά. Σε γενικές γραμμές είμαι ενθουσιασμένος.

ΠτΘ: Σε σχετικό δελτίο τύπου λέγεται ότι «ο Φάυνμαν λίγο πριν πεθάνει θα πει: «Μια ζωή χόρευα και ερωτοτροπούσα με τη φύση, αλλά δεν σ’ αφήνει να της σηκώσεις το πέπλο της»…

Γ.Κ.: Η θεά φύση είναι δύσκολη και πρέπει να τη σεβόμαστε και να την αγαπάμε.

Το επόμενο βιβλίο μου προσωπικό οδοιπορικό στα χρόνια της δικτατορίας


ΠτΘ: Θα μας μιλήσετε και για το βιβλίο που γράφετε;

Γ.Κ.: Το προηγούμενο βιβλίο μου είχε τίτλο «Σαλτιμπάγκοι» και αναφερόταν στην ιστορία του πρώτου θεάτρου της Αθήνας το 1836, μετά την απελευθέρωση που η πόλη έγινε πρωτεύουσα. Αυτό το βιβλίο αφορά στην περίοδο του 1967 μέχρι το 1974.

ΠτΘ: Όπως διάβασα, ήταν μια ιδέα που ξεκίνησε από το 2008 για την συγγραφή του…
Γ.Κ.: Το βιβλίο είναι ένα προσωπικό οδοιπορικό από τότε που ήμουν νέο παιδί και μπήκα στο πανεπιστήμιο όταν έγινε η δικτατορία. Περιλαμβάνει τις αντιδράσεις ενός παιδιού απέναντι σε αυτήν κατά τη διάρκεια της δικτατορίας και την κάθοδό μου στην Αθήνα για να φοιτήσω στη Σχολή του Εθνικού, τη δημιουργία του «Ελευθέρου Θεάτρου» στη συνέχεια τις περιπέτειες που είχα στη παρανομία. Είναι όλο το οδοιπορικό της δικτατορίας.

Η γενιά μου οφείλει να κάνει την αυτοκριτική της

ΠτΘ: κ. Κοτανίδη, έχετε ασχοληθεί με το θέατρο, τη συγγραφή, τις εκδόσεις, τον κινηματογράφο με την τέχνη σε πολλές μορφές. Ποιο είναι το κομμάτι που σας συγκινεί περισσότερο;
Γ.Κ.: Το θέατρο είναι η πατρίδα μου, είναι η μεγαλύτερή μου αγάπη την οποία έχω προδώσει κατά καιρούς, αλλά φυσικά λατρεύω και τον κινηματογράφο, όπως μ’ αρέσει και το γράψιμο. Δεν μπορώ να διαχωρίσω. Πολλές φορές ωριμάζει μια ιδέα και πρέπει να την γράψω. Άλλοτε έχω μια ιδέα για ένα σενάριο και πρέπει να γίνει ταινία και είναι φορές που έχω ανάγκη όπως τώρα να ολοκληρώσω την ανάγκη αφήγησης αυτής της περιόδου γιατί πραγματικά έχουν ειπωθεί αρκετά, αλλά όχι όλα για εκείνη την εποχή και για μένα είναι πολύ σημαντικό να ειπωθούν κάποια πράγματα για την γενιά μου και την αυτοκριτική που πρέπει να κάνει για το πόσο επηρέασε τα πολιτικά πράγματα σήμερα.

ΠτΘ: Μα η γενιά σας είναι αυτή που βρίσκεται σήμερα στα πράγματα…

Γ.Κ.: Ναι, αλλά οφείλει να δει τα πράγματα και λίγο διαφορετικά. Για παράδειγμα, θα σας πω ότι, αν τότε που ήταν η δικτατορία και αγωνιζόμασταν παράνομα εναντίον της με όνειρα να γίνει η πατρίδα μας δημοκρατική, έστω και σοσιαλιστική, κάποιος από εμάς έλεγε «εγώ όταν θα γίνω πρόεδρος της ΕΡΤ θα κλέβω, θα παίρνω μίζες» θα τον είχαμε φάει ζωντανό. Και όμως πολλοί άνθρωποι από τότε έπαιρναν δημόσιες θέσεις και θεωρούσαν ότι η μίζα είναι ατύπως θεσμοθετημένη για να μπορέσουν να αγοράσουν μια βίλα.

ΠτΘ: Μα η γενιά του Πολυτεχνείου το εξαργύρωσε πολλαπλώς…

Γ.Κ.: Όχι όλοι, πολλοί όμως ναι.

Το σινεμά αποδεσμεύεται από τον κρατισμό και έχει καλό δρόμο μπροστά του

ΠτΘ: κ. Κοτανίδη ο νέος ελληνικός κινηματογράφος με τον οποίο επίσης έχετε ασχοληθεί έχει εξέλιξη πάντως υπάρχει μια παραγωγή πολύ μεγαλύτερη από τις προηγούμενες δεκαετίες. Πώς το βλέπετε αυτό; Θεωρείτε ότι η πλειοψηφία αυτών που βγαίνουν στις αίθουσες είναι πετυχημένες ποιοτικές παραγωγές ή εμπορικές και κακότεχνες;

Γ.Κ.: Στην Ελλάδα υπάρχει μια μέγγενη. Από τη μια είναι η σοβαροφάνεια και από την άλλη ο λαϊκισμός. Δυστυχώς το κράτος επιλέγει να χρηματοδοτεί τις σοβαροφάνειες τη δεκαετία του 80 και του 90 και με αυτό τον τρόπο χρηματοδοτούσε ταινίες που δεν τις έβλεπε σχεδόν κανείς, με μικρές εξαιρέσεις. Τα τελευταία χρόνια μια γενιά ανθρώπων ωρίμασε και σκηνοθετών και τεχνικών μέσα από όλα αυτά και μπορώ να πω ότι και μέσα από την τηλεόραση βοηθήθηκε και έτσι άρχισε να δημιουργείται ξανά ένα κύκλωμα εμπορικού κινηματογράφου. Αν και μερικές ταινίες που είδα δεν με ενθουσίασαν δεν θεωρώ ότι είναι λάθος. Το σινεμά πρέπει να ακολουθήσει το δρόμο του. Αυτοί που κάνουν φθηνιάρικες ταινίες να τις κάνουν καλύτερες και αυτοί που κάνουν σοβαροφανείς ταινίες που δεν τις βλέπει κανένας να απευθυνθούν στο κοινό. Πρέπει τα πράγματα να συγκλίνουν προς το μεγάλο κοινό. Το κοινό υπηρετούμε δεν γίνεται να κάνει ταινίες ο καθένας για το στυλ του. Ειδικά οι ταινίες που χρηματοδοτούνται πρέπει να απευθύνονται στο κοινό. Πιστεύω ότι το σινεμά αυτή τη στιγμή επειδή έχει αρχίσει και αποδεσμεύεται από τον κρατισμό έχει ένα καλό δρόμο μπροστά του.

ΠτΘ: Μα έχει και κοινό και μάλιστα νέο…
Γ.Κ.: Έτσι είναι και πιστεύω και το λέω όχι μόνο για το θέατρο και το σινεμά, αλλά γενικότερα για τη στενωπό που βρισκόμαστε ότι πρέπει να είμαστε αισιόδοξοι να καταλάβουμε όλοι ότι ο δρόμος που είχαμε πάρει ήταν λάθος, να τραβήξουμε το αυτί των πολιτικών γερά μέχρι να το ξεκολλήσουμε σε κάποιες περιπτώσεις και να πούμε ότι ναι μπορούμε. Πιστεύω ότι μπορούμε να ξεφύγουμε από αυτό το χάος που βρισκόμαστε, να πάψουμε να θέλουμε όλοι να γίνουμε δημόσιοι υπάλληλοι, αν και σε αυτό πρωτοστατεί η παλιά Ελλάδα, όπως λέμε, που είχε πρόσβαση στον κρατικό μηχανισμό, αλλά πρέπει να απαιτήσουμε και από τους άλλους και από την πολιτεία και από εμάς τους ίδιους. Έτσι μπορούμε να πετύχουμε και σε μερικά χρόνια να κοιτάζουμε το παρελθόν και να λέμε δοκιμαστήκαμε, αλλά πήγαμε μπροστά και αυτό δεν το χρωστάμε σε κανένα παρά μόνο στην πολύ σοβαρή δουλειά που κάναμε. Πρέπει να πάψουμε να κυνηγάμε την ευκολία γιατί κυνηγώντας την μετατρέψαμε όλες τις ωραίες παραλίες σε οικόπεδα και τι θα δώσουμε στα παιδιά μας, ούτε τουρίστες θα έρχονται.

ΠτΘ: κ. Κοτανίδη, σας ευχαριστούμε πολύ.

Γ.Κ.; Κι εγώ σας ευχαριστώ.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.