Ενωνοντας την Παλια με τη Νεα Αγχιαλο

«Το ένα πόδι μου είναι στην Παλαιά Αγχίαλο της Βουλγαρίας και το άλλο στη Νέα Αγχίαλο»… Τα λόγια αυτά θα μπορούσε να τα πει οποιοσδήποτε απόγονος προσφύγων που τις διηγήσεις των δικών του ανθρώπων για την πατρίδα τις έκανε βίωμα. Λόγια βγαλμένα από καρδιάς και με αγάπη που δεν γνωρίζει σύνορα, που αφήνει ανοιχτούς τους ορίζοντες στη γνώση για την ιστορία.

Τα λόγια αυτά ανήκουν στην Ευανθία Θεοχαράκη, κάτοικο Νέας Αγχιάλου Μαγνησίας. Με τον πατέρα της να κατάγεται από την Παλαιά Αγχίαλο, νυν Πομόριε Βουλγαρίας η κ. Θεοχαράκη δημιούργησε σε χώρο του σπιτιού της ένα λαογραφικό μουσείο με παραδοσιακές στολές και αντικείμενα ιστορικής σημασίας, από την παλιά Αγχίαλο της Ανατολικής Ρωμυλίας, μετά από την ευγενική παραχώρησή τους από τους κατοίκους του.

Η παλαιά Αγχίαλος νυν Πομόριε

Η Ανατολική Ρωμυλία, περιοχή σήμερα της Νότιας Βουλγαρίας, εκτείνεται από τη Φιλιππούπολη ως τις ακτές του Ευξείνου Πόντου. Στην περιοχή αυτή κατοικούσαν Βούλγαροι, Έλληνες και Τούρκοι. Στο βόρειο εξωτερικό άκρο του κόλπου Πύργου, νυν Μπουργκάς, στις ακτές του Ευξείνου Πόντου, ήταν χτισμένη η Αγχίαλος. Η ίδρυση της πόλης χρονολογείται στο τέλος του 6ου αι. ή στις αρχές του 5ου αι.π.χ. αιώνα από την Απολλωνία (αποικία της Μιλήτου).

Κατά τη Βυζαντινή περίοδο η Αγχίαλος ήταν μία από τις αξιολογότερες ναυτικές βάσεις στον Εύξεινο Πόντο. Κατά τον 14ο αι. η Αγχίαλος άλλαξε διαδοχικά κυρίους: Βυζαντινούς, Βουλγάρους, αλλά και Φράγκους. Κατά την Τουρκοκρατία ο πληθυσμός αυξήθηκε, ενώ κατά τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1828-1829, ο ρωσικός στόλος κατέλαβε την πόλη επί 9 μήνες ως την υπογραφή της ειρήνης της Αδριανουπόλεως.

Η συνθήκη του Βερολίνου (1878) προέβλεπε για την Ανατολική Ρωμυλία τη δημιουργία αυτόνομου κράτους με Χριστιανό κυβερνήτη, που θα ορίζονταν με συμφωνία της Τουρκίας και των Μεγάλων Δυνάμεων. Από το 1885 όμως, μετά την ένωση της Ανατολικής Ρωμυλίας με τη Βουλγαρία, το Ελληνικό στοιχείο άρχισε να εξασθενεί οικονομικά αλλά και να αντιδρά στην προσπάθεια εκβουλγαρισμού.

Μετά το 1885 άρχισε η αντίστροφη μέτρηση για την πορεία του Ελληνισμού της Βουλγαρίας, η οποία κορυφώθηκε με την καταστροφή της Αγχιάλου στις 30/7/1906. Οι κάτοικοι μετακινήθηκαν μαζικά και δημιούργησαν το 1906 τη σημερινή πόλη της Νέας Αγχιάλου. Μεταξύ αυτών και ο πατέρας της Ευανθίας Θεοχαράκη.

Η σχέση της κ. Θεοχαράκη με την Πομόριε

Ο πατέρας της Ευανθίας Θεοχαράκη γεννήθηκε στην Παλαιά Αγχίαλο. Από τα δεκατρία αδέλφια που ήταν μετά το 1906 τα εννέα ήρθαν στην Ελλάδα και δύο αδέλφια του και μία αδελφή του έμειναν πίσω στην Αγχίαλο. Τον πατέρα της τον υιοθέτησε ένας Ελληνοαμερικανός θείος. Έζησε 34 χρόνια στην Αμερική και μετά επέστρεψε στην Ελλάδα γιατί ο θείος πέθανε, η θεία παντρεύτηκε και ο καινούργιος θείος δεν τον ήθελε. «Ο πατέρας μου έπαιζε στην μαντολινάτα της Νέας Υόρκης. Ήταν υπήκοος διότι στην Αμερική υπηρέτησε στρατιώτης.

Μέσα μας διατηρήσαμε την προσφυγιά, αυτή την αγάπη για την πατρίδα. Με τα ξαδέλφια και τους θείους που έμειναν πίσω διατηρούσαμε σχέσεις. Θα σας πω ότι ένα ξάδελφό μου τον σώσαμε στέλνοντας φάρμακα από εδώ μέσω Αμερικής. Τότε που είχε βγει η στρεπτομυκίνη και η πενικιλίνη ο πατέρας μου με τον Ερυθρό Σταυρό τα έστελνε στην Αμερική και από εκεί τα έστελναν στην Βουλγαρία και έτσι σώθηκε το παλικάρι».

Επίσκεψη στο Πομόριε

«Πριν από είκοσι δύο χρόνια πέθανε ο άνδρας μου. Ακόμη και σήμερα δεν μπόρεσα να ξεπεράσω το χαμό του. Τον καιρό που τον έχασα ήμουν σε πολύ άσχημη ψυχολογική κατάσταση. Ήρθε να με δει η ξαδέρφη μου από το Πομόριε και βέβαια πριν είκοσι δύο χρόνια ήταν πολύ αυστηρή η είσοδος από τα σύνορα. Όταν με είδε είπε στα παιδιά μου ότι δεν είμαι καλά και ότι πρέπει να με βοηθήσουν να συνέλθω. Αποφάσισε να με πάρει στη Βουλγαρία μαζί της για να με βοηθήσει.

Θα πρέπει να σας πω ότι εγώ για τέσσερα χρόνια δεν ήθελα να έχω καμία σχέση με το Θεό και την Εκκλησία. Δεν έκανα το σταυρό μου και όταν σήκωνα το χέρι μου για να τον κάνω το χτύπαγα. Στεναχωρήθηκα πολύ γιατί ο άνδρας μου έφυγε στην ηλικία των 60 ετών και εγώ ήμουν 49 και ήμουν μόνη μου.

Όταν λοιπόν πήγα στη Βουλγαρία και συγκεκριμένα στην Πομόριε, Παλαιά Αγχίαλο, η ξαδέρφη μου ζήτησε να πάμε στην εκκλησία το Πάσχα. Ήμουν ανένδοτη. «Δεν πάω σε καμία εκκλησία», της είπα. «Δεν θα σε πάω σε μεγαλοεκκλησία. Θα σε πάω στην ελληνική εκκλησία, η οποία είναι κλειστή πάνω από εκατό χρόνια». Μη ξεχνάτε ότι δεν τους επέτρεπαν να πάνε στην εκκλησία και μέχρι και ζώα έμεναν μέσα. Με πήρε λοιπόν και πήγαμε. Η εκκλησία είχε μόλις λίγους μήνες που λειτουργούσε. Δέχτηκε ένας παπάς, ο Πέτρος Κούμανος, να τη λειτουργήσει. Κανείς άλλος δεν δεχόταν γιατί τότε είχαν μεγάλη φτώχεια. Ήταν οι καταστάσεις τέτοιες που δεν τους επέτρεπαν να πάνε και ήταν και άλλοι καιροί. Πήγα στην εκκλησία και μόλις μπήκα και είδα τη φτώχεια, τη μούχλα άρχισα να κλαίω. «Γιατί κλαις;» με ρώτησε η ξαδέρφη μου. «Ελληνική εκκλησία σε αυτή την κατάσταση; Έχω στεναχωρηθεί πάρα πολύ». Αποφάσισα να κινηθώ για την αποκατάστασή της. Δεκαεπτά χρόνια πάλευα για αυτό το σκοπό. Ζητούσα από τους ανθρώπους, έπαιρνα τη σύνταξή μου με αποτέλεσμα να γίνει μια πολύ όμορφη εκκλησία. Ο Αγχιαλίτες που μένουν στην Αθήνα μέσω του συλλόγου τους έφτιαξαν τη σκεπή και τα κουφώματα. Αν δείτε τι έχουμε κάνει θα μείνετε κατάπληκτη. Το ιερό ήταν βουλιαγμένο. Τα έφτιαξα όλα με την βοήθεια των παιδιών μου και των Αγχιαλιτών. Πόρους δεν έχω. Νοικιάζω ένα διαμέρισμα δίπλα στο σπίτι μου και παίρνω τη σύνταξη του άνδρα μου. Πλέον δεν μπορώ να πάω στον κόσμο να ζητήσω για την εκκλησία γιατί βαρέθηκαν. Είχα ένα κουμπαρά επάνω στο οποίο γράφω «Υπέρ της ελληνικής εκκλησία Χριστός, Παλαιάς Αγχιάλου – Πομόριε Βουλγαρίας. Τα χρήματα τα πήγαινα στη Βουλγαρία με αυτό τον κουμπαρά για να τα καταθέσω στην Τράπεζα. Τα πρώτα χρόνια δεν τα δεχόντουσαν. Σιγά – σιγά άλλαξαν τα πράγματα και όλα έγιναν πιο ομαλά. Εδώ και 18 χρόνια πηγαίνω συνέχεια».

Η ιδέα της δημιουργίας του Μουσείου

«Ήταν μια σκέψη που είχα για χρόνια, εφόσον το ένα πόδι μου είναι στην Ελλάδα και το άλλο στην Πομόριε. Στη Νέα Αγχίαλο είναι το ένα πόδι μου στην παλιά Αγχίαλο το άλλο. Πέντε γενιές αντικατοπτρίζονται μέσα στο μουσείο Έχω τόσα ντοκουμέντα, έχω τόσες κασέτες, ένας όμως δεν ήρθε να δει κάτι. Αν είχα χρήματα και μπορούσα να έρθω στην Κομοτηνή θα το έκανα για να σας τα δείξω. Σας προσκαλώ να ‘ρθείτε να δείτε τι έχω κάνει. Έχω δώσει την ψυχούλα μου για αυτά. Υπάρχει ένας χώρος γεμάτος από στοιχεία ιστορικά. Όποιος ήρθε από όλη την Ελλάδα έμεινε κατάπληκτος. Όλα τα πράγματα είναι από την Πομόριε, είναι από τους συγγενείς μου. Μου τα έδωσαν οι δικοί μας άνθρωποι οι οποίοι τόσο πολύ με αγάπησαν μου έδωσαν ότι πολυτιμότερο είχαν. Ο Θρακικός Σύλλογος της Πομόριε με έχει βραβεύσει. Έχω μεγάλη σχέση μαζί τους. Τους έφερα στην Αγχίαλο. Έφερα 25 άτομα την πρώτη φορά και μετά τη χορωδία της εκκλησίας. Για τον καθένα ξέρω την ιστορία του».

Σήμερα το μουσείο, μαζί με το νυφικό, φιλοξενεί 21 στολές, οι περισσότερες των οποίων έχουν ζωή δύο αιώνων. «Έδωσα και δύο στολές δωρεάν στο Βαρνάλειο Σχολείο της Νέας Αγχιάλου, προς τιμή του Βάρναλη – επειδή διάβασα την ιστορία του χάρισα τις στολές. Ετοιμάσαμε προθήκη και τις τοποθετήσαμε και μάλιστα κατά τη διάρκεια εκδήλωσης με βράβευσαν τιμής ένεκεν για την ευγενική προσφορά μου. Έτσι πρέπει να γίνεται για να μαθαίνουν οι νέοι και οι παλιοί να θυμούνται.

Αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει εδώ μέσα αντικείμενο από την Ελλάδα, όλα είναι από την Πομόριε. Οι άνθρωποι της Παλαιάς Αγχιάλου μου το πρότειναν βλέποντας την προσφορά μου. Τώρα όμως είμαι ηλικιωμένη, έχω κάνει και τέσσερα μπάι πας. Ό,τι μπορώ μαζί με την ξαδέρφη μου, η οποία ήρθε να ζήσει μαζί μου, το κάνω.

Εκθέματα

Στο μουσείο της κ. Θεοχαράκη φιλοξενούνται 21 στολές που χρονολογούνται από το 1800 οι περισσότερες. Η φορεσιά του παππού, της μπαμπω – Μαρτίνας, όπου κάθε Μάρτη σήκωνε το μαντήλι της και έδενε τον «Μάρτη» στα πέτα των μεγάλων και στους καρπούς των τρυφερών παιδικών χεριών, για να μην τα μαυρίσει ο ήλιος, της Λαζαρίνας, με την οποία τα κορίτσια τραγουδούσαν το Λάζαρο το Πάσχα, της νύφης και του γαμπρού, του νέου και της νέας, της αρχόντισσας και της αγρότισσας. Όλα ενθυμήματα της καθημερινής ζωής των κατοίκων της Παλαιάς Αγχιάλου.

Ξεχωριστή θέση στο Μουσείο της κ. Ευανθίας κατέχει η φουστανέλα που έχει φτιάξει ο κ. Ιωάννης Καρακότσης, κάτοικος σήμερα της Πομόριας, στην οποία, όπως τονίζει η κ. Θεοχαράκη, το γιλέκο είναι από το γαμπριάτικο κουστούμι του. Την έφτιαξε θέλοντας να βγάλει ένα απωθημένο. Πριν λίγο καιρό μου έδωσε μία τσάντα η οποία έχει ζωή τετρακοσίων χρόνων. Στο μουσείο, επίσης, μπορεί να δει κανείς ευαγγέλιο τυπωμένο το 1898, καθημερινά σκεύη, ρόκα και αδράχτι, κεντήματα.

Αντικείμενα που αναδύουν μνήμες και γράφουν την ιστορία των κατοίκων της Παλαιάς Αγχιάλου. Μνήμες μακρινές, αλλά και τόσο νωπές. Με σφραγίδα την αγάπη για τον τόπο και την ιστορία του.

Α.Π.

Υ.Γ.: Να ευχαριστήσουμε την Νίνα Κούρτεβα, ανιψιά του Γιάννη Καρακότση από το Πομόριε της Βουλγαρίας, για το βίντεο που έστειλε στην εφημερίδα μας, μέσω του οποίου είχαμε την ευτυχία να γνωρίσουμε την κ. Ευανθία Θεοχαράκη και το μουσείο της.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.