Οδοιπορικο στο Ιντσοβο
Οδοιπορικό στο Ίντσοβο, το παλιό Άκ Μπουνάρ. Μαζί με τον Γιάννη Πραντσίδη, επίκουρο του ΤΕΦΑΑ στο Πανεπιστήμιο Μακεδονία και τον Παύλο Αλμπανούδη, υποψήφιο διδάκτορα γλωσσολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Καλεσμένοι της δημάρχου της πόλης με στόχο να παρακολουθήσουμε την έναρξη των εκδηλώσεων που πραγματοποιούνται εκεί και ονομάζονται «Γιορτές της Άνοιξης» ή «Γιορτές των λουλουδιών». Με οδηγό τους ανθρώπους του Ίντσοβο, την δήμαρχο, τον Μπαρμπα Γιάννη, τις κόρες του, την Σιδέρκα, την Μπάμπω Στάμω την Παπαζολούδα, την μπάμπω Γκέλω, τον πρόεδρο του συλλόγου «Μπάρμπα Γιάννης» κ. Ιβάν Ιβάνοβ Κόλεβ, την 26χρονη Νταρίντα που ασχολείται με το παραδοσιακό τραγούδι, αλλά και όλους τους άλλους που έτρεξαν να μας μιλήσουν, να μας καλωσορίσουν και να μας φιλοξενήσουν. Και με πολύτιμη βοηθό την Νίνα Κούρτεβα από το Πομόριε, την παλιά Αγχίαλο, που με υπομονή μας μετέφραζε και μας έδινε την ευκαιρία να γίνουμε κοινωνοί της φιλοσοφίας των εκδηλώσεων.
Ο δήμος Ίντσοβο
Ανήκει στο δήμο της Τούνζας που ονομάστηκε έτσι από τον ποταμό Τούνζα. Περιλαμβάνει 44 χωριά τα οποία έχουν πληθυσμό 28.000 κατοίκους. Το Ίντσοβο όπως μας λέει η δήμαρχός του, κ. Γιάνκα έχει πληθυσμό περίπου 2.000 κατοίκους, που ασχολούνται ως επί το πλείστον με τη γεωργία και λίγοι εργάζονται ως βιομηχανικοί εργάτες. Κόσμημα του οικισμού το μουσείο του, που έχει δημιουργηθεί εδώ και 29 χρόνια. Στη δημιουργία και λειτουργία του συνέδραμαν πολύ οι κάτοικοι του οικισμού δίνοντας ό,τι είχαν. Στο χώρο του πραγματοποιήθηκε η ημερίδα που είχε σαν θέμα τις γιορτές της Άνοιξης. Στην ημερίδα συμμετείχαν εθνολόγοι, μουσικολόγοι, δημοτικοί σύμβουλοι.
Γιορτές της Άνοιξης
Οι γιορτές της Άνοιξης, όπως ειπώθηκε ξεκινούν από την Κυριακή των Βαΐων και ολοκληρώνονται του Αγίου Γεωργίου. Πραγματοποιούνται στο Ίντσοβο εδώ και εννέα χρόνια. Η φιλοσοφία τους είναι άμεσα συνδεδεμένη με την Ορθοδοξία, αλλά και την αναγέννηση της φύσης. Κατά τη διάρκεια της ημερίδας έγινε ιδιαίτερη αναφορά στο έθιμο της Ρουμπάνα, αλλά και στο φολκλορικό φεστιβάλ που πραγματοποιήθηκε την Κυριακή σε ένα πολύ όμορφο διαμορφωμένο χώρο με τη συμμετοχή 25 χωριών από όλη τη Βουλγαρία Την όλη ευθύνη της διοργάνωσης είχε η διευθύντρια του δημοτικού σχολείου κ. Αλεξάνδροβα, αλλά και η υπεύθυνη των πολιτιστικών του δήμου κ. Νικόλοβα. Παρών στο φολκλορικό φεστιβάλ ο δήμαρχος του δήμου Τούνζας κ. Γκεοργκίεβ.
Ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα της συγκεκριμένης ημέρας στη Βουλγαρία είναι τα στεφάνια που γίνονται από ιτιές που συμβολίζουν τα βάγια.
Ο μπαρμπα-Γιάννης από το Ίντσοβο
Το 1968 ο μπαρμπα-Γιάννης ξεκίνησε από τη Βουλγαρία να βρει τους συγγενείς του στην Ελλάδα. Πολλοί τότε κάτοικοι του οικισμού Ίντσοβο έτρεξαν να του δώσουν κάτι να πάει στους συγγενείς τους. «Μια γιαγιά Μοναστηριώτσα, μου λέει, «Γιάννη, θα πας εκεί έχω μια αδερφή να την δώσεις ένα τσεμπερούδ’ και μια πιστίρκα, δώρο». Τα πήρα, πήγαμε στο Νέο Μοναστήρ’, να βγούμ’ στην πλατέα. Ρωτού ένα πού είνι το σπίτ’ τ’ς τάδες. Να εκεί απάν’. Πααίνω ιγώ στο σπίτ’, εκείν’ τ’ν ώρα έρχιτι ο χωροφύλακας με το μηχανάκ’. Μι λέει είσι κομμουνίστα και κάν’ς προπαγάνδα εδώ μέσα. Θα πάμι στην αστυνομία. Λέω καλά, έχου μια παρέα να κατέβουμε, να τ’ς που ότι με μαζώνται να με κλείστε. Ήταν η Μαντζάρ’ς η Μήτσους και η θ’κός μου η αξάδελφος κι άλλ’. Πόθεν είσι ισί με λέει ο χωροφύλακας. Τ’ λέω απ’ τη Βουλγαρία. Και πώς απέρασες τα σύνορα; Του λέω με τα ποδάρια. Αυτός θύμωσε. Κάν’ς προπαγάνδα. Πού ν’ τα χαρτιά σας; Πάρε διάβασ’ τ’ λέω. Τότε η Μαντζάρης τουν κοίταξι και τ’ είπι: Αύριου του πρωί το παγών’ δεν θα το χ’ς στον ώμο σ’. Ο θ’κός μου ο ξάδερφος έσκισεν βουνά και ποτάμια και συ τώρα τι φκιάν’ς. Προπαγάνδα τι προπαγάνδα; Ο χωροφύλακας ζήτσε να τον σχωρέσουμε.
Πέκιν βγήκαμε και λέω. Στο θ’κός σας το χωριό δεύτερη φορά δεν θα να ’ρθω. Ως τα τώρα δεν πήγα. Δέκα φορές ήρθα στ’ν Ελλάδα σε αυτό το χωριό δεν πήγα»
Ο μπαρμπα-Γιάννης είναι 84 χρονών. Είναι γεννημένος το 1925. Μας μιλά για τα παλιά και μας λέει διάφορες ιστορίες.
Συγκεκριμένα, με μια ιστορία ξεκίνησε η συνομιλία μας. Όπως είπε, ήταν ένας πατέρας που είχε τρεις γιους. Μια χρονιά έβγαλαν πάρα πολλές καούνες. Ο πατέρας έστειλε τα παιδιά του να τα πουλήσουν στα γύρω χωριά. -«Πατέρα πόσες παράδες να χαλεύουμε το κιλό;
-Όπως ταιριάσ’ η δλειά, αλλά πέτε δυο γρόσια, τρία γρόσια το κιλό.
Βγήκαν τα παιδιά πέρασεν ένα, δυο, τρία χωριά δεν παίρν’ καν’ κανένας καρπούζ’. Τι να κάμ’; Νύχτωσεν. Η γιάλλος, ένα χωριό, δυο, πούλ’σεν κάνα δυο καρπούζια μα δεν μπορεί. Κόμα ο μικρός λέει: Με φαίνετ’ ότι δεν θα πάρω παράδες ιγώ αλλά είν’ παρέα εκεί, παλιοκόσμ’ πάρτε ένα καρπούζ. Τα χαρίζ’. Το ένα δω, τ’ άλλο στ’ άλλο χωριό, δυο, τρία. Γύρισαν κι ο πατέρας ρωτά: «Τι εκάμνετε πιδιά»; «Πατέρα δεν μπόρσαμ’ να πλήσουμε τίποτας». «Σύ τι έκαμες Γιάνν’»; «Τι έκαμα; Έδωκα τα παιδιά από κανένα καρπούζ’ κει που ήταν παλιοί, μπάμπες, παππαίοι, κει έδωκα κάνα καρπούζ. Τα μ’ σά τα χάρ’ σα». «Καλά έκαμες συ. Συ πρώτο που έφτιασες είναι σε κάθε χωριό απ’ ένα σπίτ’. Οι άλλοι δεν έφκιασαν τίποτας», είπε ο πατέρας. Γύρσεν καιρός να βγει η μικρός απ’ αδά ε, μπάρμα-Γιάννη, πέρασε κατ’ εμάς, ο άλλος απ’ τ’ άλλο το χωριό «Μπάρμπα Γιάννη πέρασε κατ’ εμάς», οι άλλ’ άντα περνούν κανένας δεν τσ’ ρωτά τίποτας. Να ιγώ αυτή τη δλειά έφκιασα. Άμα σέβω μεσ’ τ’ν Ελλάδα φωνάζουν Μπάρμπα Γιάννη, Μπάρμπα Γιάννη, έφκιασα σπίτια πολλά και γι’ αυτό είμι ηυχαριστημένος πολύ».
Και πραγματικά ο μπάρμπα-Γιάννης έχει κάνει πολλούς φίλους. Είναι αδύνατον να περάσει άνθρωπος ξένος από το χωριό και να μην τον επισκεφτεί. Δηλώνει ευχαριστημένος που ξανανταμώθηκε με τον Γιάννη Πραντσίδη, φίλο από το 1991 και τον Παύλο Αλμπανούδη, φίλο επίσης από χρόνια. Όπως δηλώνουν και οι δύο ο μπάρμπα Γιάννης τους βοήθησε πολύ στην ολοκλήρωση των διδακτορικών τους.
«Οι μουσιαφιραίοι ιντ’ άρθ’ν πρώτα το αφεντικό θέλει να περπατεί ομπροστά να πει τς μουσαφιραίοι περάστι, ορίστι, καθήστι, κι νταρθ καιρός να φεύβ’ οι μουσαφιραίοι να πααίν’ μπροστά και συ το κατόπ’ να σ’πεις στο καλό», συμβουλεύει.
Την ώρα που μιλάμε έρχονται τα παιδιά να τραγουδήσουν τη Ρουμπάνα. Ο μπαρμπα-Γιάννης σηκώνεται και τους δείχνει πώς γίνεται κανονικά. «Αυτά τα παιδιά δεν ξέρν’. Εκείνος άπου τα προβόδσνε δεν ξέρ’ τίποτας. «Ιγώ τα’ μαθαίνω τώρα εδώ και σαράντα χρόνια».
Ζητά από τα κορίτσια να του δωρίσουν τα μεσαλούδα. «Άντα τελειώσ’ν τα τραγούδια κείν’ από παίζ τ’νούνα θέλ’ να βάλ’ τ’ αφεντικό, τ’ νοικοκυρά όποιος είνι στο σπίτ’ να τον δωρίσ’. Το δώρμα λέει δώσε παράδες. Αντα τον βάλ’ το πεσκίρ’ στον ώμο τ’ αφεντικό πρέπ’ να βάλ’ το χέρ’ στην τσόπ’ να δώσ’ τα πιδιά.
Από καμιά φοράς λέω άντα σας πει κάνας ένα λόγο δεν τον βάντε στον πατσά σας, άμα το βάντε μεσ’ στον τσόπ’ σ’ και το ρίχν’ς».
Πέρα από τις ιστορίες ο μπαρμπα-Γιάννης μας τραγουδά τραγούδια της Ρουμπάνας. Κάποια στιγμή η φωνή σπάει από τη συγκίνηση…
«Πήρεν η Στάμω να σκουπίσ’
Με δυο κλωνάρια βασιλκόν
Κείν’ την ώρα άκουε καβάλα
Και φώναξεν την Μπούλιοτ’ς.
Έλα Μπούλιο συ να σκουπίεις
Ιγώ άκσα καβάλα στο κουρί.
Να πάου να ιδού αν είναι ξένος ως το βράδ’ θα υρίσω
αν είν’ αϊγόρος θα απομείνω εκεί και θα με δείτε την άλλ’ χρονιά με το μωρό στα χέρια».
Για ό,τι έχει προσφέρει ο μπάρμπα-Γιάννης μέχρι σήμερα, όσον αφορά στην ελληνοβουλγαρική φιλία, είναι εμφανές στο ότι οι κάτοικοι του χωριού Ίντσοβο ίδρυσαν σύλλογο ο οποίος φέρει το όνομά του.
Το έθιμο της Ρουμπάνα
Κατά το Σάββατο του Λαζάρου στο Ίντσοβο, από τις δέκα το πρωί τα παιδιά του δημοτικού χωρισμένα σε ομάδες γυρνούν όλες τις γειτονιές του οικισμού και ψάλλουν το Λάζαρο.
Οι κοπέλες πάνε από σπίτι σε σπίτι και λένε διαφορετικά τραγούδια, άλλο για το κορίτσι, άλλο για το αγόρι, άλλο για το σπίτι, άλλο για ερωτευμένους και κάθε τραγούδι έχει τη φιλοσοφία του. Αυτή που είναι πρώτη ονομάζεται «νούνα». Ήταν πάρα πολύ τιμητικό παλιά για μια κοπέλα να είναι νούνα. Όπως ενημερώνει η Νίνα Κούρτεβα «για παράδειγμα υπάρχει το τραγούδι της νιόπαντρης, την οποία παροτρύνουν να ξυπνήσει πρωί, να ετοιμάσει το σπίτι, για να δεχθεί επισκέψεις και να τους φιλοξενήσει. Αν έχει μικρό παιδί τραγουδούν για την υγεία του παιδιού. Οι νοικοκυρές δίνουν αυγά, γιατί το αυγό συμβολίζει τη ζωή αλλά και την άνοιξη που η φύση αναγεννιέται. Αυτά τα αυγά θα τα βάψουν τη Μεγάλη Πέμπτη. Όταν φεύγουν από το σπίτι λένε άλλο τραγούδι. Όπως λένε τα παιδιά, το τραγούδι τους το έμαθε η δασκάλα στο σχολείο τους». Αυτός που κρατά το καλάθι λέγεται καλαθάρος. Όπως εξηγεί ο Παύλος Αλμπανούδης η κατάληξη –άρος απαντάται μόνο στο ανατολικορωμυλιώτικα και προσδιορίζει το μεγάλο.
Το έθιμο της Ρουμπάνας στην Ανατολική Ρωμυλία
Σύμφωνα με τον κ. Πραντσίδη και τον κ. Αλμπανούδη, στο έθιμο της Ρουμπάνα συμμετείχαν κορίτσια της παντρειάς, οι οποίες έπαιρναν και φορούσαν τσούκνες από παντρεμένες με παιδιά. Αυτές όμως τις τσούκνες οι παντρεμένες τις έπαιρναν πίσω το Πάσχα. Γι’ αυτό και έλεγαν «Ρουμπάνα ντυμένη, Πασχαλιά γκουλιόκου», δηλαδή την πασχαλιά ήταν γυμνή.
Το να παίρνουν στολές τα κορίτσια από παντρεμένες ήταν συμβολικό. Έκαναν κάτι για να «μολλιώσουν», να κολλήσουν, δηλαδή έπαιρναν από παντρεμένες τσούκνα για να κολλήσουν και να παντρευτούν.
Η Ρουμπάνα ήταν ένα έθιμο που γιορταζόταν σε όλη την περιοχή της Ανατολικής Ρωμυλίας, βέβαια με κάποιες διαφορές. Σε κάποια χωριά, όταν τα κορίτσια έμπαιναν στις αυλές τραγουδούσαν και χόρευαν, σε κάποια όμως μόνο τραγουδούσαν. Για παράδειγμα, οι Καβακλιώτες έλεγαν το τραγούδι του Λαζάρου και μετά παινέματα για το σπίτι, ενώ οι Μοναστηριώτες χόρευαν μέσα στην αυλή ντούζσκο. Μετά ακολουθούσε χορός στην πλατεία και τραγουδούσαν ένα τραγούδι, το Μπογδάνο, το οποίο ανήκει σε μια σειρά χορών των οποίων το κύριο τραγούδι μιλά για το βουνό Μπογδάνο. Είναι καθαρά μοναστηριώτικος χορός. Στην Ανατολική Ρωμυλία, αφού γυρνούσαν τα σπίτια και έκαναν το έθιμο της Ρουμπάνα, μαζεύονταν στην πλατεία να χορέψει όλος ο κόσμος και από κει έμπαινε μπροστά ο αγαπητικός της νούνας, ο αϊγόρος, όπως ονομάζονταν, και, χορεύοντας τον χορό Μπογδάνο, πήγαιναν στο σπίτι της νούνας. Το έθιμο αναβιώνεται σήμερα στα Τρίκαλα, αλλά και στο Νέο Μοναστήρι.
Ο κ. Πραντσίδης τονίζει ότι «Η νούνα συνήθως ήταν στα πρόθυρα του γάμου, μια κοπέλα έτοιμη για παντρειά. Επεδίωκαν αυτές που ήταν στην ηλικία του γάμου να προβληθούν στο έθιμο. Πάντα υπήρχε ο αϊγόρος, δηλαδή ο αγαπητικός. Οι κοπέλες που ήταν για παντρειά είχαν θεωρητικές προγαμιαίες σχέσεις. Δηλαδή έλεγαν ότι ο «αϊγόρος» για παράδειγμα «ο Παναγιώτ’ς αϊγαπάει τ’ Νανά». Και όταν λέμε προγαμιαίες σχέσεις εννοούμε ότι στο χορό πιάνονταν από το χέρι, όταν πήγαιναν οι κοπέλες για νερό στη βρύση τα παλικάρια πήγαιναν από κοντά και χωράτευαν και αυτό οδηγούσε στο γάμο. Ο «αϊγόρος», λοιπόν, οδηγούσε το χορό. Δηλαδή, ορισμένα πράγματα ήταν αποδεκτά. Η κοινωνία δεν ήταν τόσο συντηρητική όσο ήταν οι ντόπιοι. Τότε θεωρούσαν ντροπή να μην έχει ένα κορίτσι «αϊγάπη». Ήταν δημοκρατική η κοινωνία από την άποψη ότι χόρευαν άντρες με γυναίκες, όπως και οι Πόντιοι, ενώ στη Δυτική Θράκη δεν γινόταν αυτό, ούτε στην υπόλοιπη Ελλάδα. Εκεί έκαναν παρέες και υπήρχαν σχέσεις. Αν το κορίτσι ήταν 15 και 16 χρονών και δεν είχε «αϊγόρο» το θεωρούσαν πρόβλημα, γιατί ο «αϊγόρος» σήμαινε ότι κάποιος τη θέλει.
Η πιο δημοκρατική έκφραση αυτής της ιστορίας είναι ότι αν αυτός ο θεωρητικός δεσμός τραβούσε αρκετό χρόνο και η κοπέλα κατά κάποιο τρόπο είχε εκτεθεί και ο άντρας έκανε νερά και άλλαζε γνώμη η κοπέλα μπορούσε αν είχε το θάρρος και το θράσος να πάει στο σπίτι του και να εγκατασταθεί. Την έλεγαν πριστάνου, δηλαδή ικέτη, και όφειλαν οι γονείς να τη δεχτούν. Δεν μπορούσαν να τη διώξουν. Είναι περιπτώσεις ακραίες και όμως υπήρξαν».
Αυτά είναι τα Βαλκάνια του σήμερα… Με τα σύνορα της γης χαραγμένα στο χάρτη, και της καρδιάς πουθενά… Τόσο διαφορετικοί και τόσο ίδιοι, ο καθένας με επιρροές από τον άλλο και αέναα χρωστώντας ευγνωμοσύνη για τον πολιτισμό που συγκροτεί την κοιτίδα τους…
Α.Π.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
