Γραφοντας εναντια στη μνημη

Με το λόγο του Λόρκα από την παράσταση του «Ματωμένου γάμου» σε σκηνοθεσία Κώστα Τσιάνου, που παρακολουθήσαμε χθες, ακόμη να ηχεί στο νου και με νωπή ακόμη στη μνήμη τη συγκλονιστικά άγρια σκηνή του φεγγαριού και του χάροντα, που παραπέμπει άμεσα στους φόνους παλικαριών και του ίδιου του Λόρκα, δεν θα μπορούσε η επιλογή στη στήλη του βιβλίου να είναι σήμερα άλλη από το βιβλίο του Ισαάκ Ρόσα, που ξεφυλλίσαμε αμέσως μετά την παράσταση και παραπέμπει στον ισπανικό εμφύλιο, αυτόν τον δραματικό πόλεμο που πήρε μαζί του και τον Λόρκα και πολλούς ακόμη άλλους ταλαντούχους και νέους…
Ένας τρομακτικός πόλεμος για τον οποίο ο συγγραφέας, παρά την σπουδή του πάνω στους αφηγηματικούς τρόπους της ιστορίας, δεν λησμονεί τη βία που άσκησε επί των ανθρώπων, ως το συγκλονιστικότερο, κι ανείπωτο σε φρίκη, στοιχείο του…

Ισαάκ Ρόσα, «Το μάταιο χθες», ΜΤΦΡ.: Κυριάκος Φιλιππίδης, «», Αθήνα 2008

«Κυρίες και κύριοι, εδώ κάνουμε μυθοπλασία• χαλαρώστε κι απολαύστε την». Δαιμόνιος ο νεαρός Ισπανός συγγραφέας Ισαάκ Ρόσα (Σεβίλη, 1974), γνωρίζει καλά τη σημασία της παραπάνω παραίνεσης, δεδομένης της δυσανεξίας ορισμένων, ομοεθνών περισσότερο, αναγνωστών στη θεματική του μυθιστορήματός του, τη μακρόχρονη δηλαδή περίοδο της φρανκικής δικτατορίας. Ενα μελανό κομμάτι της πρόσφατης ιστορίας της Ισπανίας, το οποίο η δικτατορική συχνά συλλογική μνήμη φροντίζει είτε να λησμονεί είτε να παραχώνει σε ανεκτές εξιστορήσεις. Πάντα ακανθώδης η αφήγηση του παρελθόντος, ένα εφεύρημα που αποκαλύπτει, πέρα από τις ανάγκες τής εκάστοτε εποχής, τις ευαισθησίες και τις σκοπιμότητες των επινοητών του.
Ο Ρόσα, αποποιούμενος συναφείς υστεροβουλίες, εγκαθιδρύει εξαρχής μια διαλογική σχέση με τον αναγνώστη του, δήθεν υπακούοντας στην ηθική υποχρέωση απέναντι στην αλήθεια, αλλά μόνο για να καταδείξει περίτρανα την αναπότρεπτη παραχάραξη κάθε αφήγησης, είτε ιστορικής είτε προσωπικής. Ανάμεσα στην ιστοριογραφία και τη μυθοπλασία προκρίνει σαφώς τη δεύτερη, στο μέτρο που μέσω της μυθοπλαστικής μεταποίησης του ιστορικού παρελθόντος μπορεί να τεθεί εμφατικά ο προβληματισμός πάνω στις πολλαπλές μεθόδους αυτής ακριβώς της μεταποίησης. Διερωτώμενος διαρκώς για την αποτελεσματικότερη συγγραφική στρατηγική, έρμαιο υποτίθεται της σύγχυσής του απέναντι στην απειρία των προσφερόμενων αφηγηματικών εκδοχών, ξεμπροστιάζει με αριστοτεχνική δολιότητα τις περιβόητες εξουσίες του συγγραφέα, ενώ παράλληλα ξεκλειδώνει το οπλοστάσιο της μεθοδολογίας του, αφήνοντάς το έκθετο στην αναγνωστική ηδονοβλεψία. Η δηλητηριώδης υπονόμευση των συγγραφικών τεχνασμάτων μαζί με την αποθέωσή τους.

Εξωφρενική αφηγηματική δομή

Στο εγχείρημά του ο Ρόσα ορίζει προκαταβολικά ως σημαντικότερα προσκόμματα την επίσημη μνήμη, «μνήμη όχι χρησιμότητας, αλλά φετιχισμού», τις μυθοπλαστικές εποποιίες και δευτερευόντως τις αναγνωστικές απαντοχές. Προσπαθώντας να αποφύγει τις δύο πρώτες παγίδες, και από το άλλο μέρος να προλάβει τις υποθετικές, πάντα σεβαστές, αιτιάσεις των αποδεκτών του, δεσμώτης τάχα των προσδοκιών τους, δημιουργεί ένα εξωφρενικό στην ποικιλότητά του αφηγηματικό περιβάλλον, όπου η αναδιήγηση της ιστορίας συνυφαίνεται με τη διαδικασία της αναδιήγησής της καθώς και με τις απαιτούμενες επιλογές, προκειμένου να προκύψει μία καθορισμένη αφηγηματική εκδοχή. Οι αμφιταλαντεύσεις του συγγραφέα, οι επίμονες αμφιβολίες του τόσο για την ευστάθεια των εξιστορούμενων γεγονότων όσο και για τον τρόπο της εξιστόρησής τους συγκλίνουν στην ταυτόχρονη διεκδίκηση και γελοιοποίηση της αξιοπιστίας του. Η αυτοαναφορικότητα οδηγείται στα άκρα προκειμένου να δοθεί μια απάντηση στο δεσπόζον ερώτημα του βιβλίου, πώς δηλαδή πρέπει να γραφτεί.
Ακολουθώντας την εις άτοπον απαγωγή ο Ρόσα φροντίζει κατ’ αρχάς να πάρει τις επιβεβλημένες αποστάσεις από στοιχεία επιβαρυντικά για την εργασία του, όπως τα ιστορικά στερεότυπα, τα κόμπλεξ της μνήμης, οι εδραιωμένοι μύθοι που υποδύονται την ιστορική αλήθεια καθώς και πολυχρησιμοποιημένα, άγευστα πια μυθοπλαστικά αρτύματα. Ως αντιστάθμισμα στη χαώδη μορφή του μυθιστορήματος -επί της ουσίας μια ευρηματική παρωδία της μορφής- ο Ρόσα επιλέγει να κινηθεί σε ένα πολύ συγκεκριμένο μυθοπλαστικό πλαίσιο με σκηνογραφικό φόντο τις έντονες φοιτητικές κινητοποιήσεις στη Μαδρίτη στα τέλη της δεκαετίας του ‘60 και πρωταγωνιστές έναν πανεπιστημιακό καθηγητή και έναν κομμουνιστή φοιτητή. Πρόσωπα επιλεγμένα χάρη στην ιδιαίτερα χρήσιμη ιδιότητά τους να προβάλλουν ταυτόχρονα πραγματικά και πλασματικά, αχρεία και ηρωικά, ύποπτα και αθώα, αδιάφορα και συναρπαστικά, πρόσωπα εν ολίγοις εύπλαστα, γνώρισμα ιδανικό για μυθιστορηματικούς χαρακτήρες.

Υποβλητική η εναρκτήρια σκηνή του βιβλίου με τον συγγραφέα, αναδιφώντας στους ιστορικούς τόμους μιας βιβλιοθήκης, να στέκεται στις προσωπικότητες εκείνες που μνημονεύονται αδρομερώς, απαθανατισμένες σε ενδεή λήμματα, θύματα τόσο της ασημαντότητάς τους όσο και της αλληλένδετης περιφρόνησης των ιστοριογράφων. Με άλλα λόγια, οι ήρωες του μυθιστορήματος, παρά την έκτυπη προσχηματική τους υπόσταση, υποδεικνύονται από την πρώτη σελίδα σαν τους αφανείς της Ιστορίας, τους πλέον κατάλληλους για συγγραφική εκμετάλλευση. Οι βιογραφίες τους, εντυπωσιακά ελαστικές, μπορούν να μετατοπίζονται αβίαστα από την αγιογραφία στο λιβελογράφημα και αντιστρόφως, ενώ ο συγγραφέας διακινδυνεύει να κατηγορηθεί αναλόγως, είτε για κολακεία είτε για συκοφαντία. Οι φιγούρες τους σχηματοποιούνται και εξαϋλώνονται εξίσου εύκολα, μέχρι την οριστική τους εξάχνωση, χωρίς να απομένει το παραμικρό ίχνος από αυτές. Τη μυθοπλαστική πολυμορφία επιτείνουν διάφοροι φασματικοί συνομιλητές του συγγραφέα, οι οποίοι άλλοτε έρχονται να προσδώσουν με τις μαρτυρίες τους μια οιονεί χροιά ντοκουμέντου στην αφήγηση και άλλοτε εκφράζουν σε έντονο ύφος τις αντιρρήσεις τους. Ωστόσο, οι φωνές τους, όσο δυνατά και αν ακούγονται, δεν συντείνουν παρά στην επίρρωση της κύριας θέσης του εμπνευστή τους, πως κάθε επίκληση της αλήθειας ισοδυναμεί με πλαστογράφηση.

Επιθετική ειρωνεία

Προεξάρχον χαρακτηριστικό της γραφής του Ρόσα, η επιθετική ειρωνεία, μέσω της οποίας επιστρατεύονται συχνά κραυγαλέα ψεύδη για να παραστήσουν με υπολογισμένη αδεξιότητα το ιστορικό γεγονός. Η βαθμιαία υπονόμευση κάθε επιμέρους εξιστόρησης, το αλλεπάλληλο ξεθεμελίωμα της στοιχειώδους ούτως ή άλλως πλοκής, η πολυδιάσπαση των προσώπων σε αντιφατικά προσωπεία, η φιλοπαίγμων διάθεση του συγγραφέα και ο απερίγραπτος αυτοσαρκασμός του, ενώ θα μπορούσαν να συνεργήσουν στην ολοσχερή ισοπέδωση της δραματικής έντασης, κατορθώνουν, αντιθέτως, να αποσπάσουν την τεταμένη προσοχή του αναγνώστη. Ο τελευταίος δεν διανοείται ούτε στιγμή να λοξοδρομήσει από «το μονοπάτι αυτού του ανεκτικού σχετικισμού, παιδιά του οποίου είμαστε όλοι». Κρατώντας μας γερά από το χέρι ο συγγραφέας μάς παρασύρει σε μια ξέφρενη διαδρομή, «ανηφορίζοντας και κατηφορίζοντας το ίδιο βουνό, φορώντας γυαλιά με κρύσταλλα όλων των χρωμάτων». Οσο και αν το πλέον ενδεδειγμένο όχημα για παρόμοιες εξορμήσεις είναι η φαντασία, ο Ρόσα δεν χάνει λεπτό από το βλέμμα του την πραγματικότητα που επιχειρεί να ανασυντάξει, τη φρίκη του καθεστώτος του Φράνκο, δίνοντας σελίδες ασπαίρουσες από θυμωμένη καυστικότητα, ανατριχιαστική ωμότητα και εκφραστική αγριότητα. Η επιθετικότητά του εκρέει από την αταλάντευτη πεποίθηση ότι κάθε μυθοπλαστικός εξωφρενισμός ωχριά μπροστά στην αναπαριστώμενη συνθήκη. Ως γνωστόν, η πραγματικότητα ακυρώνει με απαράμιλλο κυνισμό ακόμα και την πιο νοσηρή φαντασία. Μολονότι «επιδέξιος και λίγο επιδειξίας ο συγγραφέας» και με απόλυτη εμπιστοσύνη στην αρωγή των λεξικών, δεν αγνοεί ένα βασικό ελάττωμα των λέξεων, την ανικανότητά τους να μεταφέρουν τον ακραίο σωματικό πόνο, με συνέπεια κάθε περιγραφή σωματικού βασάνου, οσηδήποτε αναλυτική, να υποχωρεί μπροστά στο «μάταιο λεξιλόγιο του πόνου».

Περιφέροντάς μας ασταμάτητα από τις σελίδες τού υπό εξέλιξη βιβλίου στον δαιδαλώδη σκελετό της κατασκευής του, άλλοτε με διαβολεμένο κέφι και άλλοτε με υστερική οργή, ο Ρόσα δεν μας επιτρέπει καθόλου να υποβαθμίσουμε τη σπουδαιότητα όλων όσα επεξεργάζεται στο ολάνοιχτο συγγραφικό του εργαστήριο. Αφετηριακές παραδοχές του είναι, αφ’ ενός, ότι κάθε πρόθεση αποδόμησης συνθλίβεται αναπόφευκτα στη συγκρότηση ενός οικοδομήματος και αφ’ ετέρου, ότι κάθε αφήγηση, είτε ιστορική είτε μυθοπλαστική, λειτουργεί αθροιστικά στις ριζωμένες παρανοήσεις και παρερμηνείες, απότοκες προγενέστερων αναγνώσεων, καθώς και στις μνημονικές παραποιήσεις και ανακρίβειες του εκάστοτε αποδέκτη της. Εκείνος εντέλει είναι που θα απαντήσει στο κρίσιμο ερώτημα: «Τελικά, είναι άραγε πιθανό ένα τέτοιο μυθιστόρημα να μην είναι περιττό, αλλά απαραίτητο;» Απίθανη θα ήταν μια αποφατική απάντηση.

Λίνα Πανταλέων, «ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ»,
18/07/2008

Θεωρώντας με τη σειρά μας το βιβλίο πάντοτε απαρατητο, καλές καλοκαιρινές αναγνώσεις…

Επιμέλεια:Τ.Β.

 

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.