Αγνωστες σελιδες απο το χρονικο του Κοσμου
«Αν μείνεις ξάγρυπνος μια ολόκληρη νύχτα στο Σεράγεβο, μαθαίνεις να ξεχωρίζεις τις φωνές της σεραγέβικης νύχτας. Με τους πλούσιους και ακμαίους κτύπους του, το ρολόι του Καθολικού καθεδρικού ναού σημαίνει τις δύο. Περνάει ένα μεγάλο λεπτό• έπειτα, ακούς λίγο πιο αδύνατη, αν και διαπεραστική, τη φωνή της Ορθόδοξης εκκλησίας, που επίσης σημαίνει δύο κτύπους. Υστερα, λίγο πιο στριγκή και ακόμα πιο μακρινή, ακούγεται η φωνή από το Μπεγκ Τζαμί• σημαίνει έντεκα κτύπους, έντεκα μυστηριώδεις τουρκικές ώρες, που αντιστοιχούν στο παράξενο μέτρημα του χρόνου που έχουν σʼ εκείνες τις απομακρυσμένες περιοχές. Οι Εβραίοι δεν έχουν καμπάνα να χτυπά τις ώρες τους κι ένας Θεός ξέρει τι ώρα είναι για εκείνους, ένας Θεός μόνο ξέρει τον αριθμό που δείχνουν τα ημερολόγια των Σεπαρντίμ και των Ασκεναζίμ. Ετσι, ακόμα και μέσα στη βαθιά νύχτα, όταν όλοι κοιμούνται, ο κόσμος είναι διχασμένος• είναι διχασμένος όσον αφορά το μέτρημα των χαμένων ωρών μιας νύχτας που φτάνει στο τέλος της».
Σε μια πρόσφατη συζήτηση διατυπώθηκε η άποψη ότι η ψυχανάλυση αποτελεί μέρος της λογοτεχνικής κουλτούρας, αλλά η λογοτεχνία ξεπερνά σε μέγεθος την ψυχανάλυση και την καταπίνει, όπως η φάλαινα καταβροχθίζει μια τσίμα. Παραδειγματική η περίπτωση του Ιβο Αντριτς (1892-1975) που, όπως όλοι οι μεγάλοι καλλιτέχνες, έχει ιδιαίτερα οξυμμένη συναίσθηση του ασυνείδητου. Ενδιαφέρον το ότι οι χαρακτήρες του, που άλυτες εσωτερικές συγκρούσεις τούς οδηγούν σε πράξεις ακατανόητες στον ίδιο τους τον εαυτό, έχουν ως πλαίσιο αναφοράς τους την πολυφυλετική, πολυπολιτισμική Βοσνία στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Στήνοντας τις ιστορίες του στην παλιά αγροτική Σερβία, ο Αντριτς εκχέει μια σύγχρονη ψυχολογική οξυδέρκεια σε μια γραφή εν πολλοίς εθνογραφική και ρεαλιστική.
Παραμένοντας συνδεδεμένος με την πλούσια αφηγηματική φλέβα των Βαλκανίων, που με τη σειρά της απορρέει από τη σλαβική προφορική παράδοση, ο Ι.Α. κατέστησε με τη λογοτεχνία του την εντόπια παραγωγή της πατρίδας του διεθνώς αναγνωρίσιμη. «Σχεδόν πιστεύει κανείς ότι από το χάραμα της ανθρώπινης συνείδησης και ανά τους αιώνες, το είδος μας συνέχεια αφηγείται στον εαυτό του την ίδια ιστορία, έστω και με άπειρες παραλλαγές στον ρυθμό των αναπνοών και στον παλμό της». Με αυτά τα λόγια στην ομιλία αποδοχής τού Νομπέλ (1961), ο συγγραφέας χαρακτήρισε το έργο του story-telling, που η λειτουργία του συνίσταται στο «να ρίχνει φως τόσο στις πράξεις μας όσο και στις παραλείψεις μας».
Στην «Δίψα» συμπεριλαμβάνονται τρεις νουβέλες και εφτά διηγήματα από τα πάνω από εκατό που έγραψε ο Αντριτς, κυρίως στο διάστημα ανάμεσα στους δύο παγκόσμιους πολέμους. Στα κείμενα του βιβλίου η τρυφερότητα του συγγραφέα απέναντι στα ανθρώπινα συνοδεύεται από την αποφασιστικότητα με την οποία ανατέμνει την ανθρώπινη ευπάθεια. Αυτή, σε μεγάλο βαθμό αφορά την κοινωνική αδικία, απέναντι, π.χ., στις γυναίκες σε μια πολυθρησκευτική μεν, αλλά ομοιόμορφα ανδροκρατούμενη κοινωνία (Μάρα η αγαπητικιά, Στον καιρό της Ανικα κ.ά.). Εξίσου, όμως, αφορά αδιέξοδες αναμετρήσεις στα ενδότερα του εαυτού, όπως περιγράφονται π.χ. στο κλινικά διαυγές πορτρέτο του παπα-Βούγιαντιν (Στον καιρό της Ανικα), όπου παρακολουθούμε βήμα προς βήμα την καταβύθιση του ιερέα από την αντικοινωνικότητα στην ψύχωση. Οπως συχνά συμβαίνει στον Αντριτς, όταν ο αντρικός πόθος προς τη γυναίκα ματαιώνεται, αποκτά δαιμονική ισχύ, κάτι εξάλλου που ισχύει και για το αντικείμενό του: «Εσύ είσαι νέος, βλέπεις, αλλά εγώ σου λέω ότι όσα έλεγαν οι παλιοί είναι όλα σωστά. Κάθε γυναίκα έχει κι έναν διάολο μέσα της και πρέπει να τον ξεκάνεις ή με δουλειά ή με γέννες ή και τα δυο• αν η γυναίκα ξεφύγει κι απʼ τα δυο, τότε πρέπει να ξεκάνεις τη γυναίκα».
Ο συνδυασμός της κοινωνικής πίεσης και της προσωπικής ανισχυρότητας μπορεί να οδηγήσει στη διάρρηξη της ψυχικής συνοχής, αλλά και στον φόνο, εκσφενδονίζοντας σε κάθε περίπτωση το άτομο έξω από τη σφαίρα του κοινωνικού. Ακόμα όμως κι όταν το χειρότερο αποσοβείται, όπως στο ιλαροτραγικό Τα ταξίδια του Αλίγια Γκερζέλεζ, αυτό γίνεται σχεδόν κατά τύχη και η αίσθηση στο τέλος του διηγήματος είναι πως μια επόμενη σελίδα θα μπορούσε να μας επιφυλάσσει οτιδήποτε. Με έναν παρόμοιο, αλλά και πολύ διαφορετικό, μετεωρισμό τελειώνει και το εμβληματικό «Δίψα».
Καθʼ ομολογία του ίδιου του συγγραφέα, η θεματολογία του είναι διαχρονική και δεν αφορά κάτι άλλο από το «…να βρίσκεσαι ριγμένος μέσα στον ωκεανό της ύπαρξης, χωρίς να το έχεις ζητήσει, αναγκασμένος να κολυμπήσεις, να ζήσεις, να αποκτήσεις μια ταυτότητα• να αντιστέκεσαι στην πίεση και στα σοκ από το εξωτερικό περιβάλλον και στις απρόβλεπτες πράξεις -τις δικές σου και των άλλων- που τόσο συχνά ξεπερνούν τις δυνατότητές σου. Κι επιπλέον να αντέχεις τις ίδιες σου τις σκέψεις για όλα αυτά: κοντολογίς, να είσαι άνθρωπος».
Είναι, ωστόσο, η εντοπιότητα της γραφής του Ι.Α. που προσδίδει σε αυτές τις μεγαλόπνοες γενικεύσεις για την condition humaine μορφή συναρπαστικά απτή και αλησμόνητη. Σταχυολογούμε, σχεδόν στην τύχη: Το χάνι δίπλα στο τελωνείο αναδίνει μια βαριά μυρωδιά από τους στάβλους και τα αρνοκάτσικα• ο ποταμός, καθώς πλημμυρίζει, καλύπτει τον μισό κήπο του σπιτιού μʼ ένα στρώμα λάσπης, «όπου ήταν ανάκατα λιανόκλαδα, κουρέλια, δούγες από σπασμένα καρδάρια και πελεκούδια»• ο Αγγλος πρόξενος στο Σεράγεβο περπατά στο ξύλινο δοξάτο του φορώντας «κάτι σαν μακριά ρόμπα από ατλάζι, με γυρίσματα και στριφώματα από μεταξένιο γαλαζωτό ύφασμα». Τέλος, το δέλεαρ που χρησιμοποιεί ο (ανήλικος) βιαστής ενός μικρού κοριτσιού δεν είναι άλλο από έναν σβόλο ζάχαρη, από τον οποίο κόβει μικρά κομμάτια μʼ ένα μαύρο κλειδί που βγάζει από τον κόρφο του…
Εννοείται ότι η πολιτισμική ιδιαιτερότητα στο έργο του Αντριτς (από τους τίτλους των Οθωμανών αξιωματούχων μέχρι τα μουρμουριστά ξόρκια επάνω από έναν ετοιμοθάνατο) αποτελεί τεράστια μεταφραστική πρόκληση, στην οποία ο Χρήστος Γκουβής έχει και πάλι ανταποκριθεί με περισσή αξιοσύνη. Αν κάτι στη συλλογή ξενίζει, είναι μια παραδρομική αφηγηματική τεχνική, όπου ο τρόπος με τον οποίο συνταιριάζονται οι αρμοί κάποιων ενοτήτων θυμίζει πολύ την προφορική παράδοση: η εμφάνιση ενός καινούριου προσώπου γίνεται αφορμή για να λεχθεί και η, λίγο – πολύ αυτοτελής, ιστορία του πριν επιστρέψουμε στον «κυρίως» κορμό της αφήγησης. Αναγνωρίζουμε, πάντως, την ειδοποιό ποιητικότητα του Ι.Α. (διάσπαρτη στο «Μάρα», κυρίαρχη στις τελευταίες σελίδες τού «Δίψα», υποδόρια στο Ο λόγος για το αλάτι) από εκείνη την εσωτερική διαστολή που συνεχίζει να συντελείται και αφότου έχει τελειώσει η ανάγνωση.
Πρόκειται για έναν συγγραφέα που, όπως έχει ειπωθεί, ανοίγει το χρονικό του Κόσμου σε μια άγνωστη σελίδα και, από το βάθος της ανθρώπινης αμηχανίας και οδύνης των Βαλκανίων, έναν αιώνα πριν, συνομιλεί αποτελεσματικότατα με το σήμερα.
Κωνσταντίνος Ματσούκας,
«Βιβλιοθήκη», «Ελευθεροτυπία»,29/5/2009
Επιμέλεια: Τ.Β.
Υ.Γ.: Η οδύνη των Βαλκανίων μετασχηματισμένη σε «Βίβλο» του σήμερα…
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
