ΒΟΛΤΑ ΣΤ’ ΑΣΤΕΡΙΑ
Ως διορατικός, μυστηριώδης ξένος εισβάλλει στις κινηματογραφικές αίθουσες ο Άντονι Χόπκινς συμβάλλοντας στο νοσταλγικό ύφος της ταινίας «Καρδιές στην Ατλαντίδα». Η ταινία του Σκοτ Χικς προβάλλεται στην 1η αίθουσα στις 7.30 και στις 9.45.
Έκπληξη, συγκίνηση, θαυμασμό και απορία προκαλεί η απρόβλεπτη ταινία του Κωνσταντίνου Γιάνναρη «Δεκαπενταύουστος», η οποία προβάλλεται στις 7.00 και στις 9.30 στη 2η αίθουσα του κινηματογράφου Αστέρια.
Καρδιές στην Ατλαντίδα
Ο Στίβεν Κινγκ είναι, αναμφισβήτητα, ένας συγγραφέας με φαντασία, με αμερικανική φαντασία που έχει τροφοδοτηθεί και τροφοδοτήσει τον κινηματογράφο. Ήδη, έχουν γυριστεί τουλάχιστον σαράντα ταινίες με υλικό από τα μυθιστορήματά του, ανάμεσα στα οποία συγκαταλέγονται «Η λάμψη», «Στάσου πλάι μου» και το «Τελευταία έξοδος Ρίτα Χέιγουορθ». Εδώ ο σεναριογράφος William Goldman (που έχει στο ενεργητικό του το σενάριο του Μisery, μιας ακόμα ταινίας εμπνευσμένης από τον Κινγκ) διασκευάζει μια ανθολογία από πέντε νουβέλες του Αμερικανού μπεστ-σελερίστα, ενώ Σκοτ Χικς (Shine, «Χιόνι πάνω στους κέδρους») σκηνοθετεί.
Ο ευαίσθητος Σκοτ Χικς, με τη βοήθεια του βετεράνου σεναριογράφου Γουίλιαμ Γκόλντμαν, «ενοποιώντας» δύο μικρές ιστορίες του Στίβεν Κινγκ, θέλησε να καταγράψει τα όνειρα και τις ανησυχίες της παιδικής ηλικίας και την επίδραση που έχει ο σκοτεινός κόσμος των ενηλίκων στον ψυχισμό τους, αλλά και στη μετέπειτα ζωή τους. Αφηγητής της ιστορίας είναι ο πενηντάχρονος φωτογράφος Μπόμπι Γκάρφιλντ, που επιστρέφει στη γενέθλια πόλη του , προκειμένου να παραβρεθεί στην κηδεία ενός από τους καλύτερους φίλους των παιδικών του χρόνων. Η επιστροφή όμως στην πόλη που γεννήθηκε θα γίνει η αφορμή για να ξεπηδήσουν νοσταλγικές μνήμες, που θα φέρουν ξανά στο «προσκήνιο» ένα μυστηριώδη διορατικό άντρα, που μέσα σε λίγες εβδομάδες, καθόρισε τον τρόπο που ο μικρός ορφανός Μπόμπ έβλεπε τη ζωή και τον κόσμο.
Το καλοκαίρι του 1960, ο 11χρονος Μπομπ, εκτός από τις λιγοστές στιγμές ανεμελιάς και κεφιού που περνά με δύο φίλους, την Κάρολ και τον Σάλι, δεν ελπίζει ότι θα υπάρξει κάτι που θα γεμίσει την πραγματικά άδεια ζωή του. Ο πατέρας του έχει πεθάνει από τότε που εκείνος ήταν πέντε χρονών και η δύστροπη, εργαζόμενη μητέρα του, Λιζ, δεν είναι διατεθειμένη να του «προσφέρει» λίγο από το χρόνο ή από τα χρήματά της. Ακόμη και την ημέρα των γενεθλίων του, ενώ εκείνος περιμένει το πολυπόθητο ποδήλατο, εκείνη του προσφέρει μια κάρτα μέλους της τοπικής βιβλιοθήκης. Ξαφνικά όμως, όλα αλλάζουν. Ένας «παράξενος» άντρας νοικιάζει τον πάνω όροφο του σπιτιού και πολύ γρήγορα του προσφέρει δουλειά, χρήματα και στοργή. Για πρώτη φορά έχει έναν ανθρωπο δίπλα του, που όχι μόνο του μιλά για ποιητές και συγγραφείς – που δεν έχει ξανακούσει ποτέ – αλλά έχει και τη δυνατότητα να «μαντεύει» τις επιθυμίες του, να διαισθάνεται τους φόβους και τα συναισθήματά του. Έχει όμως και αυτός τις δικές του φοβίες… Φοβάται ότι θα χάσει το φως του… γι’ αυτό αναθέτει στον μικρό Μπομπ να του διαβάζει την εφημερίδα, αλλά και να παρακολουθεί την πόλη μήπως φτάσουν κάποιοι κοντοί, αδίστακτοι άντρες που τον «θέλουν κοντά τους»…
Δεκαπενταύγουστος
Δεκαπενταύγουστος. Μεγάλη έξοδος των Αθηναίων. Οι ένοικοι μιας τριώροφης πολυκατοικίας – που ανήκουν σε διαφορετικές κοινωνικές τάξεις – επιβιβάζονται στα αυτοκίνητά τους και ξεκινούν για μια ολιγοήμερη απόδραση. Όλοι κάτι κουβαλούν μαζί τους. Το ανύπαντρο ζευγάρι την κοκαίνη του, τα αδιέξοδα και τις ενοχές του. Το πετυχημένο επαγγελματικά ζευγάρι – εκείνη γυναικολόγος, εκείνος αρχιτέκτονας – τα οστά της μητέρας της και την πίκρα εκείνης για το παιδί που δεν θέλει ο άντρας της να αποκτήσουν. Και η λαϊκή οικογένεια, με το σαραβαλιασμένο αυτοκίνητο και τα δύο παιδιά, την ελπίδα να γίνει το θαύμα, να γιατρευτεί η κόρη τους που πάσχει από λευχαιμία από την Παναγία Σουμελά.
Ακριβώς τη στιγμή που φεύγουν, ένα κλεφτρόνι εισβάλλει στην πολυκατοικία και στα σπιτικά τους και μας αποκαλύπτει τα μυστικά τους αλλά και την δική του ιστορία.
Ο Κωνσταντίνος Γιάνναρης είναι από τους πιο ταλαντούχους σκηνοθέτες του νέου ελληνικού κινηματογράφου. Ο «Δεκαπενταύγουστος» είναι η πιο «ελληνική» δημιουργία του. Ένα σενάριο σωστά δομημένο, με αρκετούς χαρακτήρες ολοκληρωμένους στο σύνολο τους και η κάμερα του Γιάνναρη κυριολεκτικά να «κεντάει». Πρόσωπα οικεία, υπαρκτά από την σύγχρονη ελληνική καθημερινότητα, αναλαμβάνουν να δώσουν σάρκα και οστά στο όραμα του σκηνοθέτη. Η οικογένεια των χοντρών, το ζευγάρι των άτεκνων γιάπηδων, το λαϊκό τρίτο ζευγάρι. Και στη μέση ο κλέφτης. Η ταινία ξεκινά ως εύστοχο σχόλιο της καθημερινής παράνοιας. Σεκάνς εμπνευσμένες. Σκυλάδικα άσματα στο αυτοκίνητο. Άνθρωποι της αρπαχτής, της ζήλιας και της υποκουλτούρας. Η αιματηρή έξοδος του 15Αύγουστου στην εθνική οδό. Το τάμα στην Παναγία Σουμελά. Ο νεοπλουτισμός και τα τσακισμένα όνειρα. Κερατώματα και υπαρξιακές δοκιμασίες. Και ξαφνικά η κρίση του δημιουργού. Το μπλακ άουτ. Το θαύμα. Ή καλύτερα, το αναπάντεχο φινάλε.
Μ.Α.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
