Ερχονται οι INK

Μια συνέντευξη με τον Χρήστο Τσάνταλη, τραγουδιστή των INK φιλοξένησε το περιοδικό «ΖΩ τη μουσική» που εκδίδουν οι συνεργάτες του Ράδιο Παρατηρητής, στο τεύχος του περασμένου φθινοπώρου. Με αφορμή την παρουσία τους στην Κομοτηνή, καλεσμένοι του ραδιοφώνου του «Παρατηρητή» στο καφέ μπαρ «Journey» το ερχόμενο Σάββατο, ας ανοίξουμε το διάλογο με τους INK σε μια συνέντευξη γραμμένη από ανεξίτηλο μελάνι που έγινε ανάμεσα στον Χρήστο και τον Στέλιο Σκοπιανό. Μια συνέντευξη πολύ ζωντανή, με λόγο που ρέει και κουβέντες που γίνονται συνήθως μόνο ανάμεσα σε φιλαράκια, γιατί τα κοινά μουσικά ακούσματα δημιουργούν φιλίες. Ο Χρήστος Τσάνταλης είναι κατά της συνομωσίας των μετρίων, υπέρ των ανθρώπων που σκέφτονται και αναγνωρίζει ότι η δουλειά τους θέλει τύχη και καλό promotion.

Μ.Α.

Γεια σου Χρήστο. Καταρχήν, δώσε μου βιογραφικό της μπάντας με περισσότερα inside στοιχεία από αυτά που δίνεις στο κατά τ’ άλλα πολύ περιεκτικό βιογραφικό του myspace σας.

Ink:
Όλα ξεκινήσανε πριν ακριβώς 9 χρόνια. Μόλις είχα κατέβει από Βουλγαρία για διακοπές καλοκαιριού στην Αλεξανδρούπολη, βρέθηκα με τον Κώστα (κιθάρα) με τον οποίο ήμασταν φίλοι για να του δείξω μια ακουστική κιθάρα που είχα αγοράσει και να μου δείξει κάποια πράγματα. Θυμάμαι ότι ήθελα να μάθω κάτι από Days of Τhe Νew. Μου μίλησε για κάποιο project που έκανε και κάποια τραγούδια που έγραφε με τον Σάββα (ιδρυτικό μέλος) τον οποίο δε γνώριζα καλά, αλλά είχα ακούσει καταπληκτικές δουλειές του, έπαιζε ένα Seattle ιδίωμα πολύ περίεργο και σκοτεινό. Πήγα στο σπίτι όπου γράφανε για να βάλω κάποια φωνητικά, η χημεία βρέθηκε αμέσως, ταιριάζαμε και σαν άνθρωποι. Αυτή η πρώτη επαφή έφερε ένα demo με τρία κομμάτια, ήταν πολύ παράξενο, δεν θα το έλεγες πολύ καλό, αλλά είχε κάτι δικό του. Στη συνέχεια φύγαμε όλοι για τις πόλεις που σπουδάζαμε. Στις διακοπές βρισκόμασταν και κάναμε κάποια πράγματα, αλλά λόγω αποστάσεων δεν υπήρχε χρόνος. Το 2002 κατέβηκα Ελλάδα και ξαναβρεθήκαμε όλοι μαζί στον ίδιο χώρο, ήταν η κατάλληλη στιγμή, σε μια πολύ μπερδεμένη αλλά όμορφη εποχή, ο καθένας μας περνούσε τα δικά του και δεν ήταν λίγα. Γράφαμε συνέχεια μουσική γύρω στα 12-14 τραγούδια τα οποία αποτελέσανε και τον κορμό των Ιnk. Μετά από ένα χρόνο περνάω στη Νομική και βρίσκομαι με τον Κώστα Θεσσαλονίκη. Εννοείται πως το πρώτο πράγμα που κάναμε ήταν να ξεκινήσουμε τις πρόβες και να στήσουμε τους Ιnk σαν συγκρότημα με συνοδοιπόρους φίλους παιδικούς που σπουδάζανε εκεί. Δουλέψαμε πολύ και αρχίσαμε τα live, παίξαμε σε πολλά μέρη, όπου μπορούσαμε, είχαμε καλές και μέτριες παρουσίες αλλά ο κόσμος μας στήριζε από το πρώτο εκείνο live στο inside, ωραίες στιγμές, μεγάλα βράδια. Κάπως έτσι φτάσαμε στο σήμερα και συνεχίζουμε περιμένοντας τα επόμενα..

Γιατί Ink; Και τι κάνει τους Ink ξεχωριστούς κατά τη γνώμη σου;

Ink:
Το μελάνι μένει για πάντα, κάτι τέτοιο θέλουμε να κάνουμε και εμείς σε αυτούς που ακούνε τη μουσική μας, να μείνουμε σαν εικόνα και σαν συναίσθημα, ως κάτι αληθινό. Δεν ξέρω αν είμαστε ξεχωριστοί προσπαθούμε να είμαστε τίμιοι απέναντι στους εαυτούς μας και να εκφραζόμαστε. Είναι η ανάγκη μας για ζωή και δημιουργία.

Τι καινούριο και νεωτεριστικό πιστεύεις πως μπορείτε να προσφέρετε στην (κατά γενικότερη άποψη) πολύπαθη ελληνική αγγλόφωνη μουσική σκηνή;

Ink:
Αυτό θα το πει ο κόσμος, δε νομίζω ότι είμαι ο αρμόδιος.

Μέχρι που θα ήθελες και ρεαλιστικά, μέχρι που πιστεύεις (λαμβάνοντας υπ’ όψη τις διάφορες παραμέτρους) πως μπορούν να φτάσουν οι Ink;

Ink:
Νομίζω ότι η δουλειά που έχουμε κάνει αξίζει, το cd έχει κομμάτια για τα οποία νοιώθουμε υπερήφανοι, χρειάζεται καλό promotion και πάρα πολύ τύχη σε αυτές τις καταστάσεις. Φυσικά και θα ήθελα να παίξουμε σε κάποιο μεγάλο festival, αυτή νομίζω ότι είναι η απόλυτη στιγμή για κάποιο συγκρότημα. Ανταμείβονται οι κόποι σου και οι θυσίες που δεν ήταν λίγες όλα αυτά τα χρόνια. Μεγάλη υπόθεση λοιπόν στα δικά μου μάτια και για το δικό μου μυαλό η ευκαιρία σε ένα τέτοιο stage, να δοκιμάσεις τον εαυτό σου και τη δυναμική όπως και τις ικανότητες του συγκροτήματος και πώς αυτό φαίνεται δίπλα σε καταξιωμένους καλλιτέχνες και μουσικούς.

Μετά από όλα αυτά τα χρόνια και μετά από τόσο τρέξιμο, αξίζει τελικά να συντηρείς (εφόσον δεν συντηρείσαι) και να πονάς τόσο πολύ μια μπάντα στην Ελλάδα; Τι είσαι διατεθειμένος να κάνεις και πού είσαι διατεθειμένος να φτάσεις για αυτή.

Ink:
Αξίζει τον κόπο σίγουρα, περάσαμε πολλές φάσεις, χαρές και λύπες. Η απογοήτευση που νοιώθεις επίσης για την ματαιότητα των πραγμάτων σε μια χώρα σαν τη δική μας στην οποία υπάρχει πολύ ταλέντο και καμία υποδομή. Με ανύπαρκτη αγορά στη δική μας σκηνή που όλα γίνονται από την προσπάθεια των μουσικών και χωρίς συμπαράσταση από εταιρίες. Αλλά τελικά αυτό που αξίζει είναι η προσπάθεια και η απαξίωση αυτής της μετριότητας του σήμερα, με το συρφετό του γελοίου pop-σκυλάδικου. Στην τελική είναι ο δικός μας τρόπος να περάσουμε τη φιλοσοφία μας και να κρατήσουμε χαρακτήρα στη σημερινή συνομωσία των μετρίων. Αυτών που βολεύονται με το τίποτα και παραμυθιάζουν κάθε μέρα στα κανάλια τον κόσμο για κάτι που υποτίθεται πως είναι καλό και trendy, θέλοντας να μετατρέψουν και όλους εμάς σε ένα μηδενικό που σταμάτησε να σκέφτεται και αποχαυνωμένο παρακολουθεί τις εξελίξεις… Φυσικά και αξίζει να δώσεις όσα περισσότερα μπορείς και για όσο αντέχεις, είναι ο μόνος δρόμος για να γίνει επιτέλους κάτι καλό και να αλλάξει αυτό το αστείο μα νοσηρό περιβάλλον.

Έχετε δώσει πολλά unplugged live. Νομίζω πολλά περισσότερα απ’ ό,τι ηλεκτρικά. Γιατί;

Ink:
Η αλήθεια είναι ότι μας αρέσει πολύ ο ήχος της ακουστικής κιθάρας. Βέβαια χρησιμοποιούμε παράλληλα και πολλά εφέ, επομένως είναι μια περίεργη φάση, νομίζω ότι είναι καθαρά θέμα αισθητικής και προσωπικού μας γούστου. Φυσικά η επίδραση του Seattle ακουστικού ήχου είναι πάρα πολύ μεγάλη στους Ιnk, επομένως η βασική ιδέα ξεκίνησε από εκεί, άσχετα με το αν κατέληξε να έχει χαρακτηρίσει το συγκρότημά μας, που νομίζω κάνει αυτή τη στιγμή σε αυτό το μουσικό κομμάτι κάτι πραγματικά δικό του. Το ακουστικό σε αντίθεση με τη δύναμη του ηλεκτρικού έχει να αντιπαραθέσει περισσότερο συναίσθημα και μελωδία, εμάς μας αγγίζει πολύ και θα συνεχίσουμε να κάνουμε και τα 2 παράλληλα.

Έχεις ο ίδιος δηλώσει πως το unplugged αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι των Ink, τουλάχιστον όσον αφορά τα live. Για να αντιληφθεί κάποιος πλήρως τους Ink πρέπει να σας δει έτσι; Και πόσο σημαντικό πιστεύεις πως είναι για μια μπάντα να μπορεί να αποδώσει unplugged;

Ink:
Για να καταλάβει κάποιος το ύφος μας πρέπει σίγουρα να μας δει και ακουστικά. Ίσως είμαστε διαφορετική μπάντα από ό,τι στο κανονικό live. Ένας άλλος χώρος εμπνεύσεως, διαφορετική προσέγγιση και μια διαφορετική εικόνα των ίδιων ανθρώπων. Όσο για το αν είναι σημαντικό, νομίζω ότι κάποιος μόνο έτσι αντιλαμβάνεται τις πραγματικές του δυνατότητες και εξελίσσεται περισσότερο ως performer και ως μουσικός. Στο ακουστικό είσαι γυμνός δε σε καλύπτει τίποτα παρά μόνο ο εαυτός σου, είσαι επίσης πιο άμεσος με τους γύρω σου, εμάς πάντα μας άρεσε το παρεΐστικο, έτσι κι αλλιώς όλα ένα πάρε δώσε είναι τελικά και αυτό που μένει είναι οι φίλοι που κάναμε πέρα από τα τραγούδια μας.

Και φτάνουμε στην σημαντική τροπή που πήραν τα πράγματα. Καινούριος δίσκος, καινούρια κομμάτια, πολλά live για την προώθηση, bulletins στο myspace. Ρίξε σχόλιο για όλα αυτά και τι προσμένεις -σχεδιάζεις.

Ink:
Όλα αυτά θέλανε το χρόνο τους, ουσιαστικά πολύ χρόνο αφού η μπάντα στήθηκε πολλές φορές από την αρχή λόγω αποχωρήσεων. Όσο για τα live θα κάνουμε όσα περισσότερα μπορούμε για να προωθήσουμε το υλικό. Είναι μια πρόκληση, θα κάνουμε ό,τι περνά από το χέρι μας για να στηρίξουμε το cd, από εκεί και πέρα όπως σου είπα, χρειάζεται υπομονή και χρόνος όπως και τύχη για να ακουστεί από τους κατάλληλους ανθρώπους. Δε σκεφτόμαστε να κυκλοφορήσουμε αρχικά σε κάποια εταιρεία, αφού όλες οι προσφορές είναι ασύμφορες, στην ουσία τους δίνεις τζάμπα τη δουλειά σου και σου δίνουν 200-300 κόπιες, πράγμα που είναι γελοίο, αφού τα λεφτά που έχουμε δώσει είναι πάρα πολλά και ο χρόνος που ξοδέψαμε επίσης πολύς. Θα κάνουμε τη διανομή μόνοι μας και παράλληλα θα στέλνουμε και σε κάποιες εταιρείες οι οποίες αξίζουνε τον κόπο. Νομίζω ότι θα βοηθήσει και το video clip για το «Welcome» που περιμένουμε από στιγμή σε στιγμή.

Πες μου λίγα λόγια για την παραγωγή και για ποιο λόγο τα κομμάτια πέρασαν από τα διάφορα edits μέχρι τελικά να φτάσουν στον Chris Dani.

Ink:
Το να μπεις να γράψεις στο studio δεν είναι μια απλή υπόθεση, αλλάζουν πάρα πολλά πράγματα στην πορεία, ακόμη και μέλη όπως συνέβη σε εμάς. Χρειάζεται χρόνος και χρήμα, επίσης συνεννόηση με τα άτομα του studio. Νοιώθω τυχερός που συνεργάστηκα με τον Chris Dani (electric eye studios). Είναι ένας άνθρωπος με άποψη και υπομονή και βοήθησε πάρα πολύ στο τελικό αποτέλεσμα. Η τελική πινελιά θα μπει από τον Alan Douches, ο οποίος κάνει το mastering και δε χρειάζεται να μιλήσω εγώ για τον κύριο, αφού μιλάνε οι δουλειές του (Clutch, Mastodon, Monster Magnet, Girls vs Boys…).

Έχουν γίνει διάφορες αλλαγές στο line-up σας. Σταθεροί μέχρι στιγμής λίγοι και καλοί. Τι αναζητείς στα άτομα με τα οποία συνεργάζεσαι και πόσο ευχαριστημένος είσαι με την τωρινή σύνθεση ειδικά μπροστά στο μεγαλύτερο ίσως γεγονός, της κυκλοφορίας του δίσκου σας.

Ink:
Αξιοπιστία, αφοσίωση, θέληση. Δε μαλώσαμε ποτέ με κανέναν από αυτούς που αποχωρήσανε, απλά δεν μπορούσανε να ακολουθήσουνε για δικούς τους λόγους. Τα νέα παιδιά είναι και αυτοί παλιοί φίλοι και έχουν δείξει πολύ καλά στοιχεία μέχρι τώρα.

Τι ακολουθεί από live και studio;

Ink:
Studio προς το παρόν τέλος, υπάρχουν όμως ήδη τα 10 κομμάτια για τον επόμενο δίσκο τα οποία είναι κάποιες παλαιότερες ιδέες, δουλεμένες ξανά με νέους ήχους μελωδίες και φωνητικά, αλλά και κάποια πολύ καλά καινούρια, προς το παρόν όμως με το που κυκλοφορήσει το cd τέλη Οκτώβρη, θα παίξουμε όσο το δυνατόν περισσότερο μπορούμε σε μέρη που δεν έχουμε πάει, αλλά και στις πόλεις που εμφανιζόμαστε συχνά. Αυτή τη στιγμή συζητάμε τις ημερομηνίες και κάποιες πόλεις έχουν κλείσει ήδη, απλά δεν είναι σίγουρο ακόμα το μέρος στο οποίο θα εμφανιστούμε. Πάντως Αλεξανδρούπολη, Κομοτηνή, Αθήνα και Θεσσαλονίκη είναι κλεισμένα, από εκεί και πέρα θα προσπαθήσουμε να βγούμε και λίγο προς τα έξω. Εμφανίσεις σε κάποιες τηλεοπτικές εκπομπές είναι επίσης υπό συζήτηση, για τα νεότερα πάντως θα γίνουν ανακοινώσεις στο www.myspace.com/inkgreece.

Σε ποια μουσική εποχή θα ήθελες να ζεις; Σε ποιο μέρος; Για ποιους να ανοίξετε το σημαντικότερο live σας; Πιστεύεις πως τα πρόσωπα και τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά για τους Ink εκεί και τότε;

Ink:
Μουσικά και ηχητικά σίγουρα θα μας βόλευε η Αμερική. Από εποχές μουσικές θα ήθελα να ζήσω από κοντά την έκρηξη της alternative σκηνής του ’90, αλλά και τα 70’s θα ήταν μια καταπληκτική εμπειρία για κάθε μουσικόφιλο. Τώρα ποιον να πρωτοδιαλέξεις…. οι αγαπημένες μπάντες είναι πάρα πολλές, εκτός από αυτούς που ανέφερα παραπάνω, ακούω Doors, Woven Hand, Twilight Singers, Stone Temple Pilots, Days of The New, 30 Seconds to Mars, Ours, Truly, Nick Cave… και άλλα πολλά. Τα πράγματα θα ήταν σίγουρα καλύτερα αν ζούσαμε σε άλλο κράτος, αλλά αυτό δεν έχει σημασία. Ανήκει στη σφαίρα της φαντασίας και προτιμώ να σκέφτομαι για το τι μπορούμε να κάνουμε εδώ με αυτά που έχουμε σήμερα. Τα ελληνικά συγκροτήματα και μαγκιά και στήσιμο και ταλέντο έχουν, απλά δεν έχουμε το backround της Αμερικής, Αγγλίας, Σκανδιναβίας, δε πειράζει όμως είναι πλέον θέμα χρόνου, οι βάσεις μπαίνουν.

Ποια θεωρείς αυτή τη στιγμή τη σημαντικότερη μπάντα με ό,τι αυτό συνεπάγεται..

Ink:
Σημαντικότερη μπάντα δεν μπορώ να πω ότι είναι, απλά το ότι ξεχωρίζουνε από τους υπόλοιπους, με κλειστά μάτια επομένως, και με μεγάλη άνεση, λέω τους Τοοl. Σίγουρα στα 90’s είχαμε την ευκαιρία να ακούσουμε πολλά τέτοια μεγάλα συγκροτήματα, τα οποία όμως είτε διαλυθήκανε είτε δε βγάζουν πλέον καλή μουσική. Πολύ μεγάλους πάντως για την προσφορά τους θεωρώ τους Faith No More, Alice in Chains, Soundgarden, Kyuss, Monster Magnet, Tea Party, Cult.

Έχει μέλλον τελικά και κρατάει ο heavy rock και grunge ήχος; Μήπως τα έχουμε ακούσει όλα;

Ink:
Δε νομίζω ότι είμαστε grunge, είμαστε μια alternative metal ή heavy rock μπάντα με πάρα πολύ ψυχεδέλεια. Οι επιρροές στο συγκρότημα είναι πάρα πολλές, όλοι ακούμε διαφορετικά πράγματα, είμαστε μια πολυσυλλεκτική μπάντα. Σίγουρα η επίδραση ορισμένων συγκροτημάτων είναι παραπάνω από εμφανής κυρίως στα δικά μου φωνητικά. Ο συγκεκριμένος ήχος έχει να δώσει όσο είμαστε ανοιχτοί σε νεωτερισμούς και δίνουμε τη δυνατότητα στους εαυτούς μας να αντιληφθούνε τι γίνεται γύρω μας. Ο ήχος δεν είναι απλά μια μόδα, είναι μια κατάσταση που δημιουργείται από όλα όσα συμβαίνουν τη συγκεκριμένη στιγμή. Τα συγκροτήματα, κατά τη γνώμη μου, πρέπει να εξελίσσονται και να προχωράνε από δίσκο σε δίσκο, πράγμα που είναι βέβαια αρκετά δύσκολο. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αλλαγών αλλά και ποιότητας είναι οι Cult, είναι απίστευτο το γεγονός ότι έχουν να δείξουν 25 χρόνια δουλειάς κατά τα οποία παίξανε τα πάντα gothic, hard rock, alternative… το έκαναν πάντα καλά και με τη δική τους μοναδική σφραγίδα. Δε νομίζω ότι τα ακούσαμε όλα, απλά στην εποχή της ταχύτητας οι μπάντες έχουν μπει σε μια διαδικασία βιασύνης να προλάβουν να βγάλουν τον επόμενο δίσκο χωρίς να το πολυσκεφτούν, έτσι χάνουν σε ποιότητα. Είναι το σύνδρομο του fast food: βγάλε δίσκο-κάνε live. Είναι η γενική απαξίωση στην πραγματική φύση της τέχνης. Δε γίνεται να βγάλεις δίσκο χωρίς να έχεις να πεις κάτι καινούριο πώς να το κάνουμε. Και όμως, πλέον ακούς πολλούς ίδιους δίσκους, πολλές μέτριες μπάντες και διαβάζουμε πολύ χάλια στίχους. Αυτό βέβαια δε συμβαίνει μόνο στη μουσική, αλλά γενικά έχει προχωρήσει σαν φαινόμενο σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής μας».

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.