Η μουσικη ως προκληση για τον Αλκη Ζοπογλου
Τους Kontrabando δεν τους υποδεχόμαστε για πρώτη φορά στη Ροδόπη. Στη Μαρώνεια όμως η 16η Αυγούστου θα είναι η πρώτη φορά που θα τους υποδεχτούμε και μάλιστα με τη συνδρομή του πασίγνωστου δεξιοτέχνη Haig Yazdjian στην εκδήλωση «Μουσικών κοίλον» μια νύχτα με ολόγιομο Αυγουστιάτικο φεγγάρι… Ευκαιρία, λοιπόν, να θυμηθούμε από το θησαυροφυλάκιο τέχνης του ΠτΘ το προφίλ του σχήματος των Kontrabando μέσα από μια συνέντευξη που παραχώρησε ο Άλκης Ζοπόγλου στην Μαρία Αμπατζή με αφορμή την κυκλοφορία του πιο πρόσφατου δίσκου τους «Elephant» πριν λίγους μήνες…
κ. Ζοπόγλου, έχετε μια καινούρια δουλειά με τους Kontrabando, μια δουλειά πολύ δυνατή, αν κρίνει κανείς και από τον τίτλο της και από τη φωτογραφία του ελέφαντα στο εξώφυλλο του cd, το οποίο σίγουρα δεν περνάει απαρατήρητο.
Η επιλογή του εξώφυλλου είχε σχέση με τη δυναμική αυτής της δουλειάς και είναι αλήθεια ότι μας επηρέασε πάρα πολύ. Πιστεύουμε ότι όλοι οι συντελεστές που μπήκαμε στη διαδικασία της υλοποίησης αυτής της δουλειάς που έγινε σε συνεργασία με το σχήμα Kontrabando, έχει μια μεγάλη δυναμική και ότι πράγματι είναι μια καινούρια πρόταση στον ελληνικό ήχο.
Η δουλειά αυτή περιέχει, μάλιστα, και ονόματα καλλιτεχνών που ο καθένας έχει την δική του πορεία στην μουσική, καθώς επίσης είναι και πλούσια από πλευράς ήχων, αλλά και μουσικών οργάνων. Να πούμε, όμως, τι και ποιους καλλιτέχνες περιλαμβάνει αυτή η δουλειά…
Εκτός από τα βασικά μέλη του Kontrabando που είναι ο Γιάννης Τσίγκας που παίζει κιθάρα, ο Πάνος Καραθανάσης, ο Χάρης Ξυλάς και εγώ, συμμετείχαν στη δισκογραφική αυτή δουλειά και πολλοί φίλοι μουσικοί που έδειξαν πολύ μεγάλη αγάπη προς αυτό που φτιάξαμε και πραγματικά πιστεύω ότι τους άρεσε αυτή η δουλειά. Ένας από αυτούς είναι ο Haig Yazdjian, όπως και ο Βαγγέλης Καριπής, ο άνθρωπος που επιμελήθηκε την ενορχήστρωση των κρουστών και ρυθμικών κομματιών αυτής της δισκογραφικής δουλειάς και διάφοροι άλλοι, όπως είναι ο Παντελής Στώικος και ο Βασίλης Τζωρτζίνης.
Πάντως είναι μια δουλειά που περιλαμβάνει δώδεκα οργανικά κομμάτια από τα οποία, όπως αναφέρατε, δέκα συνθέσεις είναι δικές σας, καθώς επίσης υπάρχει και μια διασκευή του γνωστού τραγουδιού η «Γκαρσόνα» του Τούντα.
Είναι μια διασκευή του γνωστού λαϊκού τραγουδιού η «Γκαρσόνα» και η αλήθεια είναι πως είχαμε και τις σχετικές περιπέτειες, για να πάρουμε την έγκριση, γιατί η γνώμη του Παναγιώτη Τούντα στην αρχή ήταν αρνητική. Μετά, όμως, όταν τους στείλαμε το υλικό και τους παρακαλέσαμε να το ακούσουν, είναι αλήθεια πως συνηγόρησαν θετικά και, μάλιστα, χαρακτηριστικά μας είπαν ότι αυτή η εκτέλεση θα δώσει και άλλα τριάντα χρόνια ζωής στο κομμάτι.
Να εξηγήσουμε όμως πώς έγινε αυτή η συνάντηση καταρχήν των Κοντραμπάντο των οποίων είστε ο βασικός πυρήνας, αλλά και όλων των υπολοίπων που, όπως είπαμε, ο καθένας έχει μια σημαντική πορεία στα μουσικά πράγματα της χώρας.
Πάνω κάτω κινούμαστε όλοι οι μουσικοί, που συναναστρεφόμαστε με αυτό το είδος της μουσικής, στα ίδια πλαίσια. Γνωριζόμαστε και από άλλες δουλειές που έχει ο καθένας στο ενεργητικό της μουσικής του πορείας και είναι σίγουρο πως όταν έχεις εμπιστοσύνη πια σε έναν άνθρωπο, τον καλείς να παίξει μια δουλειά που ξεκινάς και έτσι γίνεται αυτή η συνάντηση, η μουσική συνάντηση. Πιστεύω, δηλαδή, ότι όλοι αυτοί οι μουσικοί έδειξαν μια πολύ μεγάλη ευγένεια απέναντι στις δικές μου συνθέσεις και ειλικρινά τους ευχαριστώ γι’ αυτό και πραγματικά είμαι πάρα πολύ ευχαριστημένος από το αποτέλεσμα. Πιστεύω ότι θα με δικαιώσει αυτή η άποψή μου.
Πάντως κάποια ονόματα που γνωρίζω κ. Ζοπόγλου είναι άτομα που μπορεί να ξεκίνησαν με την τζαζ, αλλά το ’χουν ψάξει, θα λέγαμε, και στον χώρο της παραδοσιακής μουσικής ή τέλος πάντων να πάρουν παραδοσιακά κομμάτια και να τους δώσουν ένα ηχόχρωμα της τζαζ. Δηλαδή, δεν είναι άνθρωποι που μένουν μόνο σ’ ένα είδος μουσικής, αλλά αναζητούν το άνοιγμα…
Ναι, ούτως ή άλλως η μουσική δεν είναι ένα πράγμα και εκεί κινείται, βέβαια, και η δισκογραφική δουλειά που έχουμε κάνει. Η μουσική, λοιπόν, από μόνη της δεν είναι ένα πολύ περιορισμένο αντικείμενο. Για τον κάθε μουσικό είναι πρόκληση το να μπαίνει σε άλλα είδη μουσικής, για να μπορεί να ξεφεύγει λίγο και από την ρουτίνα, να κάνει και πράγματα άλλα που τον ενδιαφέρουν ή πράγματα, μουσικά πράγματα εννοώ, που είναι εκείνη την εποχή στην τάση της… δεν ξέρω αν μπορώ να το χαρακτηρίσω έτσι, στην τάση της μόδας. Είναι αλήθεια ότι αυτό είναι μια μεγάλη πρόκληση και όλοι μας, σαν μουσικοί, μπαίνουμε σ’ αυτήν την διαδικασία.
κ. Ζοπόγλου, ήθελα να σας ρωτήσω, επειδή είναι, στην ουσία, δικές σας οι δέκα συνθέσεις, πόσο καιρό πήρε αυτή η δουλειά, της σύνθεσης, και από ’κει και πέρα πόσο καιρό πήρε η ηχογράφηση, αλλά και σε ποια διαφορετικά στούντιο έγινε…
Ναι. Η σύλληψη, οι μουσικές αυτές ιδέες μπορώ να πω ότι είναι μια δουλειά περίπου δύο χρόνων, σαν μελωδίες δηλαδή. Μετά ακολούθησε περίπου μισός χρόνος για την ολοκλήρωσή τους ενορχηστρωτικά και όταν μπήκαμε στο στούντιο, έτοιμοι πια, και ξέροντας τι πρέπει να παίξει ο καθένας, ήταν, αν θυμάμαι καλά, Μάρτιος του 2007 και η δουλειά ολοκληρώθηκε, οι ηχογραφήσεις δηλαδή τελείωσαν, λίγο πριν παραχθεί το cd σε πολλά αντίτυπα. Νομίζω τελείωσαν αρχές Νοεμβρίου, δηλαδή μέσα σε έξι μήνες είχαν τελειώσει οι ηχογραφήσεις και τα στούντιο που έγιναν αυτές, είναι το στούντιο της Κομοτηνής, το δικό σας εκεί, στη Μαρώνεια, του Γιάννη και του Γιώργου Παγκοζίδη. Ένα στούντιο που σε σχέση με τον τόπο του παρέχει ειλικρινώς πάρα πολλά, πάρα πολύ μεγάλη βοήθεια και είναι πολύ καλά εξοπλισμένο για τον χώρο που είναι. Επίσης, οι ηχογραφήσεις έγιναν στις Σέρρες, στην Καβάλα, όπως επίσης στη Θεσσαλονίκη και στην Αθήνα. Έγιναν δηλαδή σε πέντε διαφορετικά στούντιο, αλλά οι βάσεις ξεκίνησαν από το στούντιο της Μαρώνειας, τη «Μαγική Πυξίδα» και μετά, συμπληρωματικά, άρχιζαν και έπαιζαν και κάποιοι άλλοι μουσικοί μέχρι να ολοκληρωθεί αυτή η δισκογραφική δουλειά, να φτάσει στο τέλος της.
Γιατί στα αγγλικά όλοι οι τίτλοι, οι συντελεστές, οι ευχαριστίες στο cd; Είναι για λόγους προώθησης της δουλειάς, κ. Ζοπόγλου;
Θ’ αναφερθώ πρώτα στη μουσική πραγματικότητα στην Ελλάδα. Ξέρουμε όλοι μας ότι το να κάνεις μια παραγωγή που να είναι μόνο οργανική μουσική, όπως είναι αυτή που έχουμε κάνει εμείς στο «Elephant» με το Kontrabando, είναι ποσοστιαία, το δύο με τρία τοις εκατό της μουσικής πραγματικότητας στην Ελλάδα. Πάντως είναι αλήθεια ότι τα οργανικά θέματα κατέχουν πολύ μικρό χώρο στην ελληνική μουσική πραγματικότητα.
Και τα περισσότερα τα έχουμε συνδέσει με soundtrack, ας πούμε επιπέδου Καραϊνδρου, τα οποία έχουν και κάποια τραγούδια.
Ναι, ναι. Γνωρίζουμε ότι απευθυνόμαστε σε πολύ μικρό κοινό στην Ελλάδα, ενώ αντίστοιχα το κοινό που ακούει οργανική μουσική στο εξωτερικό είναι μεγαλύτερο. Θέλω να πω ότι η οργανική μουσική κατέχει ένα πολύ μεγάλο ποσοστό της μουσικής πραγματικότητας στο εξωτερικό, γι’ αυτό και κάναμε όλη την παραγωγή σε ξένη γλώσσα, στα αγγλικά, για να μπορεί αυτή η δισκογραφική δουλειά να προωθηθεί εύκολα και προς το εξωτερικό. Ήδη, γίνονται τώρα κάποιες διεργασίες, για να μεταφερθεί σε διάφορες άλλες χώρες εκτός Ελλάδας.
Θα ’θελα να μου πείτε λίγο και τις συνεργασίες που έχετε κατά καιρούς με μουσικούς που παίζουν ήχους της Μεσογείου, δηλαδή, ο Haig Yazdjian σίγουρα δεν προέκυψε τυχαία.
Ναι, είναι ένας μουσικός που συνεργαζόμαστε αρκετά συχνά. Επίσης, ένα άλλο σχήμα με το οποίο έχουμε συνεργασία, είναι το μουσικό σχήμα «Εν Χορδαίς». Είναι περισσότερο ταγμένο στην παραδοσιακή μουσική της Ανατολής και τη λόγια και γενικά υπάρχουν συνεργασίες με πολλούς μουσικούς από το χώρο της ελληνικής μουσικής παράδοσης, κατά κύριο λόγο θα έλεγα, και μετά μπορούν να μπουν και σε άλλα ιδιώματα μουσικά.
Με τους «Εν Χορδαίς» έχετε και μια δισκογραφική δουλειά το 2006 απ’ ότι βλέπω στις μουσικές παραδόσεις της Μεσογείου. Ως Έλληνας δεξιοτέχνης εσείς, μαζί με Λιβανέζους, Τούρκους, Πέρσες… μια πολύ ωραία συλλογή.
Είναι αλήθεια ότι έχουν ανοιχτεί ορίζοντες και ότι οι συνεργασίες μας έχουν ανοίξει και πέρα από τα τουρκικά δεδομένα, ευνοώντας τον χώρο της Ελλάδος. Συνεργαζόμαστε με πολλούς μουσικούς που ζουν σε άλλες χώρες και, ειδικά, σε χώρες της Ανατολής και τις χώρες γύρω από τη Μεσόγειο και όλες αυτές οι συνεργασίες πιστεύω ότι μπορεί όχι άμεσα, αλλά έμμεσα να λειτουργήσουν, έτσι ώστε να δώσουμε μια πολύ ανοιχτόμυαλη σκέψη για τη μουσική, για τον τρόπο προσέγγισής της.
Οι δουλειές σας κατά καιρούς έχουν παρουσιαστεί και σε άλλες χώρες για παράδειγμα, αυτή η συνεργασία στο «Εν Χορδαίς» έχει να κάνει και με Τούρκους, Πέρσες, Λιβανέζους…
Το «Εν Χορδαίς» είναι ένας πολιτιστικός οργανισμός που σίγουρα τις δισκογραφικές δουλειές που έχει, τις έχει μοιράσει στις χώρες της Μεσογείου, δηλαδή, ξέρω ότι κυκλοφορούν στην Τουρκία, στον Λίβανο και γενικά είναι ένας οργανισμός που έχει πάρα πολλή απήχηση και στο εξωτερικό για την μουσική που παίζει. Και η δική μας η δουλειά, του Kontrabando δηλαδή η προηγούμενη δισκογραφική δουλειά, που έγινε το 2003, στην Libra music, έχει βγει επίσης. Ξέρω ότι κυκλοφόρησε στο Ισραήλ, στην Τουρκία και στην Ιταλία, αν δεν κάνω λάθος.
κ. Ζοπόγλου, αυτό το αλισβερίσι, θα λέγαμε, το μουσικό και συνεργασίες με μουσικούς της Μεσογείου και των ήχων της Μεσογείου, υποθέτω ότι είναι και μια πολύτιμη εμπειρία ως προς το θέμα της καταβολής και κάποιων ειδών μουσικής, δηλαδή αυτό που λέμε, πού αποδίδεται το ρεμπέτικο ή από πού ξεκίνησε το μπουζούκι ή ότι ο συγκεκριμένος ήχος είναι ελληνικός ή περσικός. Δηλαδή, φανταζόμαστε ότι μπήκατε και σε αυτήν την διαδικασία της αναζήτησης…
Σίγουρα μέσα από αυτές τις σχέσεις καταλαβαίνεις πολλά πράγματα, αλλά νομίζω ότι, όπως σας είπα και στην αρχή, ο ρόλος της ταυτότητας στην μουσική είναι λίγο μπερδεμένος, γιατί μην ξεχνάμε ότι οι μουσικοί είναι άνθρωποι που κινούνται συνεχώς, πολύ περισσότερο στις μέρες μας, αλλά και παλαιότερα ήταν άνθρωποι που κινούνταν συνεχώς από Κωνσταντινούπολη, Ιωάννινα μέχρι Αίγυπτο, οπότε πρέπει να λάβουμε υπ’ όψιν ότι κάτω απ’ αυτό το πρίσμα μετέφεραν μουσικά ιδιώματα και χαρακτηριστικά, χωρίς να το κάνουν εσκεμμένα, αλλά ήταν δεδομένο πλέον αυτό το πράγμα. Δηλαδή, όταν λέμε ότι η μουσική δεν έχει σύνορα, είναι πολύ σοφή κουβέντα, είναι η αλήθεια όλης αυτής της σκέψης.
Όταν ακούτε, επομένως, κάποιους να θέλουν να δώσουν συγκεκριμένη ταυτότητα για να θέσουν όρια στην μουσική, πώς αντιδράτε;
Τους λέω αυτό που είπα και σ’ εσάς προηγουμένως ότι η μουσική δεν έχει όρια, ότι κανένας μουσικός δεν είναι υποταγμένος, δεν υπηρετεί την μουσική για να παίζει ένα πολύ συγκεκριμένο είδος, ότι η μουσική ανήκει σε όλους και πως όλοι πρέπει να παίζουν όλα τα είδη μουσικής. Φυσικά, όλοι μας έχουμε μία τάση…για παράδειγμα, εγώ έχω την τάση να ’μαι πιο κοντά στο παραδοσιακό είδος μουσικής, αλλά δεν μπορώ ν’ αποκλείσω τον εαυτό μου απ’ το να μπω στην διαδικασία του να παίξω κάτι πιο σύγχρονο ή να παίξω κάτι που να είναι τελείως διαφορετικό από το χρώμα που έχω εγώ. Τα όργανα είναι, άλλωστε, κάτι που πρέπει να χρησιμοποιούμε για να παράγουμε τα συναισθήματά μας και τα συναισθήματα δεν τα εξωτερικεύουμε μόνο με ένα συγκεκριμένο είδος μουσικής.
Μαρία Αμπατζή
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
