Για τους ανθρωπους το πορτοκαλι
Ένα έργο τέχνης απ’ τη στιγμή που απελευθερώνεται απ’ τα χέρια και το μυαλό του δημιουργού του κι αφήνεται στο κοινό είναι ανοιχτό σε μια ανάγνωση φυσική ή και φατική, σημειωτική, ψυχαναλυτική, μεταφυσική… Οι πίνακες της ζωγράφου Βούλας Κερεκλίδου έχουν μια φυσιολογική, ανθρώπινη θερμοκρασία, όπως είναι ο κόσμος της και τα συναισθήματά της. Σ’ ένα διάλογο με τα έργα της αλλά και με την ίδια όλες οι αναγνώσεις επιτρέπονται αλλά μόνο μία είναι αποτελεσματική, η ιδομένη με μια καθαρή ανθρώπινη ματιά, χωρίς φόβο και προκατάληψη. Στην ευγενή συνομιλία που πρόσφερε η Βούλα Κερεκλίδου στον ΠτΘ συνοδοιπόρος ο οικοδεσπότης των έργων της, γκαλερίστας Βασίλης Γεωργιάδης.
ΠτΘ: κ. Κερεκλίδου, ξεκινήσατε να ζωγραφίζετε από πότε και με ποια αφορμή;
Β.Κ.: Δεν μπορώ να πω ότι θυμάμαι την αφορμή. Ζωγράφιζα, όπως όλα τα παιδιά ζωγραφίζουν συνέχεια νιώθοντας ότι είναι στο στοιχείο τους. Είχα την τύχη να έχω έναν πολύ καλό δάσκαλο, έναν επαγγελματία ζωγράφο, ο οποίος με ενθάρρυνε και μου έλεγε ότι θα πάω πολύ μακριά, ότι έχω ταλέντο να γίνω καλός ζωγράφος κι αυτό είναι το σημαντικό. Οι γονείς μου, από την άλλη, δεν επενέβησαν, δεν μου είπαν ποτέ τι πρέπει να κάνω κι αυτό είναι μια ευτυχία για μένα.
ΠτΘ: Παρατηρώντας τους πίνακές σας είναι αλήθεια ότι υπάρχει μια ανοιχτή πρόσκληση σ’ ένα κόσμο διαφορετικό, έναν κόσμο που φτιάχτηκε από γυναικεία μάτια και χέρια. Τα χρώματα είναι πολύ ζεστά και οι πίνακες δημιουργούν την αφορμή επικοινωνίας με το κοινό σας. Νιώθετε ότι επικοινωνείτε με το κοινό σας ζωγραφίζοντας;
Β.Κ.: Δεν επιδιώκω να ζωγραφίζω για να επικοινωνώ με τους ανθρώπους. Ζωγραφίζοντας όμως εκφράζω αυτό που νιώθω. Είναι καλό το ότι αυτό που μου αρέσει ή με ανησυχεί αγγίζει τους θεατές των έργων μου, άρα είμαι σ’ ένα σωστό δρόμο. Οι προβληματισμοί και οι χαρές μου έχουν ανταπόκριση.
Το θέμα της δουλειάς μου είναι οι ανθρώπινες σχέσεις και μέσα από αυτές εξωτερικεύω την ανάγκη για αγάπη και στοργή. Ακόμη κι ένα απλό άγγιγμα μπορεί να γεμίσει τις μπαταρίες μας με δύναμη κι αισιοδοξία, με χαρά και αγάπη. Αυτό θέλω να δείξω.
ΠτΘ: Ίσως γι’ αυτό αντιλαμβανόμαστε ότι παίζει ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο η γυναίκα, η οποία έχει πλούσιο απόθεμα τρυφερότητας κι ευαισθησίας και βέβαια προσφοράς. Η γυναίκα στα έργα σας υπάρχει είτε μόνη της, είτε μ’ έναν ή περισσότερους συντρόφους στο πλάι της, που διεκδικούν κάτι από αυτήν. Εμφανίζεται και ως μητέρα, κρατώντας ένα μωρό στην αγκαλιά της.
Β.Κ.: Από τη γυναίκα αντλούν όλοι τη δύναμη, κι εμείς ως γυναίκες την αντλούμε από τη μητέρα μας. Οι άντρες, επίσης λατρεύουν τη μητέρα. Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην λατρεύει τη μητέρα του και η μητέρα είναι γυναίκα. Ακόμη κι ένα μικρό κοριτσάκι έχει εξαιρετική δύναμη, κι αυτό προφανώς έρχεται από τη φύση του. Η δύναμη όμως προέρχεται και από την ανάγκη να στηρίξουμε ο ένας τον άλλο κι αυτό εκφράζεται μέσα απ’ το άγγιγμα των φίλων, των γονιών, των αδελφών, είναι μια επαφή μεταξύ αρσενικού και θηλυκού.
ΠτΘ: Στους πίνακές σας, τα χέρια είναι ενωμένα κι άλλοτε είναι σε ευθεία γραμμή κι άλλοτε τεντωμένα. Θα λέγαμε ότι έχουν μια ελαφρά κάμψη και τείνουν ν’ αγκαλιάσουν κάτι.
Β.Κ.: Πολλές φορές, η κίνηση στα σώματα ή στα χέρια είναι υπερβολική, μη φυσιολογική κι εκφράζει τα συναισθήματα σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό απ’ ότι αν ήταν φυσιολογική. Επιδιώκω να δείξω την έκφραση κι όχι τη φυσιολογική κίνηση. Τα χέρια, όπως και τα μάτια, παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο, είναι το κεντρικό σημείο του έργου. Η κίνηση ομολογεί «σε θέλω», «δεν σε θέλω», «είμαι μόνος», «είμαι μαζί σου», «φοβάμαι», «είμαι περήφανος», «είμαι ελεύθερος», «είμαι καταπιεσμένος». Όλα αυτά τα λέει το σώμα μου.
ΠτΘ: Είναι ένας καθρέφτης της ψυχής τα χέρια και πολύ σπουδαία για τη γλώσσα του σώματος.
Β.Γ.: Ο Αριστοτέλης έλεγε ότι η ψυχή και το σώμα είναι αδιαίρετα, άρα η κίνηση του σώματός μας είναι ουσιαστικά η επιθυμία της ψυχής μας, ή και το αντίστροφο. Η τέχνη, ειδικά της Βούλας Κερεκλίδου, καθρεφτίζει μια πραγματικότητα, υπερβολική μεν, αλλά όπως λένε οι σοφοί «η υπερβολή οδηγεί στο παλάτι της σοφίας».
Β.Κ.: Πάντα χρειάζεται μια υπερβολή για να δείξουμε κάτι. Υπερβολή μπορεί να υπάρχει και στο χρώμα. Τα χρώματά μου δεν είναι τα χρώματα του σώματος ή του περιβάλλοντος, είναι εντελώς αφηρημένα, με την έννοια ότι το χρώμα μού προκαλεί τις αισθήσεις και μετά η φόρμα έρχεται να συναντήσει αυτές τις αισθήσεις.
ΠτΘ: Το πορτοκαλί στους πίνακές σας εντυπωσιάζει. Ορισμένες φορές δίνει την εντύπωση ότι θα εκραγεί, θα βγει απ’ τον πίνακα και είτε θα μας αγκαλιάσει, είτε θα ταράξει κάτι μέσα μας. Αν και δεν ρωτάνε «γιατί» στους καλλιτέχνες, γιατί πορτοκαλί, κυρία Κερεκλίδου;
Β.Κ.: Μια πολύ δύσκολη ερώτηση. Ο κάθε δημιουργός όταν φτιάχνει κάτι δεν λέει «τώρα θα βάλω το κίτρινο, το κόκκινο ή το πορτοκαλί». Ίσως αυτά τα χρώματα να εξυπηρετούν το στόχο μου. Από ‘κει βγαίνει η ζεστασιά, η έννοια του ανθρώπου που έχω σχηματίσει στη ζωή μου και στη ζωή μου είμαι ένα άτομο που ενδιαφέρεται για τους ανθρώπους, θέλω να προσφέρω όσο το δυνατόν περισσότερη αγάπη.
Β.Γ.: Ίσως είναι θέμα καταβολής. Το πορτοκαλί είναι πολύ χαρακτηριστικό στα αγγεία και έβγαινε δυνατό και εκρηκτικό. Από την άλλη, ο καθένας «βλέπει» κάτι το διαφορετικό. Για κάποιον το πορτοκαλί είναι ο έρωτας και για κάποιον άλλο ο θυμός.
Β.Κ.: Μέσα σ’ αυτήν την πορεία της ζωγραφικής, παρατηρώ ότι οι περισσότεροι προτιμούν τα ζεστά χρώματα, άρα αυτά τα χρώματα είναι κοντά στην ανθρώπινη φύση και είναι και τα χρώματα της φωτιάς. Επιπλέον, δίνουν κάποια σιγουριά. Από την άλλη, χρησιμοποιώ και το μπλε ή το ασημί. Είναι ένα περίεργο πλέγμα. Στο εξωτερικό λένε ότι είναι πολύ ελληνικό μπλε. Ζωγραφίζοντας δεν σκέφτομαι τι ακριβώς είναι αλλά μετά ανακαλύπτω ότι ίσως είναι ένα μπλε που φέρνει αισιοδοξία και γαλήνη. Δεν χρησιμοποιώ το πράσινο ή τα καφέ χρώματα και θα υπάρχει κάποια δικαιολογία γι’ αυτό. Προσωπικά, δεν την ξέρω.
ΠτΘ: Ίσως να έχει να κάνει με το ότι υπάρχει περίγραμμα στη μορφή που «βγαίνει» με το πορτοκαλί.
Β.Κ.: Η γραμμή είναι η φόρμα που δίνω σ’ αυτές τις μορφές που προκύπτουν απ’ το αφηρημένο χρώμα που έχω δουλέψει πάνω στον καμβά. Πρώτα παίζω με τα χρώματα κι αυτό με βοηθάει ή με κάνει να δημιουργώ μια σύνθεση, να βγάλω μορφές οι οποίες ναι μεν είναι δικές μου αλλά δεν τις ξέρω, δεν έχω κάνει το πλάνο ή το μοντέλο κι αυτό το παιχνίδι είναι πολύ γλυκό.
ΠτΘ: Είναι κάτι που έχουμε συζητήσει και με το Βασίλη Γεωργιάδη, ο πίνακας ήδη υπάρχει, απλά έρχεται ο δημιουργός να τον ζωγραφίσει και στην ουσία.
Β.Γ.: Ο χαλκός είναι ανδριάντας και η δυναμική του είναι να γίνει άγαλμα. Από τη στιγμή που θα γίνει αυτή είναι η φύση του. Ο Αϊνστάιν λέει «δεν υπάρχει χώρος και χρόνος υπάρχει ένα πράγμα που είναι ο χρονοχώρος». Από τη στιγμή που θα γίνει στο μέλλον έχει υπάρξει ήδη. Έρχεται δηλαδή ως ανάμνηση απ’ το μέλλον και ο ζωγράφος είναι το εργαλείο που εκτελεί αυτό που ήδη υπάρχει.
Β.Κ.: Μου έχει συμβεί σε κάποια απ’ τα έργα μου να τα δω μετά από δύο μήνες και να δω πράγματα που δεν έβλεπα όταν ζωγράφιζα κι αυτό είναι μια μαγεία.
Αυτό το μαγικό στοιχείο πιστεύω ότι το έχουν οι μουσικοί και οι ποιητές. Δεν μπορείς να σκεφτείς ότι τώρα θα γράψεις ένα ποίημα. Κάποια στιγμή έρχεται σαν να είναι ήδη γραμμένο.
Β.Γ.: Ο Καντίνσκι μπήκε κάποια στιγμή στο ατελιέ του, είδε ένα έργο, το κοίταζε, ήταν βέβαιος ότι δεν ήταν δικό του και διαπίστωσε ότι ήταν τοποθετημένο ανάποδα. Το να μην αναγνωρίζεις αυτό που έχεις κάνει δείχνει ότι υπάρχουν πράγματα που δεν μπορούμε να εξηγήσουμε, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν.
Β.Κ.: Ίσως να βλέπουμε το έργο συμπληρωματικά. Κάποια στιγμή το συλλαμβάνουμε σε όλο του το μεγαλείο ή στο 80% και κάποια άλλη βλέπουμε μόνο το 20%.
ΠτΘ: Αν βάλουμε 10 ανθρώπους μπροστά σε ένα πίνακα θα τους ξυπνήσει διαφορετικά συναισθήματα και θα κάνουν άλλη ανάγνωση. Το παιδί, κυρία Κερεκλίδου, είναι πολύ σημαντικό στα έργα σας, ένα παιδί σε μικρή ηλικία.
Β.Κ.: Συμβολίζει την ανάγκη του ανθρώπου να εκφράσει τη στοργή του και συνήθως το μωρό είναι το απόλυτο σημείο αναφοράς για τη στοργή. Αυτό δεν το νιώθουν μόνο οι άνθρωποι, αλλά όλα τα πλάσματα επί της γης.
Τώρα τελευταία μου ζητάνε στους πίνακές μου να υπάρχει κι ένα μωρό , που εμείς το μεγαλώνουμε, το αγαπάμε είναι η χαρά μας.
ΠτΘ: Νιώθετε προστατευτικά απέναντι στους πίνακές σας, είναι τα δικά σας «μωρά»;
Β.Κ.: Τα αγαπάω, αλλά δεν είμαι απ’ τους ζωγράφους που λένε «αυτό θα ήθελα να δώσω». Όσο πιο πολύ αγαπάω ένα έργο τόσο πιο πολύ θα ήθελα να το δώσω, να υπάρχει κάπου αλλού, να το χαίρεται κάποιος, γιατί μ’ αυτόν τον τρόπο αγαπούν εμένα.
ΠτΘ: Πώς νιώθουν αυτοί που αντικρίζουν για πρώτη φορά τα έργα σας;
Β.Κ.: Είναι δύο ομάδες ανθρώπων: για τη μία η σύγχρονη τέχνη είναι κάτι εντελώς άγνωστο και κάποιοι άλλοι είναι γνώστες, έρχονται για να δουν κάτι. Η πρώτη ομάδα είναι λίγο απροετοίμαστη για τη σύγχρονη τέχνη, δεν έχουν τη γνώση να βλέπουν πράγματα έξω απ’ το φυσιολογικό, όπως είναι μια φωτογραφία.
ΠτΘ: Φοβούνται επομένως ν’ απελευθερώσουν το συναίσθημα;
Β.Κ.: Δεν φοβούνται, απλώς δεν είναι προετοιμασμένοι να το δουν. Φυσικά ο ζωγράφος πάντα βοηθάει το θεατή ν’ ανοίξει αυτά τα παραθυράκια για να μπορέσει να δει ποιος είναι ο σκοπός.
Κάποτε, με ρώτησαν γιατί και τα δύο χέρια είναι αριστερά, γιατί «ενοχλούσε» από άποψη ανατομίας. Τα χέρια, ήταν το ένα αριστερό και το άλλο δεξί αλλά η κίνηση ήταν υπερβολική. Αυτή η κίνηση όμως θα εκφράσει το συναίσθημα. Γιατί ο λαιμός ή τα δάχτυλα είναι μακριά; Ο λαιμός είναι μακρύς για να δείξει την ευγένεια του ανθρώπου, την προσωπικότητά του. Στην πραγματικότητα ένας ευαίσθητος κι ένας ευγενέστατος άνθρωπος μπορεί να είναι κοντοί και χοντροί. Δυστυχώς, αν το δείξουμε μ’ αυτόν τον τρόπο στη ζωγραφική δεν βγαίνει αυτή η εικόνα.
Β.Γ.: Ίσως να είναι ένα πρόβλημα, το ότι δεν είμαστε εκπαιδευμένοι να το δεχτούμε. Έχουμε πάρει ως δεδομένο ότι ο κόσμος είναι αυτό που βλέπουμε, έχουμε ξεχάσει το συναίσθημα, αυτό που ανοίγει τους ορίζοντες, φτιάχνει ένα διαφορετικό κώδικα και συγχρόνως αποκωδικοποιεί.
ΠτΘ: Τα έργα σας είναι βαθιά ψυχαναλυτικά και κάποιος που θα αφιερώσει χρόνο, θα αφεθεί, θα είναι σαν να δίνεις ένα δώρο στον εαυτό του. Ψυχαναλυτική η θέση της γυναίκας, η σχέση της με έναν ή περισσότερους άντρες.
Β.Κ.: Με έχει συγκινήσει μια κυρία, η οποία είχε αγοράσει ένα δικό μου έργο από μια γκαλερί και όταν με γνώρισε μου είπε ότι ανάλογα με την ψυχολογική της κατάσταση έβλεπε τον πίνακα, που είχε απέναντί της, διαφορετικά. Άλλοτε της έδινε χαρά, άλλοτε δύναμη και άλλοτε πράγματα που δεν τα περίμενε. Υπάρχει ίσως μια μορφή ψυχοθεραπείας.
ΠτΘ: Έχετε δύο κόρες. Θυμόμαστε πώς αντιδρούσαν, όταν ήταν παιδιά, απέναντι στα έργα σας;
Β.Κ.: Ίσως να έχουν συνηθίσει σε τέτοιο βαθμό, ώστε ούτε καν ρωτούσαν «μαμά τι είναι αυτό;» Αυτό υπάρχει. Μπορώ να πω όμως με σιγουριά ότι όταν έκλαιγαν για κάποιο λόγο, τους έδινα ένα πινέλο στα χέρια και ηρεμούσαν απόλυτα. Δε ξέρω το λόγο. Ήταν ένα εργαλείο της μαμάς, ένα μέρος της μητέρας.
ΠτΘ: Ίσως κυτταρικά να τους είχε μεταφερθεί αυτή η αγάπη για τη ζωγραφική.
Β.Κ.: Έχουν μεγαλώσει εξάλλου ανάμεσα στους πίνακες.
Β.Γ.: Ίσως η σύγχρονη ζωγραφική να είναι πρόδρομος για κάτι άλλο, να μας προειδοποιήσει ότι υπάρχει κάτι άλλο, ότι υπάρχουν απίστευτα πράγματα, σύμφωνα με την κοινή λογική.
Β.Κ.: Ψάχνουμε να εκφράσουμε πράγματα, τα οποία γνωρίζουμε, μ’ έναν τρόπο σύγχρονο. Ο καθένας ψάχνει τη δική του δύναμη ή έκφραση και είναι καλό το ότι έχουμε αλλιώτικους τρόπους να μιλήσουμε για το ίδιο πράγμα. Σε κάποιους αρέσει το κόκκινο, σε άλλον θα αρέσει το μαύρο, ενώ σε κάποιον το μπλε. Δεν πρέπει να μας ανησυχεί το ότι προτιμούμε κάτι που δεν αρέσει σε κάποιον άλλο. Είναι θέμα γούστου, χαρακτήρα, προσωπικότητας.
Ίσως είμαι απ’ τους τυχερούς που η δουλειά μου αρέσει σε μικρούς και σε μεγάλους. Το πολύ ή το λιγότερο δεν έχει σημασία. Αυτό που μετράει είναι η επικοινωνία με το κοινό.
ΠτΘ: Ο προηγούμενος της Κομοτηνής σταθμός ήταν η Στοκχόλμη. Πώς αντιμετώπισε το έργο σας το κοινό;
Β.Κ.: Τώρα στη Στοκχόλμη, την άνοιξη ήμουν στην Ελβετία, συμμετείχα επίσης σε έκθεση στην Τουρκία. Όταν βλέπουν τα έργα μου στο εξωτερικό ξεχωρίζουν ότι υπάρχει έντονο ελληνικό στοιχείο, ενώ στην Ελλάδα δεν προκαλεί τόσο μεγάλη εντύπωση. Ίσως να είναι τα χρώματα που αφήνουν έντονη αίσθηση ελληνικού στοιχείου. Απ’ την πλευρά μου δεν το επιδιώκω, δεν το αναζητώ. Μ’ ενδιαφέρει περισσότερο ο εσωτερικός κόσμος του ανθρώπου, αν και η χαρά όταν μου λένε ότι τα έργα μου έχουν το ελληνικό μπλε, το ελληνικό φως, το πορτοκαλί, είναι μεγάλη. Μετά έρχεται η σύνθεση που είναι το στοιχείο μου, αυτό που βλέπω σαν πρώτο στοιχείο, τις ανθρώπινες σχέσεις.
Αυτοί που έρχονται στην Ελλάδα και γνωρίζουν το ελληνικό τοπίο συγκινούνται ακόμη περισσότερο, το συνδέουν αυτόματα με τη δουλειά μου, η οποία δεν έχει καμία σχέση με το τοπίο αλλά τα χρώματα λειτουργούν ως συνειρμός.
ΠτΘ: Στην ουσία, οι άνθρωποι κουβαλούν τα τοπία που έχουν δει κι αυτό φαίνεται μέσα στους πίνακές σας. Είναι καταπληκτικό να υπάρχει τοπίο χωρίς να φαίνεται.
Β.Κ.: Ναι, είναι το να υπάρχει η Ελλάδα.
Β.Γ.: Μέσα απ’ τα έργα της Βούλας Κερεκλίδου δίνεται η ευκαιρία σε ανθρώπους στην Ελλάδα, στη Σουηδία, στην Ελβετία, στην Τουρκία, να έχουν μια βιωματική κατάσταση. Υπάρχει η πληροφορία, το Διαδίκτυο αλλά τίποτε δεν είναι τόσο ουσιαστικό όσο η ίδια η εμπειρία. Το να καθίσεις απέναντι από ένα έργο τέχνης δημιουργεί κάτι το τελείως μαγικό, έναν ηλεκτρισμό που δεν μπορούμε να τον εξηγήσουμε με τη φυσική.
Β.Κ.: Χαίρομαι όταν πηγαίνω σε διαφορετικές πόλεις και στην ουσία προτιμώ να μιλήσω με ανθρώπους που δεν έχουν καμία σχέση με την τέχνη. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις αισθάνομαι ότι δίνω όχι μόνο το ζωγραφικό έργο αλλά και ότι τους ανοίγω τα μάτια για να μπορούν να δουν ένα έργο οποιουδήποτε ζωγράφου.
Β.Γ.: Αυτοί που νομίζουν ότι ξέρουν στην τέχνη έχουν χάσει το παιχνίδι.
ΠτΘ: Σε κάποιους πίνακες σας υπάρχει μια γυναικεία μορφή en face και το πρόσωπο έχει την έκφρασή σας, είναι ένα κομμάτι σας.
Β.Κ.: Μπορεί να είναι. Ο ζωγράφος, ο γλύπτης, άθελά του, ακόμη και απ’ τα φοιτητικά του χρόνια που εκπαιδεύεται στη ζωγραφική, κατά κάποιο τρόπο βάζει τον εαυτό του, ενώ ζωγραφίζει κάποιον άλλον. Αυτός ο κάποιος του μοιάζει, ίσως επειδή από παιδί αναλύει τον ίδιο του τον εαυτό, γνωρίζει τον εαυτό του περισσότερο και καλύτερα απ’ όλους τους άλλους.
Β.Γ.: Είναι όμως περίεργο, γιατί βλέπουμε τον εαυτό μας λιγότερο απ’ τους υπόλοιπους, δηλαδή η εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας είναι μικρότερη χρονικά.
Β.Κ.: Ίσως είναι το ότι μπορείς να νιώθεις τον εαυτό σου κι εκτός καθρέφτη.
![]() |
ΠτΘ: Είναι καθρέφτης εσωτερικός. Ο ωοειδής καθρέφτης δαπέδου στα γαλλικά λέγεται psyche, ψυχή, μια λέξη ελληνική.
Κυρία Κερεκλίδου, πότε νιώθετε ότι έχετε βάλει την τελευταία πινελιά; Ποια είναι η μαγική στιγμή που αντιλαμβάνεστε ότι ένα έργο ολοκληρώθηκε και μπορεί να αφεθεί στο κοινό;
Β.Κ.: Είναι πολύ σημαντικό να ξέρεις πότε να σταματήσεις τις πινελιές σου και να μην συνεχίσεις. Αυτό το καθορίζεις όταν αισθάνεσαι ότι έχεις πει όλα αυτά που ήθελες να πεις για τη συγκεκριμένη σύνθεση, όταν νιώθεις ότι το κόκκινο ή το περίγραμμα ή η σκιά έχουν πει αυτά που θέλεις. Αν το συνεχίσεις χάνεται η μαγεία, σαν να φορτώνεις με πολλές κουβέρτες ένα άτομο που θέλει να ζεσταθεί. Κάποια στιγμή η θερμοκρασία θα είναι περισσότερη από αυτήν που έχει ανάγκη.
Η τελευταία πινελιά έρχεται με το ένστικτο κι όχι με τη λογική.
ΠτΘ: Γι’ αυτό και στους πίνακές σας υπάρχει θέρμη αλλά όχι ασφυκτικά υψηλή θερμοκρασία. Κυρία Κερεκλίδου, κύριε Γεωργιάδη σας ευχαριστώ πολύ για τη διαδρομή στην τέχνη.
Β.Κ., Β.Γ.: Κι εμείς ευχαριστούμε.
Μαρία Αμπατζή
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.

