Κινηματογραφικο Αφιερωμα για τα Ανθρωπινα Δικαιωματα
Με στόχο την ευαισθητοποίηση του κοινού στα ανθρώπινα δικαιώματα και την συμμετοχή του στη δράση της Διεθνούς Αμνηστίας, οι ομάδες του Ελληνικού Τμήματος της οργάνωσης στη Θεσσαλονίκη διοργανώνουν φεστιβάλ κινηματογράφου το οποίο θα πραγματοποιηθεί από τις 7 ως τις 14 Οκτωβρίου στο Μουσείο Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.
Την εκδήλωση θα πλαισιώσει με συμμετοχή ομιλητών της η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου.
Παράλληλα, στον ίδιο χώρο, από τις 7 ως τις 31 Οκτωβρίου, θα παρουσιαστεί μέρος της πρωτότυπης έκθεσης αφίσας με τίτλο «Σχεδόν πάντοτε η μειονότητα των δημιουργικών αφοσιωμένων ανθρώπων έκανε τον κόσμο καλύτερο». Η έκθεση, πρωτοβουλία και διοργάνωση της Apeiron Photos, του Corbis και του Ελληνικού Τμήματος της Διεθνούς Αμνηστίας, παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 2006 στο Μουσείο Μπενάκη, ενώ το 2008 ταξίδεψε στη Βιέννη και παρουσιάστηκε στο ιστορικό ανάκτορο του Hofburg.
Το Φεστιβάλ ξεκίνησε με την ταινία «Το Παγωμένο Ποτάμι, Frozen River, του Courtney Hunt, μετά το τέλος της οποίας ακολούθησε συζήτηση με την κ. Έφη Βουτυρά, Διδάκτορα του Πανεπιστημίου Μακεδονίας και τον κ. Γιώργο Μαυρομάτη, Λέκτορα του Πανεπιστημίου Θράκης – εκπρόσωπο της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου.
• Γιώργος Μαυρομμάτης:
«Το κοντινό μου μεγάλο ποτάμι»
Η Ομιλία – εισαγωγή του Γιώργου Μαυρομμάτη στη συζήτηση μετά την προβολή της ταινίας «Το παγωμένο ποτάμι»/ Frozen River [2008], του Courtney Hunt:
«Γεννήθηκα με μεγάλωσα δίπλα σε ένα ποτάμι, σε ένα ποτάμι που δεν υπάρχει πια. Την Κομοτηνή του 1960 την διέρρεε ένα ποτάμι, ο Μπουκλουτζάς, και το σπίτι μας ήταν δίπλα στην όχθη του. Τα πιο πολλά που θυμάμαι από παιδί συνδέονται κάπως με αυτό το ποτάμι. Τον χειμώνα άκουγα τη βίαιη ροή του νερού, το καλοκαίρι το «κελάηδισμα» των βατράχων. Το καλύτερό μου παιχνίδι ήταν να είμαι δίπλα ή και μέσα στο ποτάμι. Να το διασχίζω το καλοκαίρι, να πατάω προσεκτικά πάνω στον πάγο που έπιαναν οι όχθες τον χειμώνα.
Για μένα το μικρό αυτό ποτάμι δεν αποτελούσε κάποιου είδους εμπόδιο, κάποιο απροσπέλαστο χώρο. Το αντίθετο μάλιστα. Για την ακρίβεια αποτελούσε αντικείμενο πόθου, που η προσέγγισή του εμποδιζόταν συχνά από απαγορεύσεις του πατέρα μου, στο όνομα πραγματικών ή φανταστικών κινδύνων. Ωστόσο, εκ των πραγμάτων αποτελούσε και ένα όριο, πραγματικό αλλά και συμβολικό. Απέναντι ήταν ένας τούρκικος μαχαλάς! Όμως – τι περίεργο; – εκεί καθόταν και η θεία μου η Σοφούλα, εκεί είχε το μαγαζί του και ο Ιμπράμ ο ψιλικατζής, και ο Κώστας ο γιαουρτσής. Και έτσι, πετώντας μια μικρή γέφυρα, βρισκόμουν «απέναντι», σε αυτόν τον κάπως περίεργο αλλά όχι ξένο χώρο, ίσως και κάθε μέρα.
Ξεκινώντας από αυτά, και κοιτώντας – για τις ανάγκες αυτής της παρουσίασης – προς τα πίσω, στα μικρά μου χρόνια, αντιλήφθηκα ότι όλος εκείνος ο χώρος και ο χρόνος της παιδικής μου ηλικίας σηματοδοτούνταν – οριοθετούνταν, δεν ξέρω – από ποτάμια.
Πρέπει να ήταν εκεί στα 9 μου που παρατηρούσα κατάπληκτος ένα τεράστιο χείμαρο στη Βέννα, στον κάμπο της Ροδόπης, να παρασέρνει ό,τι έβρισκε μπροστά του, και να ρίχνει και μια γέφυρα. Και εκεί γύρω στα 11 όταν πρωτοαντίκρυσα τον Δούναβη, σε ένα σημείο με σχεδόν 2 χιλιόμετρα πλάτος. Ουάου, που θα ʽλεγε και η κόρη μου. Αυτό είναι ποτάμι!
Όμως σύντομα έμελλε να αποδειχθεί ότι άλλο ήταν Το ποτάμι. Το απόλυτο ποτάμι – όριο: ο Έβρος.
Περίεργο όριο όμως. Για χρόνια, και μέχρι να καταλάβω με ακρίβεια τι σημαίνει σύνορο για ένα εθνικό κράτος, μου ήταν δύσκολο να αντιληφθώ τι ακριβώς χωρίζει ο Έβρος. Και πώς να το καταλάβω όταν κάθε φορά που πηγαίναμε μέχρι εκεί και βλέπαμε απέναντι την Αδριανούπολη, ξετυλίγονταν στα αυτιά μου ένα κουβάρι από ιστορίες με αποκορύφωμα το πώς «δικοί μας» άνθρωποι, προ-προ-πάπποι μου δηλαδή, χτίσαν το Σελιμιέ τζαμί, για το πώς ο ένας παππούς ήταν από την Κεσσάνη, έ, πέρα προς τα εκεί, και πως η άλλη θεία ήταν από το Λουλέ Μπουργάζ, να κάπου προς τα εδώ. Δικός μας τόπος δηλαδή και ο «απέναντι», μόνο που, παραδόξως, δεν μπορούσαμε να πάμε.
Και γιατί φύγαν οι άνθρωποί μας από εκεί; Γιατί έγινε πόλεμος και οι ανατολικοθρακιώτες απελευθερώθηκαν αλλά σύντομα ξανασκλαβώθηκαν – όποιος θέλει βάζει όπου θέλει εισαγωγικά εδώ. Και μετά τα εθνικά κράτη τραβήξαν σύνορα και χώρισαν την περιοχή. Και οι άνθρωποί μας έπρεπε να φύγουν γιατί τους διώχναν και τους σφάζαν. Έπρεπε να φύγουν από έναν πραγματικά δικό τους τόπο για να πάνε σε έναν ξένο, αλλά φαντασιακά, συμβολικά δικό τους χώρο, ενώ πολλοί από αυτούς, για χρόνια πίστευαν πως, σύντομα θα μπορέσουν να ξαναπεράσουν το ποτάμι και να γυρίσουν πίσω, στον πραγματικά δικό τους τόπο.
Βέβαια, όλη αυτή η κίνηση δεν ήταν προς μια κατεύθυνση. Αντίστοιχα, κάποιο άλλοι, δυτικοθρακιώτες Τούρκοι αυτή τη φορά, πιεσμένοι και εκείνοι αρχικά από πόλεμο και μετά από την πολιτικο-οικονομική κατάσταση, περνούσαν λαθραία το ποτάμι, και φτάναν «απέναντι», με ό,τι μπορούσαν να κουβαλήσουν από την ρευστοποιημένη περιουσία τους. Οι περισσότεροι αποφάσιζαν και έφευγαν όταν πια καταλάβαιναν ότι δεν μπορούσαν να ζήσουν όχι όπως θα ονειρευόταν αλλά ούτε όπως ζούσαν οι χριστιανοί/ Έλληνες/ πλειονοτικοί γείτονές τους. Και έτσι περνούσαν «απέναντι», για να βρεθούν μαζί με ομόθρησκους και ομόγλωσσους, ίσως κοντά και σε συγγενείς και πάντα με την ελπίδα μιας καλύτερης ζωής, αλλά – όπως και να έχει – σε ξένο τόπο.
Τα πράγματα άρχισαν να στρώνουν, και οι άνθρωποι να νιώθουν καλύτερα μετά τα 1980 και ακόμα πιο πολύ μετά τα 1990, όταν οι σχέσεις των δύο κρατών άρχισαν να ομαλοποιούνται. Αλλά, να! Τώρα που κανείς από τους δυο γείτονες δεν είχε πια λόγο να διαβεί λαθραία τον ποταμό, νέοι «πελάτες» των κοντραμπατζήδων εμφανίστηκαν. Από την κεντρική Ασία και την Αφρική αυτή τη φορά, φυγάδες, μετανάστες, απελπισμένοι πρόσφυγες, θρασείς τυχοδιώκτες, ποιος ξέρει. Μαυριδεροί, κατάκοποι, ξένοι παντάξενοι, που πήγαιναν σε τόπο ξένο. Ξένο αλλά πλούσιο και ασφαλή. Με την ελπίδα ίσως να πλουτίσουν ή απλά και μόνο να επιβιώσουν. Αν και πολλοί το μόνο που κατάφερναν ήταν να μετράν με τα κορμιά τους την έκταση των ναρκοπεδίων – «δος μοι τούτον τον ξένον … » σκέφτηκε κάποτε ένας φαντάρος που περιμάζευε μέλη από τέτοια κορμιά. Των ναρκοπεδίων λοιπόν εκείνων των φονικών κομματιών γης που, με τον τρόπο τους, φρόντιζαν για την ασφάλεια των ντόπιων, για την ευημερία των κατοίκων του φρουρίου που λέγεται Ευρώπη. Για εμάς δηλαδή!
Τέτοια γίνονταν στο κοντινό μου μεγάλο ποτάμι. Και βάζοντας δίπλα τα όσα είδαμε εδώ να γίνονται σε ένα ανάλογο ποτάμι, σε μιαν άλλη γωνιά της γης, και έχοντας κατά νου ότι εδώ σκεφτόμαστε και μιλάμε για δικαιώματα, έρχομαι να αναρωτηθώ φωναχτά, εδώ μπροστά σας: ποιος άραγε έχει το δικαίωμα να περνάει ένα ποτάμι; Και με δεδομένο ότι δικαίωμα σημαίνει ουσιαστικά προνόμιο, ποιος παραχωρεί ή στερεί αυτό το δικαίωμα; Και εμείς, που στεκόμαστε και χαζεύουμε σήμερα ασφαλείς από την εδώ μεριά του ποταμού, τι άραγε νιώθουμε και σκεφτόμαστε με όλα αυτά; Καλώς καμωμένα; Κακώς καμωμένα; Και, τελικά, τι σκοπεύουμε να κάνουμε με όσα από αυτά δεν μας αρέσουν;
Επιμέλεια: Α.Π.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
