Ακριτων Γενεα
Στο σημερινό μας φύλλο φιλοξενούμε μια άκρως ενδιαφέρουσα έκδοση, μια προσπάθεια που δικαιώνει τους κόπους νέων ανθρώπων, επαληθεύει την καταγωγή και αναζωογονεί τη μνήμη. Δικαιώνει επίσης όλους όσους βοήθησαν να γίνει πραγματικότητα αυτός ο φόρος τιμής στο γενναίον γένος των ακριτών του Πόντου, συμβάλλοντας στην έκδοση του τόμου είτε ηθικά είτε οικονομικά. Με πρωτοβουλία του Συλλόγου Ποντιακής Νεολαίας «Η Τραπεζούντα» και με αφορμή την αναβίωση των Παρχαριών κάθε χρόνο στο βουνό της Νυμφαίας, η έκδοση – που θα είναι πλέον ετήσια – έρχεται να φωτίσει ακόμη περισσότερο την πορεία των Ελλήνων του Πόντου, την οδύσσεια της κάθε οικογένειας, τον πλου προς τη γη της επαγγελίας, το ρίζωμα και τη διατήρηση μιας παράδοσης που πόρρω απέχει από μια φολκλορική και μόνο καταγραφή εθίμων.
Ξεκινώντας από μια Ιστορική Αναδρομή περνάμε στα 3.000 χρόνια ιστορίας του ποντιακού ελληνισμού και στη διαβίωσή του στην πρώην Ε.Σ.Σ.Δ. Τα χρόνια περνούν και οι εποχές προκαλούν τους ακρίτες Πόντιους… Ακρίτες εκεί, ακρίτες κι εδώ… Εγκαθίστανται σε πολλές περιοχές της Βόρειας Ελλάδας. Θρυλόριο, Κασσιτερά, Κίζαρι, Μικρό Κρανοβούνιο, Παγούρια, Ροδίτης, Υφανταί, Αετόλοφος, Νέα Σάντα, Αίγειρος, Καρυδιά, Ασώματοι, Μεσοχώρι παρουσιάζονται στην έκδοση σε μια προσπάθεια αποτύπωσης όσων έφεραν μαζί τους οι Πόντιοι και τα κοινώνησαν στην τοπική κοινωνία. Ουσιαστικό και αξιοζήλευτο θησαυρό του βιβλίου αποτελούν οι Ζωντανές Μαρτυρίες ανθρώπων που ήρθαν από τον Πόντο. Η Λαογραφία κατέχει το δικό της χώρο στην έκδοση με αφετηρία το θεσμό των Παρχαριών, όπως βιώνονταν τότε και όπως αναβιώνονται σήμερα. Το ίδιο και η γαστρονομία. Από την έκδοση δεν θα μπορούσε να λείπει και η αναφορά στα πολιτιστικά δρώμενα του Συλλόγου, όπως οι «Μωμόγεροι», τα «Ρωμαίικα παρακάθια», «Η προξενία πα τέχνην εν» και φυσικά τα «Παρχάρια».
Εμείς παραθέτουμε αποσπάσματα από το κεφάλαιο των Μαρτυριών, άκρως ενδιαφέροντα και πολύτιμα για τη διατήρηση της μνήμης όλων…
Ο
αείμνηστος Δημήτριος Ξενοδοχίδης από το Απουλπάτ, κάτοικος Υφαντών Κομοτηνής, μας μετέφερε τις δραματικές εικόνες που εξελίχθηκαν στο χωριό του λίγο πριν τον ξεριζωμό:
«Ο Τετέ μ’ τσαΐρ εθέριζεν σην έμπα τη χωρί κεικά, ζερβά απάν το μερέα σα σεούτε, ας έτον καν 500 μέτρα ασο χωρίο, και εγώ νέικον παλληκαρόπον εποίν’ ατόν ελίγον γερτίμ. Αναχάπαρα άγρια λαλίας βαρκίματα ολ’ π’ εθέριζαν σα τσαΐρε θείκ’νε κα’ τα τουρπάντε και ίσα εμπαίνε σο χωρίο. Οι γαριδές τερώ εκεί σ’ εμέτερο τη μαχαλά, τ’ οσπίτι μουν έτον αμάν σην έμπα ση χωρία ιστ’ έρθεσαι αση Ζεκι, και κατ’ ανεγροίκεστα εγώ είπα ημπορεί μ’ μίαν κι άλλο εβγάλ’νε μας ασο χωρίο. Αμόν τ’ έρθα ση χωρί το μεΐτάν κείκα και τερώ τρανοι Ρουσάντ’ σταρσινάδες κατ’ λέν και σουρουσεύνε με τ’ εμετέρτς και είνας γέρος εθαρρώ αση Σπυριδάντας έτον ετάλεψε ση γιακά τη Ρούσονος και τ’ ημσά Ορωμέϊκα τ’ ημσά Ρούσικα, τ’ άλλα Τούρκικα λέει ατά και λέει ατον ατόσα τόπε και ατόσα γιαζία και εμείς πουθέν κ’ εχωρούμ’ και α κοτσεύομε σην Κιουρτσία και σην Ελλάδα. Αλλ’ πα έλεγαν ατς εγαντούρεψετε εμας και ερθαμ’ αδάκες και ατώρα πα νε αδά και νε οπίς. Εκείν πα οι Ρουσάντ’ άχαροι ντ’ α ‘ποίναν οι Πολσεβίκ είπαν ατς το Γαρς α εδίνανα την Τούρκια και α κράναν το Λιμάν το Πάτομ».
(μετάφραση)
«Ο πατέρας μου θέριζε λιβάδι δίπλα στην είσοδο του χωριού, αριστερά πάνω στο μέρος, στις ιτιές, ας ήταν περίπου 500 μέτρα μακριά από το χωριό, και εγώ, νέο παλικαράκι, του πρόσφερα λίγη βοήθεια. Ξαφνικά ακούστηκαν άγριες φωνές και κραυγές. Όλοι όσοι θέριζαν άφησαν κάτω τις κόσες (μεγάλα δρεπάνια) και κατευθύνθηκαν προς το χωριό. Βλέπω τις γυναίκες εκεί στο δικό μας μαχαλά να κινούνται κάπως περίεργα, το σπίτι μας ήταν ακριβώς στην είσοδο του χωριού, όπως έρχεσαι από του Ζεκί, και σκέφθηκα ότι ίσως για ακόμη μία φορά να μας διώξουν από το χωριό. Όταν έφτασα στο κέντρο του χωριού είδα υψηλόβαθμους Ρώσους αξιωματικούς να μιλάνε έντονα και να φιλονικούν με τους δικούς μας και ένας γέρος, νομίζω από τους Σπυριδαίους ήταν, άρπαξε από το γιακά τον Ρώσο και μισά Ρωμαίικα, μισά ρούσικα, τα άλλα τούρκικα, του λέει: τόσες εκτάσεις, τόσες πεδιάδες και εμείς δεν χωράμε πουθενά και πρέπει να μεταναστεύσουμε στην Γεωργία και στην Ελλάδα. Άλλοι έλεγαν μας ξεγελάσατε και ήρθαμε από τον Πόντο εδώ και τώρα ούτε πίσω, ούτε εδώ. Και οι Ρώσοι οι δυστυχείς τι να κάνουν, οι Μπολσεβίκοι τους είχαν πει ότι το Γαρς πρέπει να παραχωρηθεί στην Τουρκία ως αντάλλαγμα για το Λιμάνι του Βατούμ».
Η
ενενηντάχρονη Μαρία Ιωαννίδου από το Σουρμπασάν του Γαρς, κάτοικος Θρυλορίου, μας διηγείται την τραγική ιστορία της γειτόνισσάς της Πελαγίας:
«Η Πελαγία έτον ασο Γαράχισάρ κες. Σο κατωθύρ τη οσπιτί ατουν απάν έκοψαν τον κύρ’ τη μάναν ατς και τ’ αδέλφια τ’ς. Μάναχον την τρανέσα την αδελφήν ατς και ατέν εφέκαν και είνας αδελφός ατς πα κάπως εποίκεν και εγουταρεύτεν. Την τρανέσα την αδελφήν ατς επήραν και επήγαν αλλού μέρος, την Πελαγίαν π’ επήρεν Ταμίας έτον σα ασκέρ απές. Η Πελαγία ακόμαν μικρέσσα έτον και ση γαρίδες κ’ εταράεν ακομάν κοσμικά. Αβραδύ α κείτουν με τ’ ατέν και μάναχον εμοιρίχκουτουν ατεν και απάν ατς κ’ εντούνε. Ατόσον και πλούσιος έτον σην κάμαριν απές η Πέλαγία με τα λίρας έπαιζεν. Οι δούλοι επαρέστεκαν ατέν. Έναν βραδύ επόνεσεν η κοιλία τ’ ς και εσκώθεν ασο καραβάτ’ για την ανάγκην ατς. Ασο παράθυρο είδε τον μάγειρα να εφτάει τον σταυρόν ατ’. Επήρεν θάρρος και ερώτεσεν εσύ πα Ορωμαίος είσαι. Εκείνος πεισίζ’ και λέει ατηνε κ’ είδες καλά, εκείνε πεισιζ’ πως κ’ είδα, είδα σε. Ο μάγειρας ασό εγροίξεν κι α επορεί να γαντουρεύει ατήν και είπεν ατήνε το μυστικόν ατ. Αμάν τοπλαύνε χρυσά λίρας και πιάνε ένα τσορός με τα δύο τα ζευγάρια τα άλογα το χιόν οξουκά πολλά έτον και να φεύνε σο Γαρς. Σίτε πάνε ο Τουρκικόν στρατόν οπισθοχωρεί και ρούζνε απάν σα ασκέρε τουνε. Ο Τούρκο έκρυψε την Πελαγία αφκά σο φαΐτόν αμά τα λίρας είδαν ατά τ’ ασκέρε και τα πολλά επήραν. Επ’ εκεί ερώτεσαν ατς μέρ πάτε και ο φαΐτοτσίς και ο μάγειρας είπαν σονΤαμία πάμε, και αέτς πα εφέκαν ατς. Επήγαν, επήγαν και από κάποτε έρουξαν σα χωρία τη Γαρσί. Άμον τ’ εκούστεν η Καμπάνα ασ’ ένα χωρίο κρούει και εποίκεν τον σταυρόν ατς η Πελαγία. Ο Τούρκον με το Φαΐτόν ερωτάτεν τ’ έφτας και εκείνε λέει ατον κλώστ’ αδά μερέα σ΄ατό σο χωρίο. Το χωρίο εκείνο έτον τ’ Απουλπάτ τ’ αντρού μ’ το χωρίο, και η καμπάνα τ’ εκούστεν τ Άε Κωνσταντίνονος, α τώρα έχουμε ατόν σο Θρυλόριο.
Εκεί έρουξαν απάν σ’ οσπίτ’ τη Ξενοδοχίδη τη Κώστη τη Γερμανού τη Κυρού. Εδέκεν τον Τούρκον π έγκεν ατηνε με το Τσορός ους εκεικά ένα δύο λύρας το είχεν κρυμένα σα μέσα τς και ο Τούρκον εδέεν πλαν. Αμάν επήραν ατην απές το έτον Χριστιανέσα. Ο Ταμίας πολλά κ’ επήγεν, ερώτεσε, έμαθε το έφυε σο Γάρς κες και έρουξε σα χωριά τη Γαρσί και να ευρίκ ατηνε, από κάποτε έρθε ερώτεσε και σο Απουλπάτ αν κανείς είδεν αν έξερε κάτ’. Είπεν ατς μάναχον δείξτε μ’ ατην αν έχετε τηνε εσείς και α δίγω σας λύρας και παράδας μάναχο να ελέπα τηνε άλλο μίαν. Τη Γερμανού τη Κώστη ο κύρ’ πα είπεν ατόν εμείς αδακές κανισόν γαρί νε είδαμε νε και νε έκρυψαμε. Την Πελαγία είχαν ατηνε κρυμέντσα απές σο σαντούχ ακσάν. Εκεί σον Τούρκο εμπροστά είπε σ’ άλλτς Ορωμαΐικα τη Πελαγία τα νύχια πα το χάν’ κι δεικνίζω.
Ο μάγειρας επαντρέφτεν ατηνε αμά πολλά κ’ επήγεν εφέκεν ατην. Κρίμαν εποίκεν, κ’ εποίκεν ορθά, ατέ εγλίτωσεν ατον αση Τούρκς. Απ’ ατότε κι ύστερα η Πελαγία έρουξεν κάθεν στρατού. Αέτς πα επήρε σο τέλος τον Τσατλού εκείνος πα χέρος έτον. Σο χωρίο κάποτε ετάβιζαν και έλεγαν ο Τούρκον είχεν ατηνε και εγώ έλεγα τς κρίμαν έν γιάτι λέτε αέτς; Εύρεν μετ’ ατόσα χρόνια την πίστην ατς και εποίκεν την ευχήν ατς και την γονατεκκλησίαν ατς και καλατσεύετε απάν ατς. Η Πελαγία είχεν αληθινόν πίστην απές ατς. Πώς επόρεσε η άχαρος και εγάΐπεψε αση Τούρκς απ’ απές;
Εγώ να έμνε σ’ ατηνές τον οδό, ατόσα χρόνια μαναχέσα ση Τούρκς απές, έμνες επέμνες α έμνε».
(μετάφραση)
«Η Πελαγία ήταν από τα μέρη του Καραχισάρ – Γαράσαρης-Νικόπολης. Στο κατώφλι πάνω του σπιτιού τους έσφαξαν το μπαμπά της, τη μάνα της και τα αδέλφια της. Μόνο τη μεγάλη την αδελφή της και αυτήν άφησαν και ένας αδελφός της ξέφυγε με κάποιον τρόπο. Τη μεγάλη της αδελφή την πήραν και την πήγαν σε άλλο μέρος, την Πελαγία, την πήρε ένας ταμίας του τούρκικου στρατού. Η Πελαγία ήταν μικρή και δεν είχε ολοκληρωθεί ακόμη ως γυναίκα. Το βράδυ ενώ κοιμόταν μαζί της μόνο τη μύριζε, αλλά δεν την άγγιζε. Τόσο πλούσιος ήταν ο ταμίας που στην κάμαρα η Πελαγία έπαιζε με τις λίρες. Οι δούλοι της παραστέκονταν. Ένα βράδυ πόνεσε η κοιλιά της και σηκώθηκε από το κρεβάτι για την ανάγκη της. Από το παράθυρο είδε τον μάγειρα να κάνει το σταυρό του. Πήρε θάρρος και τον ρώτησε αν είναι Ρωμιός. Εκείνος επιμένει και της λέει δεν είδες καλά, εκείνη επιμένει πώς δεν σε είδα, σε είδα. Ο μάγειρας όταν κατάλαβε ότι δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα της είπε το μυστικό του. Αμέσως μαζεύουν λίρες και με δύο ζευγάρια άλογα και παρόλο που το χιόνι έξω ήταν πολύ, φεύγουν για το Γαρς. Καθώς πήγαιναν ο τουρκικός στρατός οπισθοχωρεί με αποτέλεσμα να πέσουν πάνω του. Ο Τούρκος αμαξάς έκρυψε την Πελαγία κάτω από το παϊτόνι, αλλά οι στρατιώτες είδαν τις λίρες και πήραν τις περισσότερες. Τους ρώτησαν πού θα πάτε και ο οδηγός του παϊτονιού και ο μάγειρας είπαν πάμε στον ταμία και έτσι τους άφησαν. Πήγαν, πήγαν και κάποτε έφθασαν στα χωριά του Γαρς. Μόλις άκουσαν να χτυπά η καμπάνα σ’ ένα χωριό η Πελαγία έκανε τον σταυρό της. Ο Τούρκος οδηγός του παϊτονιού τη ρωτά τι κάνεις και εκείνη του λέει να γυρίσει κατά τη μεριά αυτού του χωριού. Το χωριό εκείνο ήταν το Απουλπάτ του άντρα της το χωριό και η καμπάνα που ακούστηκε ήταν του Αγίου Κωνσταντίνου, τα ιερά κειμήλια του οποίου μεταφέρθηκαν στο Θρυλόριο, όπου και χτίστηκε ο νέος ναός των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης.
Εκεί, πήγαν αρχικά στο σπίτι του πατέρα του Κωστή του Ξενοδοχίδη του Γερμανού. Έδωσε στον Τούρκο που την έφερε με την άμαξα μια – δυο λίρες που τις είχε κρυμμένες πάνω της και ο Τούρκος έφυγε. Αμέσως την πήραν μέσα γιατί ήταν Χριστιανή. Ο ταμίας, δεν πέρασε πολύς καιρός, ρώτησε και έμαθε για την Πελαγία ότι έφυγε στο Γαρς και έτσι άρχισε να την ψάχνει στα χωριά του Γαρς, κάποτε πήγε και ρώτησε και στο Απουλπάτ αν κανείς ήξερε κάτι. Είπε μόνο δείξτε μού την, αν την έχετε, και εγώ θα σας δώσω λίρες και παράδες. Μόνο να την δω άλλη μία φορά. Ο πατέρας του Κωστή του Γερμανού του είπε εμείς εδώ καμία γυναίκα δεν είδαμε και δεν κρύψαμε. Την Πελαγία την είχαν κρύψει μέσα στο σεντούκι. Εκεί μπροστά στον Τούρκο ταμία είπε στα ρωμαίικα ούτε τα νύχια που πετά η Πελαγία δεν θα του έδειχνα.
Ο μάγειρας την παντρεύτηκε, αλλά δεν πέρασε πολύς καιρός και την άφησε. Κρίμα έκανε, δεν έκανε σωστά, αυτή τον γλίτωσε από τους Τούρκους. Από τότε η Πελαγία ξέπεσε στα μάτια του κόσμου. Έτσι στο τέλος πήρε τον Τσατλίδη, αφού και εκείνος χήρος ήταν. Στο χωριό κάποτε έλεγαν ο Τούρκος την είχε και εγώ έλεγα είναι κρίμα γιατί λέτε έτσι; Βρήκε μετά από τόσα χρόνια την πίστη της και έκανε την ευχή της και μιλάτε εναντίον της;
Η Πελαγία είχε αληθινή πίστη μέσα της. Πώς μπόρεσε η δυστυχισμένη και γλίτωσε μέσα από τους Τούρκους;
Εγώ να ήμουνα στη θέση της τόσα χρόνια μόνη ανάμεσα στους Τούρκους, θα έλεγα πάει και τελείωσε και θα έμενα εκεί».
Αναστασία Χατζηνικολάου
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
