Συνεντευξη με τον συγγραφεα Θαναση Χειμωνα

Γιος του Γιώργου Χειμωνά και της Λούλας Αναγνωστάκη ο Θανάσης Χειμωνάς δεν έγινε συγγραφέας γιατί το μήλο έπεσε κάτω από τη μηλιά αλλά… λόγω συγκυριών. «Ποτέ οι γονείς μου δεν με πίεσαν, δεν μού είπαν ότι κάποιο βιβλίο είναι καλό και κάποιο όχι». Όταν τον ρωτούν πώς είναι να έχει για γονείς τον Χειμωνά και την Αναγνωστάκη εξηγεί ότι μέχρι σε σχετικά μεγάλη ηλικία δεν είχε συνείδηση του ποιοι είναι οι γονείς του. «Διάβασα τον πατέρα μου όταν ενηλικιώθηκα και το πρώτο έργο της μητέρας μου όταν ήμουν 16 χρονών.

Θυμάμαι πως στην Πρώτη Δημοτικού με είχε ρωτήσει ένας συμμαθητής μου τι δουλειά κάνει ο πατέρας μου. Συνήθως έλεγα ότι ήταν γιατρός αλλά για κάποιο λόγο απάντησα τότε ότι ήταν συγγραφέας. Με ρώτησε εάν έγραψε τον «Τομ Σόγιερ» και κάποιο άλλο βιβλίο κι όταν του απάντησα αρνητικά με ρώτησε «τότε τι συγγραφέας είναι». Κάπως έτσι το έβλεπα κι εγώ. Δεν είχα συνείδηση του ποιοι είναι».

Ο Θανάσης Χειμωνάς γεννήθηκε το 1971 στην Αθήνα. Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο του Στρασβούργου ενώ ξεκίνησε με σπουδές ιστορίας, επίσης κινηματογράφο στο ίδιο πανεπιστήμιο και δημοσιογραφία στο Λονδίνο. Πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα με δύο διηγήματα στην εφημερίδα “ΤΑ ΝΕΑ” – το πρώτο κυκλοφορεί στη συλλογή διηγημάτων «Έρωτας σε πρώτο πρόσωπο» (Κέδρος). Το πρώτο του βιβλίο «Ραμόν» κυκλοφόρησε το 1998 από τις εκδόσεις Κέδρος, το δεύτερο, «Σπασμένα Ελληνικά» το 2000 από τις ίδιες εκδόσεις, το μυθιστόρημα «Aνεξιχνίαστη ψυχή» από τις εκδόσεις Πατάκη. Το Μάιο του 2002 ο «Ραμόν» εκδόθηκε και στην Γαλλία από τον εκδοτικό οίκο Alter Edit ενώ τον Μάρτιο του 2003 ακολούθησαν τα «Σπασμένα Ελληνικά».

«Η αισθηματική αγωγή» του Φλομπέρ ήταν το βιβλίο που άλλαξε τον τρόπο που αντιμετώπιζε την λογοτεχνία και μάλιστα περιλαμβανόταν στο πρόγραμμα του πανεπιστημίου. «Είναι το αγαπημένο μου βιβλίο και θεωρώ ότι περιγράφει τον έρωτα καλύτερα από όποιο βιβλίο έχω διαβάσει» λέει.

Ξεδιπλώνοντας κάποια από τα χαρτιά του σε μια θερινή συνέντευξη στον ΠτΘ στη μέση των διακοπών του μιλάει για τη σχέση του με τη μουσική, την πλατεία Βικτορίας, τα ταξίδια αλλά και τα τηλεπαιχνίδια και το τι ήθελε να γίνει όταν μεγαλώσει.

Εν αρχή ην…

ΠτΘ: κ. Χειμωνά, πώς ήρθε η γραφή στη ζωή σας;

Θ.Χ.:
Μέχρι τα 26 μου δεν είχα γράψει τίποτε και συνέβησαν κάποια γεγονότα στη ζωή μου γύρω στο 1997 κι έγραψα ξαφνικά ένα διήγημα, το «Άλλοθι» και στη συνέχεια ένα ακόμη. Το τρίτο διήγημα το μεγάλωσα και έκανα το «Ραμόν» που είναι το πρώτο μου μυθιστόρημα.

ΠτΘ: Ποιο ρόλο έπαιξε το να ζείτε σʼ ένα σπίτι με γονείς συγγραφείς (τον Γιώργο Χειμωνά και την Λούλα Αναγνωστάκη);

Θ.Χ.:
Πιστεύω ότι δεν έπαιξε ιδιαίτερο ρόλο. Δεν ζούσα σʼ ένα λογοτεχνικό περιβάλλον. Οι γονείς μου ήταν όπως όλοι και ξεκίνησα να γράφω από τη στιγμή που κάποια πράγματα άλλαξαν στη ζωή μου. Ίσως αν κάποια πράγματα είχαν εξελιχθεί διαφορετικά να μην έγραφα. Συνειδητά τουλάχιστον αυτό δεν έπαιξε κάποιο ρόλο.

ΠτΘ: Θεωρείτε ότι ήταν μια αφορμή να έρθετε σε επαφή με κάποια αναγνώσματα στη λογοτεχνία, και όχι μόνο, πιο ισχυρή από ό,τι θα υπήρχε σε κάποιο παιδί που θα μεγάλωνε σʼ ένα άλλο περιβάλλον;

Θ.Χ.:
Όχι, ιδιαίτερα. Ίσως έπαιξαν έναν κάποιο ρόλο οι σπουδές Φιλολογίας στη Γαλλία, με την έννοια ότι διάβασα κάποια βιβλία που ενδεχόμενα δεν θα διάβαζα.

ΠτΘ: Σας βοήθησε το περιβάλλον να γίνεται καλός αναγνώστης όταν αρχίσατε να γράφετε;

Θ.Χ.:
Δεν είμαι καλός αναγνώστης. Διαβάζω πολύ για έλληνας αλλά δεν διαβάζω πολύ για συγγραφέας. Δεν μπορώ να εντοπίσω επιρροές από την λογοτεχνία, ίσως έχω περισσότερες επιρροές από τον κινηματογράφο και τα προσωπικά μου βιώματα.

Κινηματογράφος

ΠτΘ: Με αφορμή τις σπουδές στον κινηματογράφο αισθανθήκατε κάποια στιγμή την ανάγκη να γράψετε ένα σενάριο;

Θ.Χ.:
Το έχω σκεφτεί πολλές φορές, αλλά δεν κατέχω την τεχνική.

Σκεφτόμαστε μʼ έναν φίλο να κάνουμε ένα τηλεοπτικό σενάριο, καθαρά για βιοποριστικούς λόγους.

Όταν σπούδασα κινηματογράφο σκεφτόμουν το ενδεχόμενο νʼ ασχοληθώ με τη σκηνοθεσία αλλά δεν το συνέχισα.

ΠτΘ: Βλέπετε την γραφή από κάποια πλευρά σημειωτική ή ψυχαναλυτική ή είναι κάτι που προκύπτει πηγαία;

Θ.Χ.:
Είναι κάτι που έχω ανάγκη να το κάνω. Είναι κατά κάποιο τρόπο μια ψυχανάλυση. Είναι κάποιες έννοιες που απασχολούν το μυαλό μου και με την συγγραφή βγαίνουν προς τα έξω. Είναι ένα θέμα που νιώθεις ότι πρέπει να βγει προς τα έξω και να το μοιραστείς με τους άλλους.

ΠτΘ: Όταν γράφετε, στην πορεία της γραφής, υπάρχουν κάποια άτομα που επιθυμείτε να τους δείξετε ένα μέρος του κειμένου ή βγαίνει μια κι έξω;

Θ.Χ.:
Συνήθως το δίνω αφότου έχει ολοκληρωθεί. Ενδέχεται να συζητήσω για κάποιες λεπτομέρειες ή θέματα αλλά για να δώσω σε κάποιον να διαβάσει σημαίνει ότι θα έχει ολοκληρωθεί.

Παλιότερα, αν έβγαινα με κάποια κοπέλα, της έδινα την πρώτη σελίδα, συμβολικά αλλά δεν το κάνω πλέον.

ΠτΘ: Αυτό γινόταν για να υπάρχει η αποδοχή ή στα πλαίσια του φλερτ και της επικοινωνίας;

Θ.Χ.:
Για να κάνω καλή εντύπωση στην κοπέλα.

ΠτΘ: Επομένως, η γραφή είναι και κοινωνικό διαβατήριο;

Θ.Χ.:
Σαφώς. Μέχρι νʼ αρχίσω να γράφω προβληματιζόμουν όπως όλοι σʼ αυτές τις ηλικίες και τώρα αισθάνομαι ότι έχω κάνει κάτι, ότι αφήνω κάτι.

Ο κύκλος των

συγγραφέων μουσικών

ΠτΘ: Αν δεν γινόσασταν συγγραφέας τι θα θέλατε να γίνετε;

Θ.Χ.:
Ήθελα να γίνω ποδοσφαιριστής, αλλά είμαι πολύ κακός, οπότε δεν προχώρησε.

Κάτι που ήθελα να κάνω κι έχω αρχίσει να πραγματοποιώ είναι αυτό που λέμε ποπ σταρ. Μαζί μʼ έναν φίλο, τον Δημήτρη Σοτάκη που είναι επίσης συγγραφέας έχουμε κάνει το συγκρότημα, τους Snob κι αν όλα πάνε καλά σύντομα θα έχουμε ένα cd. Είναι με αγγλικό στίχο, γράφω τους στίχους κι αυτός την μουσική.

ΠτΘ: Πώς προέκυψαν τα τηλεπαιχνίδια;

Θ.Χ.:
Παλιότερα δούλευα σαν αθλητικός συντάκτης, κάποια στιγμή αυτό δεν προχώρησε και έψαχνα κάτι να κάνω για να ζήσω. Βρισκόμουν σʼ ένα φεστιβάλ βιβλίου στη Γενεύη κι εκεί γνώρισα τον Χρήστο Χωμενίδη. Συζητούσαμε για το trivial και με ρώτησε αν θέλω να γράψω ερωτήσεις για το «Ποιος θέλει να γίνει εκατομμυριούχος» γιατί είχε έναν γνωστό στην παραγωγή.

Έγραψα για τον Εκατομμυριούχο, στη συνέχεια για το «Τοις μετρητοίς», «Τα τετράγωνα των αστέρων», το «taxi girl» και τώρα γράφω για την «Εκδίκηση της ξανθιάς».

Τηλεπαιχνίδια

ΠτΘ: Όταν ετοιμάζετε ερωτήσεις σκέφτεστε μόνος σας ή συζητάτε και με απλούς ανθρώπους από όλα τα κοινωνικά και μορφωτικά επίπεδα για να βρείτε τον μέσο όρο;

Θ.Χ.:
Είναι καθαρά έμπνευση. Στην αρχή είναι αρκετά εύκολο γιατί υπάρχουν άπειρες πηγές, όπως το διαδίκτυο, συγκεκριμένα sites, λεξικά, εγκυκλοπαίδειες αλλά όσο περνάει ο καιρός μειώνονται οι πηγές και λόγω του ότι δεν θέλεις να επαναλαμβάνεσαι γίνεται πιο δύσκολο.

Παλιότερα, μπορούσα να βγάζω 10 και 20 ερωτήσεις την ημέρα.

ΠτΘ: Αισθάνεστε σαν leader που είτε γράφει ερωτήσεις σε τηλεπαιχνίδια ή δημιουργεί μέσα από την γραφή χαρακτήρες κι ελέγχει το «παιχνίδι» κάθε φορά;

Θ.Χ.:
Σε κανένα παιχνίδι δεν ήμουν ο μόνος που έγραφε ερωτήσεις, υπάρχουν κι άλλοι, οπότε δεν εξαρτάται από μένα. Ομολογώ όμως πως έχει ενδιαφέρον να παρακολουθείς έναν παίκτη να παίζει πολλά χρήματα πάνω σε δική σου ερώτηση. Μερικές φορές βγαίνει κι ένας σαδισμός αλλά σε γενικές γραμμές είναι κάτι το διασκεδαστικό το οποίο με ευχαριστεί.

ΠτΘ: Θα θέλατε να περάσετε από την πλευρά του παίκτη σε τηλεπαιχνίδι;

Θ.Χ.:
Το είχα σκεφτεί και συγκεκριμένα για τον Εκατομμυριούχο γιατί θεωρώ ότι έχω πολλές εγκυκλοπαιδικές γνώσεις αλλά φοβόμουν μήπως πέσω σε κάποια πολύ γνωστή ερώτηση, κoλλήσω και ξεφτιλιστώ στο πανελλήνιο…

ΠτΘ: Έχετε φόβο της έκθεσης;

Θ.Χ.:
Όσο μπορώ να την ελέγχω όχι. Αν κάποια στιγμή πάψω να την ελέγχω ενδεχομένως ναι, αλλά δεν με ενοχλεί. Ο συγγραφέας εκτίθεται εκ των πραγμάτων σʼ ένα πολύ προσωπικό επίπεδο, οπότε…

ΠτΘ: Κάθε φορά που ολοκληρώνετε ένα βιβλίο νιώθετε μια σχετική αμηχανία μέχρι να το διαβάσει κάποιος του οποίου την γνώμη εμπιστεύεστε;

Θ.Χ.:
Αυτό το νιώθω σε όλη τη διαδικασία αλλά συνήθως μέχρι τώρα όταν το ολοκλήρωνα ήμουν σίγουρος γιʼ αυτό που είχα κάνει. Δεν ξέρω αν αυτό συνεχιστεί.

Το δίνω σε κάποιους να το διαβάσουν, αλλά η αλήθεια είναι πως ό,τι κι αν μου πουν δεν αλλάζω, το βιβλίο παραμένει στην αρχική του μορφή, εκτός αν υπάρξει κάποια παρατήρηση πάνω σε κάποιο λάθος. Για παράδειγμα, στην «Aνεξιχνίαστη ψυχή» ανέφερα ένα τραγούδι που δεν είχε βγει όταν διαδραματιζόταν η ιστορία του βιβλίου.

ΠτΘ: Στο κάθε βιβλίο επομένως μπαίνει τελεία και παύλα.

Θ.Χ.:
Ναι.

Μετανάστες

ΠτΘ: Κάποια θέματα στα βιβλία σας επανέρχονται ή υπάρχουν θέματα που σχεδιάζετε να ερευνήσετε και να προσεγγίσετε;

Θ.Χ.:
Μού έχει κολλήσει η στάμπα ότι γράφω για μετανάστες, αλλά αυτό δεν ισχύει, εκτός από τα «Σπασμένα ελληνικά» που ήταν το βασικό θέμα καθώς η ηρωίδα ήταν μια ελληνοαλβανίδα.

Προσπαθώ να καταγράψω τη ζωή του ανθρώπου που ζει στην Ελλάδα και όλα τα θέματα με τα οποία ασχολούμαι είναι ζητήματα της καθημερινότητας. Μιλώντας για τα «Σπασμένα ελληνικά» η αλήθεια είναι πως με απασχολούσε εκείνη την εποχή ο ρατσισμός στην Ελλάδα και ίσως κατά κάποιο τρόπο υποσυνείδητα – γιατί θεωρώ ότι ένα βιβλίο δεν πρέπει να είναι διδακτικό – να βγήκε.

ΠτΘ: Θεωρείτε πως έπαιξε ρόλο το γεγονός ότι ζήσατε και σπουδάσατε στη Γαλλία, που αριθμεί εδώ και πολλά χρόνια μετανάστες που έρχονταν κύρια από τη Νότια Αφρική και είναι μετανάστες δεύτερης και τρίτης γενιάς που έχουν αφομοιωθεί από τους ντόπιους;

Θ.Χ.:
Από το Μαγκρέμπ. Σίγουρα έπαιξε ρόλο μια και ήμουν ξένος που ζούσε σε μια ξένη χώρα, αν και δεν ήμουν οικονομικός μετανάστης, ζούσα πολύ καλά. Ίσως έπαιξε ρόλο το ότι γνωρίζω οικονομικούς μετανάστες. Έχω μεγαλώσει στην Κυψέλη όπου πηγαίνω συχνά, μού αρέσει να πίνω καφέ στην πλατεία Βικτορίας.

ΠτΘ: Σας αρέσει να ταξιδεύετε, να γνωρίζετε ανθρώπους και καταστάσεις κι αυτό να λειτουργεί σαν αφετηρία γραφής;

Θ.Χ.:
Μού αρέσει να ταξιδεύω αλλά μέχρι τώρα όλοι μου οι ήρωες ήταν έλληνες που ζούσαν στην Ελλάδα. Ίσως φοβήθηκα να μπω στην ψυχοσύνθεση ενός γερμανού, ενός βρετανού αλλά κι ενός γάλλου παρόλο που έχω ζήσει πολλά χρόνια στην Γαλλία. Οι ήρωές μου σε γενικές γραμμές δεν πολυταξιδεύουν, τα βιβλία διαδραματίζονται στην Αθήνα και μάλιστα στη «Μπλε ώρα» επέλεξα την Βόννη και γενικά πόλεις που δεν έχω πάει γιατί δεν ήθελα ο αναγνώστης να παρασυρθεί από τα τοπία και να χάσει την ουσία της πλοκής.

Το ταξίδι είναι κύρια για μένα αναψυχή και ξεκούραση, δεν μπαίνω στη διαδικασία να συλλέξω ιδέες.

ΠτΘ: Επομένως μπαίνετε στην ψυχολογία του ήρωα που δημιουργείτε, δεν είστε αποστασιοποιημένος;

Θ.Χ.:
Όχι απλά μπαίνω στην ψυχολογία του ήρωα αλλά και του τελευταίου κομπάρσου, ακόμη κι αυτού που θα περάσει και θα γίνει μια αναφορά στο πρόσωπό του. Δεν γίνεται διαφορετικά, θα πρέπει όλοι οι ήρωες να έχουν μια υπόσταση, ακόμη και ο τελευταίος και ο πιο ασήμαντος θα πρέπει να έχει μια λογική σʼ αυτό που θα πει και θα κάνει.

ΠτΘ: Οπότε είναι ένα προσωπικό παίδεμα που προκύπτει μέσα από κάποια δικά σας κομμάτια.

Θ.Χ.:
Αναγκαστικά, δεν γίνεται διαφορετικά.

ΠτΘ: Σχέση κινηματογράφου και λογοτεχνίας.

Θ.Χ.:
Θα ήθελα πάρα πολύ κάποιο βιβλίο μου να γίνει ταινία ή και σήριαλ. Υπήρξαν πολλές προτάσεις για τα «Σπασμένα ελληνικά» και μάλιστα είχε γίνει και το σχετικό καστ. Πρόσφατα ένας φίλος μου σκηνοθέτης κατέθεσε ένα σενάριο στο Κέντρο Κινηματογράφου αλλά δυστυχώς δεν το καταφέραμε. Ελπίζουμε να γίνει κάποια στιγμή.

ΠτΘ: Είπατε πως δεν είστε τόσο καλός αναγνώστης. Αν είναι να διαβάσετε κάτι, θα είναι λογοτεχνία, ιστορία, κριτική, κόμικς;

Θ.Χ.:
Έχω διαβάσει χιλιάδες κόμικς στη ζωή μου. Μεγάλωσα με τον Ποπάυ, τον Τιραμόλα, τον Μίκυ Μάους. Με ενδιαφέρει πολύ και η ιστορία γιʼ αυτό και θέλησα να σπουδάσω ιστορία στο Στρασβούργο αλλά αν θελήσω να διαβάσω ένα βιβλίο θα είναι λογοτεχνικό.

ΠτΘ: Αγαπημένοι σκηνοθέτες.

Θ.Χ.:
Αγαπημένος μου σκηνοθέτης είναι ο Κιούμπρικ, με αρκετή διαφορά. Είμαι μάλλον κινηματογραφόφιλος. Μού αρέσει ο Όλιβερ Στόουν, ο Κάρπεντερ. Από τους ιταλούς μού αρέσει μόνο ο Παζολίνι αλλά ξεχωρίζω τον Κιούμπρικ.

ΠτΘ: Κάποια σχέδια;

Θ.Χ.:
Αυτή τη στιγμή δεν ετοιμάζω κάτι, ξεκουράζομαι ανάμεσα σε δυο βιβλία και ασχολούμαι με την μουσική.

ΠτΘ: Υπάρχουν κείμενα που έχετε εκδώσει με ψευδώνυμο;

Θ.Χ.:
Όχι. Είχα σκεφτεί κάποτε να έκανα ένα μπεστ σέλερ μʼ ένα γυναικείο όνομα για βιοποριστικούς λόγους αλλά είναι πολύ δύσκολο και δεν προσπάθησα. Για κάθε συγγραφέα η οποία πουλάει χιλιάδες αντίτυπα υπάρχουν άλλες που προσπαθούν να τα καταφέρουν και δεν μπορούν, οπότε κι εκεί υπάρχει ένας μεγάλος ανταγωνισμός και θα πρέπει να το κάνεις μʼ έναν πολύ συγκεκριμένο τρόπο κι αν δεν κατέχεις τεχνική δεν μπορείς να το κάνεις.

Αν εξέδιδα ένα βιβλίο με ψευδώνυμο θα σήμαινε ότι δεν μπορώ να το κάνω, ότι δεν το θεωρώ καλό, οπότε δεν θα ήθελα.

ΠτΘ: Εκτός αν θελήσετε κάποια στιγμή να βγάλετε κάποια άλλη πλευρά του εαυτού σας και να δείτε ποια ανταπόκριση θα έχει αν δεν το υπογράψει ο Θανάσης Χειμωνάς.

Θ.Χ.:
Το είχα σκεφτεί, να δώσω κάποιο βιβλίο. Η αλήθεια είναι πως αν στην Ελλάδα βγάλεις 1 – 2 βιβλία και τύχουν μιας καλής αποδοχής είναι εύκολο να εκδώσεις. Δίνεις το βιβλίο και οι άλλοι το δέχονται πριν το διαβάσουν καλά – καλά.

Είχα σκεφτεί να έδινα ένα βιβλίο ως Χ για να δω πως θʼ αντιδράσουν.

Μαρία Αμπατζή

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.