«Ενας καλλιτεχνης θα πρεπει να καταγραφει την περιοχη του και την εποχη του»

Μπορεί στη δεύτερη παράσταση ο σκηνοθέτης να ηρεμεί, ειδικά όταν εισπράττει ένα καλό αποτέλεσμα από τους ηθοποιούς, η κούραση όμως από τις πρόβες και την αγωνία «βγαίνει». Ο Πέρης Μιχαηλίδης, σκηνοθέτης του έργου «Γλυκιά μου Ίρμα» που ανεβαίνει στο ΚΘΒΕ, το πρωί της προπερασμένης Κυριακής, οπότε τον συναντήσαμε στο ξενοδοχείο του, ήταν εξίσου κουρασμένος με τους ηθοποιούς, πλην όμως ικανοποιημένος γιατί πέτυχε σε ένα δύσκολο για τα ελληνικά δεδομένα είδος, το μιούζικαλ.
Γεννημένος στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, απόφοιτος της Δραματικής Σχολής του Κρατικού Ωδείου Θεσσαλονίκης και της Ακαδημίας Δραματικής Τέχνης της Ρώμης, έκλεισε 20 χρόνια στο σανίδι, έχοντας στο ενεργητικό του ρόλους από κλασσικό ρεπερτόριο αλλά και σύγχρονο, με κορυφαία στιγμή το ρόλο του Χάρολντ, στο «Χάρολντ και Μωντ» στο πλάι της Δέσπως Διαμαντίδου. Γνωστός στο ευρύ κοινό από την τηλεόραση, στο ρόλο του Καβάφη, αλλά και μέσα από τα σήριαλ «Βαμμένα κόκκινα μαλλιά», «Και οι παντρεμένοι έχουν ψυχή», αγαπάει τη σκηνή, τις δοκιμές, στους ακραίους όμως πειραματισμούς θέτει ως προϋπόθεση την κίτρινη προειδοποιητική κορδέλα, για την προστασία του θεατή.
Άνθρωπος που δεν αγαπάει τα μπαράκια και το σύγχρονο τρόπο διασκέδασης, προτιμάει να ξενυχτάει με τον εαυτό του και τα βιβλία του.

ΠτΘ: κ. Μιχαηλίδη, η Ίρμα λέει κάποια στιγμή «όλες οι δουλειές είναι ίδιες». Εσείς ξεκινήσατε από την Αλεξάνδρεια, μια πόλη με γνωστή πολιτιστική ταυτότητα, σπουδάσατε θέατρο στη Θεσσαλονίκη και τη Ρώμη.
Θα μπορούσατε να κάνατε κάτι διαφορετικό από το να είστε καλλιτέχνης;
Π.Μ.:
Όλες οι δουλειές δεν είναι ίδιες. Εδώ υπάρχει μία ισοπέδωση, την οποία μπορούμε να τη δεχτούμε. Έχω κάνει πολλές δουλειές στη ζωή μου μέχρι να φτάσω στο θέατρο, όπως και πολλοί άνθρωποι του θεάτρου, για καθαρό βιοπορισμό.
Όλες οι δουλειές δεν είναι ίδιες. Υπάρχουν ορισμένες που είναι πραγματικά ελκυστικές, όπως το θέατρο.
Για μένα, δεν είναι ακριβώς δουλειά, ποτέ δεν το αντιμετώπισα ως βιοπορισμό. Οι επιλογές μου γίνονταν πάντα με βάση αυτό που επιθυμούσα και όχι βάση αυτού που θα μπορούσε να μου αποφέρει χρήματα. Βέβαια, αυτό το έχω πληρώσει και το πληρώνω σκληρά και ακριβά. Αυτή όμως είναι η άποψη μιας ολόκληρης γενιάς, όπου οι αξίες είναι πάνω από τα χρήματα, από τον συμβιβασμό, οι αξίες είναι άρρηκτα δεμένες με τα ιδανικά που μπορεί να έχει κάποιος.

ΠτΘ: Γι’ αυτό το λόγο επιλέγετε δουλειές ποιοτικές, όπως ήταν το «Marissol” του Χοσέ Ριβέρα ή ο ρόλος του Καβάφη;
Π.Μ.:
Αυτή είναι η μία πλευρά της θεατρικής προσωπικότητας. Τον «Καβάφη» τον ερμήνευσα σε ένα καλά χρηματοδοτούμενο σήριαλ που έγινε στην ελληνική τηλεόραση το 1993. Το «Marissol” είναι μία παράσταση που χρηματοδοτήθηκε αμυδρά από έναν σπόνσορα. Είναι μία από τις επιλογές της θεατρικής μου πορείας. Η άλλη είναι οι παραγγελίες που δέχομαι από κρατικές σκηνές, από κρατικούς οργανισμούς ή από ιδιωτικούς θιάσους, όπου δεν αποφασίζω για το έργο, για το προϊόν, αλλά ενέχομαι στο αποτέλεσμα, το οποίο προσπαθώ να είναι όσο πιο κοντά στα ιδανικά μου.

ΠτΘ: Να έρθουμε επομένως στην επιλογή του ΚΘΒΕ να ανεβάσει ένα από τα πιο γνωστά μιούζικαλ, όπως είναι η «Γλυκιά μου Ίρμα».
Π.Μ.:
Το Κρατικό Θέατρο αγκαλιάζει φέτος με τις επιλογές του μια σειρά από θεατρικά είδη. Η διεύθυνση του θεάτρου είναι πολυσυλλεκτική, δηλαδή έχει περιλάβει στο ρεπερτόριό της κλασσικά έργα, ελληνικά, ξένων συγγραφέων, προσκάλεσε από την Αθήνα δύο σημαντικές προσωπικότητες της ελληνικής πρωτοπορίας και βέβαια το πασίγνωστο μιούζικαλ.
Είναι μια κρατική σκηνή, με πολύ μεγάλη επιχορήγηση, έχει επομένως την δυνατότητα να έχει έναν πλουραλισμό στις επιλογές της. Το «Γλυκιά μου Ίρμα» είναι ένα έργο θρύλος για το παγκόσμιο δραματολόγιο, με πολύ μεγάλη ιστορία όσον αφορά το boulevard, ένα είδος παρεξηγημένο. Για μένα, είναι ένα είδος που απευθύνεται στο πλατύ κοινό.

ΠτΘ: Είναι ένα πλούσιο έργο που απαιτούσε τα καλύτερα σκηνικά και κοστούμια, κι αυτό πρόσφεραν ο Απόστολος Βέττας και ο Γιάννης Μετζικώφ, οι πιο κατάλληλοι για να στηρίξουν αυτό το εγχείρημα. Από εκεί και πέρα έγιναν παρεμβάσεις από την πλευρά σας για να προσαρμόσετε το έργο στο κοινό της Θεσσαλονίκης;
Π.Μ.:
Ένα έργο χρειάζεται προσαρμογές. Κράτησα την εποχή που γράφτηκε, τη δεκαετία του ΄50, στο ύφος, τη μουσική, τα κοστούμια, το σκηνικό μέρος.
Ο εκσυγχρονισμός του συνίσταται περισσότερο σε ερμηνευτικούς κώδικες, οι οποίοι υπάρχουν μέσα στο έργο.

ΠτΘ: Ο θεατής αντιλαμβάνεται ότι δεν έγιναν αλλαγές στους διαλόγους, σε σημείο που διακρίνονται ακόμη και τα λογοπαίγνια στην αυθεντική γλώσσα.
Π.Μ.:
Κρατήθηκε με νύχια και με δόντια η γλώσσα της δεκαετίας, ακόμη και τα διάφορα λογοπαίγνια. Προσπάθησα να κρατήσω ένα φιλέ προστασίας γύρω από την εποχή, ώστε να μην ξεπέσουμε σε φθηνούς εκσυγχρονισμούς, οι οποίοι θα υποβάθμιζαν το συνολικό αποτέλεσμα.
Το Κρατικό Θέατρο δεν στοχεύει άλλωστε στο να χαϊδεύει το αυτί του σύγχρονου θεατή με διαφόρων ειδών εξυπνακισμούς. Ένα γαλλικό θέατρο, ακόμη και όταν ανεβάζει boulevard, πρέπει να έχει τη δυνατότητα να διασφαλίζει πραγματικά τους όρους του ανεβάσματος αυτού του έργου, από όλες τις απόψεις.

ΠτΘ: Διαδραματίζει σημαντικό ρόλο η στολή και η μεταμφίεση. Από τους υπονόμους, προβάλλουν οι δύο Κομπέρ οι οποίοι μεταμφιέζονται όταν μεταμφιέζεται και ο Νέστορας σε κόμη και ανεβοκατεβαίνουν σε δύο επίπεδα.
Π.Μ.:
Διαβάσατε ως θεατής την παράσταση με έναν διαφορετικό τρόπο. Είδατε τους αλήτες να συνδέονται με τον Νέστορα – Κόμη. Ήταν μία αρχική μου ιδέα, η οποία ξεχάστηκε κατά τη διάρκεια του ανεβάσματος.

ΠτΘ: Η μεταμφίεση συνδέεται με το κλειδί της παράστασης, τον Νέστορα, και με τον προσωπικό του αγώνα με τον εαυτό του. Είναι ο πόνος του εραστή που είναι ταυτόχρονα αντίζηλος του εαυτού του.
Π.Μ.:
Η γαλλική λογοτεχνία και κατ’ επέκταση το θέατρο, έχει τέτοιου είδους σκοτεινούς ήρωες. Είναι ένα έργο ελαφρύ, σαμπανιζέ, ωστόσο όμως οι ήρωές του είναι φτιαγμένοι από τα υλικά ενός ρεπερτορίου που υπάρχει πίσω από αυτούς τους ήρωες. Ο Νέστωρ Πατού, αυτός ο απλοϊκός αστυνομικός, είναι φτιαγμένος από υλικά της παραδοσιακής γαλλικής λογοτεχνίας, την οποία μπορούμε να συναντήσουμε στο Μολιέρο. Υπάρχουν στοιχεία αθέατα, μαύρα, τα οποία αφήνω να αναδεικνύονται σε ορισμένες στιγμές στην παράσταση, κρατώντας το σομόν χρώμα που χρειάζεται το έργο.

ΠτΘ: Η Ίρμα είναι μια χειραφετημένη πόρνη που δουλεύει για τους προστάτες της, γνωρίζει όμως τον κόμη και του ζητάει να την στηρίξει και οικονομικά. Εκεί γίνεται η αλλαγή.
Π.Μ.:
Εκεί, πραγματικά, η τραγική κωμωδία αυτού του ανθρώπου, συνορεύει με ένα κοινωνικό δράμα που μπορεί να περάσει κάποιος και αγγίζει τα όρια ενός ρομάντζου της πεντάρας, το οποίο υπάρχει από κάτω, σε ένα παράλληλο σενάριο που διατρέχει την σκηνοθετική μου ματιά.
Οι αφηγητές οι οποίοι είναι δάνειο στο έργο, δημιουργούν αυτήν την παράλληλη δράση.

ΠτΘ: Δεν ξέρω, βέβαια, αν σαν σύγχρονες γυναίκες θα μπορούσαμε να αγαπήσουμε την Ίρμα, αν και κρατάει το μύθο του έρωτα. Είναι ένας μύθος που ξετυλίγεται 50 χρόνια πριν. Υπάρχουν αντιλήψεις εκείνης της εποχής, τις οποίες μπορούμε να συναντήσουμε ακόμη και σήμερα.
Π.Μ.:
Απλούστατα, εδώ αναπτύσσεται ένας κατά λάθος παράφορος έρωτας, ο οποίος γεννάει κωμικοτραγικές καταστάσεις. Εκεί στηρίζεται όλη η πλάνη και η ίντριγκα του έργου.

ΠτΘ: Μας δώσατε να κρατάμε χαρτιά της τράπουλας, τα οποία παίζουν ρόλο και στο έργο. Την τράπουλα την κόβει ο συγγραφέας, ή η Ίρμα όταν παίζει χαρτιά με τον Κόμη Όσκαρ, ο οποίος έπαιζε με τη γυναίκα του αντί να κάνει έρωτα;
Π.Μ.:
Είναι κώδικες υπερβολής. Το γκροτέσκο χρησιμοποιεί πάντοτε τη διόγκωση για να τα κάνει ακόμη πιο κωμικά. Όσο για το ποιος μοιράζει την τράπουλα, οι συγγραφείς συνήθως ταυτίζονται με τους ήρωές τους και μιλούν πολλές φορές εξ’ ονόματός τους.

ΠτΘ: Ένα εξαιρετικό χαρτί στην παράσταση είναι η Άννα Φόνσου.
Π.Μ.:
Η Άννα Φόνσου είναι ιδανικός ερμηνευτής γι’αυτό το έργο, ενσαρκώνει πραγματικά αυτή την ηρωίδα, κουβαλάει το έργο στην πλάτη της και σέρνει το εξπρές «Γλυκιά μου Ίρμα», το οποίο, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, τραβάει το δρόμο του.

ΠτΘ: κ. Μιχαηλίδη, να περάσουμε στις άλλες σας δουλειές. Κάνατε τους «Αθεράπευτους» με τη Βάσια Παναγοπούλου και το Βλάση Μπονάτσο, μια εμπορική επιτυχία, αλλά και το «Marissol”.
Π.Μ.:
Ένα έργο δύσκολο, ακραίο…
Όπως ήδη ανέφερα, είμαι ένας σκηνοθέτης ηθοποιός, με πολυσχιδή θεατρική δράση. Δεν θα γύριζα ποτέ την πλάτη μου σε ένα εμπορικό θέατρο, σε ένα ακραίο έργο νεοϋορκέζικου υπερρεαλισμού, ή σε μία πρόκληση όπως το «Γλυκιά μου Ίρμα».
Πιστεύω ότι ένας άνθρωπος του θεάτρου πρέπει να ασχολείται με όλα τα είδη. Δεν μπορώ να βλέπω ανθρώπους να κλείνονται ερμητικά, να κρύβονται πίσω από τα παντζούρια, παρακολουθώντας την πραγματικότητα πίσω από τις γρίλιες.
Πιστεύω ότι ένας άνθρωπος του θεάτρου πρέπει να κατεβαίνει στην αγορά και να ασχολείται με τα πάντα, γιατί γι’ αυτό ακριβώς φτιάχτηκε.

ΠτΘ: Δεν ξέρω τι σημαίνει η «αγορά», αλλά κάποιες παραστάσεις, όπως και κινηματογραφικά έργα, θέλουν να σοκάρουν τον θεατή, φέρνοντάς τον σε δύσκολη θέση. Πρόκειται για σημεία των καιρών, έχει να κάνει με την υπερβολή που χρειάζεται το θέατρο, ή γίνεται «υπερβολική» αυτή η υπερβολή;
Π.Μ.:
Πιστεύω ότι το πείραμα, η ακρότητα, η πρόκληση πρέπει να συντελείται σε ελεγχόμενους χώρους στους οποίους να έχει μπει μια προστατευτική κίτρινη κορδέλα, όπου θα αναγράφεται «Προσοχή, συντελείται πείραμα», ώστε όποιος αποφασίσει να περάσει αυτήν την κορδέλα να ξέρει ότι θα είναι μπροστά σε κάποια πειραματική εκδοχή της ζωής.
Όταν όμως πρόκειται για χώρους που προσέρχονται παιδιά και οικογένειες- σήμερα μάλιστα η οικογένεια βάλλεται παντοιοτρόπως και από παντού, ως λανθασμένος πυρήνας συνύπαρξης των ανθρώπων, – δεν έχω κανένα δικαίωμα να πειραματίζομαι χωρίς την κίτρινη κορδέλα.

ΠτΘ: Μπαίνει όμως η κίτρινη κορδέλα, όταν πρέπει;
Π.Μ.:
Παλεύω σε ό,τι αφορά εμένα. Όταν ήμουν στο ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας, ανέβασα τον «Μανωλάκη, τον βομβιστή», ένα έργο για όλη την οικογένεια. Όταν έρχομαι στο ΚΘΒΕ, όπου συχνάζει όλη η οικογένεια, δεν αποτολμώ να περάσω την κίτρινη κορδέλα και κάνω έργα που αφορούν όλο τον κόσμο.
Στη χθεσινή παράσταση, είδα ένα ζευγάρι με δύο παιδιά να παρακολουθούν την παράσταση. Έγινε, κάποια στιγμή, η κλασική σκηνή, όπου ένα από τα δύο παιδιά άρχισε να γκρινιάζει και ήθελε να βγει έξω και ακολούθησε το γνωστό κλάμα του παιδιού, με το μπαμπά ή τη μαμά να το συνοδεύει στο φουαγιέ, ενοχλούμενος γιατί του διέκοψαν τη θεατρική του απόλαυση. Αυτές οι σκηνές είναι ευπρόσδεκτες για μένα στα θεάματα.

ΠτΘ: Έχετε συνεργαστεί με κρατικά θέατρα, με επιχορηγούμενα, με πειραματικά. Εκτιμάτε ότι τα τελευταία χρόνια ο μέσος Έλληνας πηγαίνει στο θέατρο;
Π.Μ.:
Ο μέσος Έλληνας έχει γυρίσει την πλάτη του σε τέτοιου τύπου πειραματικές αναζητήσεις, διότι αυτές αφορούν ορισμένα άτομα, τα οποία ομφαλοσκοπούνται μέχρι αηδίας. Θα επέμενα στο να ξαναφέρουμε το θεατή που αγαπάει τη σκηνική τέχνη, με θεάματα που πραγματικά τον αφορούν, με σκηνοθετικές απόψεις που θα τον προσελκύσουν. Χρειάζεται να υπάρχει στα έργα ένα πρώτο επίπεδο ανάγνωσης, αλλά ταυτόχρονα φοβερά μηνύματα.

ΠτΘ: Είναι ένα τέχνασμα, εξάλλου, και του αμερικανικού κινηματογράφου, που στοχεύει στο ταμείο, αλλά και στο κρυμμένο μήνυμα. Το «Αμελί» – μια γαλλική ταινία είναι ένα καλό παράδειγμα.
Π.Μ.:
Όπως και το «Ένας υπέροχος άνθρωπος» με τον Ράσελ Κρόουλ, μια εκπληκτική ταινία.

ΠτΘ: Γίνεται λόγος από τους κριτικούς για το μοντέλο του «προβληματικού» που προωθεί ο αμερικανικός κινηματογράφος μετά το πολυπαιγμένο Βιετνάμ. Παρουσιάζονται όλοι αυτοί οι υπέροχοι άνθρωποι που ζουν ανάμεσά μας, τους οποίους όμως δεν αναγνωρίζουμε στην ελληνική κοινωνία.
Π.Μ.:
Η Αμερική είναι μια τεράστια δεξαμενή παραγωγής μυθολογίας. Στη χώρα των αγγέλων, που είναι το Χόλιγουντ, φτιάχνονται χάρτινα όνειρα. Η αυτοκρατορία του κινηματογράφου έχει συντηρήσει και συντηρεί τα όνειρά μας. Η έλλειψή τους θα έκανε τη ζωή μας αφάνταστα μικροαστική και γκρίζα. Πιστεύω ότι η ύπαρξη του κινηματογράφου μας δίνει τη δυνατότητα να δραπετεύουμε, όπως ο Τομ στο «Γυάλινο κόσμο» του Τένεσι Ουίλιαμς.

ΠτΘ: Πώς αντιμετωπίζετε το χάπι έντ;
Π.Μ.:
Ήμουν ένας πολέμιος του χάπι έντ, ήθελα στο τέλος οι ήρωες να πεθαίνουν πάνω στα κεραμίδια, κρατώντας ένα σπαθί σαν τον Σπάρτακο, ή οι αντιήρωες να μην ενσωματώνονται στο σύστημα και να αντιδρούν απέναντί του.
Σήμερα, όμως, έχουμε ανάγκη από χάπι εντ, γιατί διανύουμε μια εποχή αφάνταστα σκοτεινή και γκρίζα και το χάπι εντ έρχεται σαν μία λύτρωση, απέναντι σε μια πραγματικότητα που μας οδηγεί στο θάνατο. Ο μεγαλύτερος αγώνας μας είναι πλέον να αποφύγουμε το θάνατο, ο οποίος καραδοκεί στις σχέσεις, στην καθημερινότητά μας. Θάνατος και μετά πολύ σιωπή.

ΠτΘ: Ο καλύτερος συμπαίκτης στη μονομαχία με το θάνατο είναι ο έρωτας, ούτε καν η ζωή.
Π.Μ.:
Επιστρέφουμε επομένως στη «Γλυκιά μου Ίρμα». Αυτό το θέμα διαπραγματεύεται το έργο: το πάθος για τη ζωή και ο παράφορος έρωτας που δημιουργεί κωμικοτραγικές καταστάσεις, ωστόσο είναι ένα πάθος για τη ζωή.

ΠτΘ: Ας κάνουμε ένα παιχνίδι, κ. Μιχαηλίδη. Αν υποθετικά, δουλεύατε σε παραγωγή του ΔΗΠΕΘΕ Κομοτηνής, σε μια πόλη που το κοινό δεν αγκάλιασε το θέατρο, τι θα προτείνατε;
Π.Μ.:
Η Κομοτηνή είναι μια αγαπημένη μου πόλη, γιατί είχα πολλούς φίλους που ήταν φοιτητές στη Νομική Σχολή τη δεκαετία του ΄80. Η Νομική είχε ένα θεατρικό εργαστήρι, που έβγαλε ανθρώπους που τροφοδότησαν το ελληνικό θέατρο. Ήταν ένας σημαντικός πυρήνας. Θυμάμαι με πολύ νοσταλγία τον κινηματογράφο ΠΟΑΛΑ, που δεν υπάρχει πια. Θυμάμαι την έξαρση της θεατρικής δημιουργίας της εποχής εκείνης.
Η Καβάλα, η Κομοτηνή φιλοξένησαν αξιόλογους δημιουργούς τα τελευταία χρόνια και προώθησαν το θέατρο. Προσωπικά, θα πρότεινα έργα που αφορούν τον κόσμο όπως είναι τα ελληνικά έργα ή οι συγγραφείς που έλαβαν υπόψιν την ιδιαιτερότητα της περιοχής, από πλευράς μυθοπλασίας ή μουσικής. Τα τραγούδια, τα λαϊκά δρώμενα της περιοχής είναι πολύ αγαπημένα μου θέματα και θα ήθελα να στραφεί κάποιος σ’ αυτήν την κατεύθυνση. Είναι σημαντικό να σκύψουμε στο πρόβλημα της περιοχής και μέσα από αυτό να αναδειχθούν θέματα, που αφορούν τους ανθρώπους που ζουν στην Κομοτηνή. Το στοιχείο της συνύπαρξης χριστιανικής και μουσουλμανικής θρησκείας είναι από τα πιο ελκυστικά και δημιουργικά θέματα.
Ένας καλλιτέχνης θα πρέπει να καταγράφει την περιοχή του και την εποχή του. Στην Αθήνα ανεβάζω ακραία έργα που διαπραγματεύονται τη βία, τους άστεγους.

ΠτΘ: Θίγετε το ότι το θέατρο είναι η αλήθεια. Είναι όμως δύσκολο να βάλεις καθρέφτη απέναντι στους ανθρώπους μιας περιοχής.
Π.Μ.:
Είναι ένα μεγάλο πρόβλημα. Μεγαλώνοντας, κατανόησα αυτόν τον προβληματισμό, έσκυψα εκεί και είδα την ανταπόκριση.

ΠτΘ: Να κλείσουμε με τα σχέδια σας.
Π.Μ.:
Χρειάζομαι ξεκούραση, έστω και για ένα 48ωρο. Θα με ενδιέφερε μια προοπτική θεάτρου στην περιφέρεια, με έμφαση στο ελληνικό έργο ή σε κάτι άλλο που θα μετρούσε τα χαρακτηριστικά της περιοχής.

ΠτΘ: Δεν σας φοβίζει επομένως ο όρος «Κρατικό»;
Π.Μ.:
Πρέπει να ξέρεις να το κατευθύνεις. Είναι απρόσωποι οργανισμοί που μπορούν να κατευθυνθούν. Υπάρχουν οι τοπικοί παράγοντες και κατά τόπους υποκαταστήματα του κράτους, οι οποίοι μπορούν να πλησιαστούν με πολύ δυσκολία και υπομονή. Όλη η Ελλάδα, όμως, έτσι είναι, διαφορετικά φεύγουμε για αλλού. Από τη στιγμή όμως που δεν σαλπάρουμε για αλλού, θα τη δεχτούμε με τα ελαττώματά της.

ΠτΘ: κ. Μιχαηλίδη, σας ευχαριστώ πολύ.
Μ.Π.:
Κι εγώ σας ευχαριστώ.

Μαρία Αμπατζή

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.