Παρουσιαση του μυθιστορηματος της Αφροδιτης Ευαγγελιδου – Τσετλακα

«Το αγόρι από τη Γη των Κικόνων» τιτλοφορείται το νέο βιβλίο της Αφροδίτης Ευαγγελίδου – Τσέτλακα, η παρουσίαση του οποίου έγινε την Πέμπτη το βράδυ σε ξενοδοχείο της πόλης μας. Η παρουσίαση έγινε στα πλαίσια της τελευταίας εκδήλωσης, πριν το καλοκαίρι, του Σωματείου «Φιλόπτωχος Αδελφότης Κυριών Κομοτηνής» σε συνεργασία με τη Νομαρχία Ροδόπης, η οποία ήταν και χορηγός του βιβλίου. Να σημειωθεί ότι το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Παρατηρητής της Θράκης».

Παρών στην εκδήλωση ο Νομάρχης Ροδόπης Άρης Γιαννακίδης, ο νομαρχιακός σύμβουλος Χρήστος Τσαραμπουλίδης, η δημοτική σύμβουλος Μάγδα Γιαμουστάρη, εκπρόσωπος της βουλευτού Ροδόπης Χρύσας Μανωλιά και πλήθος κόσμου. Την παρουσίαση του βιβλίου έκανε η φιλόλογος – εκδότρια και επιμελήτρια του κειμένου Τζένη Κατσαρή – Βαφειάδη.

Ελπινίκη Μουστάκα: «Χειροκροτούμε την ωραία δραστηριότητα της συμπολίτισσάς μας»

Προλογίζοντας η Πρόεδρος της «Φιλοπτώχου» Ελπινίκη Μουστάκα έκανε ένα απολογισμό των δραστηριοτήτων του Σωματείου κατά τη διάρκεια του έτους. Στη συνέχεια αναφέρθηκε στο βιβλίο υπενθυμίζοντας ότι είναι το δεύτερο βιβλίο της κ. Τσέτλακα, ενώ το πρώτο είχε σαν θέμα την ιστορία της Φιλοπτώχου. «Απόψε γνωρίζουμε μια καινούρια συγγραφέα με διαφορετικό τελείως θέμα και μαζί με όλο τον κόσμο χειροκροτούμε την ωραία πρωτοβουλία και τη δραστηριότητα της συμπολίτισσάς μας». Η κ. Μουστάκα ευχαρίστησε το Νομαρχία Ροδόπης και ιδιαίτερα τον νομάρχη κ. Γιαννακίδη, ο οποίος όπως είπε ήταν χορηγός τόσο στο βιβλίο της Φιλοπτώχου, όσο και στην έκδοση του βιβλίου της κ. Τσέτλακα. «Πιστεύω ότι η Τοπική Αυτοδιοίκηση θα πρέπει να αγκαλιάζει παρόμοιες πρωτοβουλίες κι εύχομαι, το παράδειγμα της Νομαρχίας να το ακολουθήσουν κι άλλοι τοπικοί άρχοντες», κατέληξε η κ. Μουστάκα.

Άρης Γιαννακίδης: «Οι έφηβοι της Θράκης, χριστιανοί και μουσουλμάνοι, έχουν πια το δικό τους λογοτεχνικό τόπο»

Στη συνέχεια το λόγο πήρε ο Νομάρχης Ροδόπης κ. Γιαννακίδης ο οποίος χαρακτήρισε ως ένα από τα ευτυχέστερα γεγονότα του πολιτικού του βίου τη συγκεκριμένα έκδοση. Αιτιολογώντας το, τόνισε ότι διαβάζοντάς το για αν εγκρίνει τη χορηγία, ένοιωσε να ξαναγεννιέται.

«…Ηταν σαν να ξαναγεννήθηκα όταν ως αναγνώστης του βιβλίου, συνταυτιζόμενος με τον Άκη, τον ήρωά του κατανόησα ότι μ’ αυτό το βιβλίο κι οι έφηβοι της Θράκης, χριστιανοί και μουσουλμάνοι, έχουν πια το δικό τους λογοτεχνικό τόπο… Έναν τόπο που στεγάζει τους καημούς της εφηβείας τους στους χώρους που ζουν και αναπνέουν όλοι μαζί. Άκης, Μπαριέ, Νετζατίν, Ερόλ, Σαλή στα πλακόστρωτα δρομάκια της Κομοτηνής παίζοντας ποδόσφαιρο το απόβραδο ή τις ατέλειωτες καλοκαιρινές νύχτες στο Κούρσουμλου…

Στρύμη, Μαρώνεια, Μολυβωτή, μέρη δικά μας και λογοτεχνικοί πια τόποι, μέρη κατοικημένα από αγαπημένες μεταξύ τους ψυχές, που καμιά διαφορά στα στοιχεία της ταυτότητας, ποτέ της χώρισε».

Αφροδίτη Ευαγγελίδου – Τσέτλακα: «Γράφεις για να λυ­τρω­θείς εν μέ­ρει α­πό τους ε­φιάλ­τες σου»

Πίσω στο χρόνο στα μεταπολεμικά χρόνια συγκεκριμένα και στις εικόνες και στη ζωή των νέων της εποχής εκείνης μετέφερε το κοινό η συγγραφέας του βιβλίου Αφροδίτη Ευαγγελίδου – Τσέτλακα. «Οι ή­ρω­ές του άν­θρω­ποι κα­θη­με­ρι­νοί της α­γρο­τιάς και του μό­χθου, που σκύ­βουν πά­νω στη γη, πα­λεύ­ουν μ’ αυ­τήν, μα πά­νω απ’ ό­λα την α­γα­πούν, τη νοιά­ζο­νται, δεν την κα­κο­ποιούν.

Πα­λεύ­ουν και με τα στοι­χειά της φύ­σης που άλ­λο­τε τα α­ντι­μά­χο­νται κι άλ­λοτε υ­πο­κλί­νο­νται μοι­ρο­λα­τρι­κά μπρος στην πα­ντο­δυ­να­μί­α τους».


Κατόπιν στάθηκε στη γη της Θράκης που όπως είπε «αγκαλιάζει τη δια­φο­ρε­τι­κό­τη­τα και δί­νει ί­σες ευ­και­ρί­ες σε ό­λους που την κα­τοικούν. Το μό­νο που ζη­τά εί­ναι να την α­γα­πούν, να την τι­μούν, να ερ­γά­ζο­νται για την προ­α­γω­γή της και φυ­σι­κά να μην την υ­πο­νο­μεύ­ουν. Ρα­τσι­σμός και ξε­νο­φοβί­α εί­ναι λέ­ξεις και αι­σθή­μα­τα ά­γνω­στα για τους αν­θρώ­πους της Θρά­κης μας».

Καταθέτοντας τις δικές της σκέψεις και προβληματισμούς μίλησε για τη γυναίκα λογοτέχνιδα λέ­ξη, όπως είπε «με ι­διαί­τε­ρη βα­ρύ­τη­τα, πε­ριε­χό­με­νο και κύ­ρος, γι’ αυ­τό και α­πο­φεύ­γω να τη χρη­σι­μο­ποιώ για το ά­το­μό μου. Θα πω κα­λύ­τε­ρα πως α­νή­κω στην κα­τη­γο­ρί­α ε­κεί­νων που έ­χουν την έ­φε­ση να γρά­φουν. Άλ­λω­στε α­νε­πί­ση­μες στα­τι­στι­κές γι’ αυ­τό και υπερ­βο­λι­κές, ω­στό­σο αρ­κε­τά εν­δει­κτι­κές, λέ­νε πως ο έ­νας στους δύ­ο Έλ­λη­νες, γρά­φουν.

Μι­λώ λοι­πόν για την ελ­λη­νί­δα γυ­ναί­κα που νιώ­θει την α­νά­γκη να κα­τα­γρά­φει τις σκέ­ψεις της, τα συ­ναι­σθή­μα­τά της, τους στο­χα­σμούς της, τις α­να­μνή­σεις της πά­νω στο χαρ­τί. Να δη­μιουρ­γεί ι­στο­ρί­ες α­λη­θι­νές ή φα­ντα­στι­κές ή και τα δύ­ο μα­ζί, τους ή­ρω­ές της ή α­ντι­ή­ρω­ες με­ρι­κές φο­ρές και να προ­σπα­θεί μέ­σα α­πό έ­ναν κυ­κε­ώ­να νο­η­τι­κών και ψυ­χι­κών διερ­γα­σιών να ζή­σει μέ­σα α­πό τις ιστο­ρί­ες των η­ρώ­ων της, να συ­μπά­σχει με τα πά­θη τους, να συμ­με­τέ­χει στον α­γώνα που κά­νουν για να βγουν α­πό τα α­διέ­ξο­δά τους, να δώ­σει έ­να τέρ­μα στην ιστο­ρί­α, για να ε­πέλ­θει ε­πι­τέ­λους και η κά­θαρ­ση.

Κι ό­ταν τε­λειώ­νει και δια­βά­ζει απ’ την αρ­χή τις ι­στο­ρί­ες της δια­πι­στώ­νει πως α­συ­νει­δή­τως τις πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρές, δό­μη­σε τους ή­ρω­ές της με τα δικά της κα­τα­χω­νια­σμέ­να ψυ­χο­πνευ­μα­τι­κά στοι­χεί­α: Με μνή­μες που την πό­νε­σαν, με α­νεκ­πλή­ρω­τες προσ­δο­κί­ες, με α­νο­μο­λό­γη­τα πά­θη.

Ό­λα αυ­τά τα εκ­θέ­τεις στο χαρ­τί, εί­ναι τα ε­σώ­ψυ­χά σου, λες και τα έ­γρα­ψες για σέ­να την ί­δια, για να λυ­τρω­θείς εν μέ­ρει α­πό τους ε­φιάλ­τες σου…

Μα έρ­χε­ται κά­ποια στιγ­μή που α­πο­φα­σί­ζεις να τα εκ­θέ­σεις με τη μορ­φή κά­ποιου βι­βλί­ου. Και τό­τε α­να­πό­φευ­κτα εί­ναι σα να ε­κτί­θε­σαι…


Γυ­ναί­κα λο­γο­τέ­χνης και μά­λι­στα της ε­παρ­χί­ας. Δύ­σκο­λος ο δρό­μος της, που οδη­γεί σε α­διέ­ξο­δα. Δρό­μος μετ’ ε­μπο­δί­ων. Εί­ναι συγ­χρό­νως ερ­γα­ζό­με­νη, σύζυ­γος, μη­τέ­ρα, νοι­κο­κυ­ρά. Και η ευ­λο­γη­μέ­νη η έ­μπνευ­ση έρ­χε­ται ε­νώ μα­γει­ρεύ­εις, σι­δε­ρώ­νεις, κα­θα­ρί­ζεις το σπί­τι. Κά­ποια στιγ­μή λες: τε­λεί­ω­σα θα κά­τσω να γρά­ψω. Στέ­κε­σαι πά­νω στο ά­γρα­φο χαρ­τί και μά­ταια προ­σπα­θείς να χα­ράξεις κά­ποιες α­ρά­δες θέ­το­ντας σε λει­τουρ­γί­α τα αι­σθή­μα­τα, τα νο­ή­μα­τα, τη φαντα­σί­α, την α­να­πό­λη­ση. Ό­λα ά­πια­στα που­λιά, φευ­γά­τη η έ­μπνευ­ση. Κι ε­σύ ε­πι­μένεις και το χαρ­τί κε­νό…

Κι ό­ταν κά­πο­τε τε­λειώ­νεις αυ­τή τη μο­να­χι­κή δια­δρο­μή και κρα­τάς στα χέ­ρια σου το πο­λυ­πό­θη­το βι­βλί­ο, α­να­πό­φευ­κτα α­να­ρω­τιέ­σαι: Και τώ­ρα ποιος ο α­ποδέ­κτης; Και τι εί­δους σχό­λια θα ει­σπρά­ξεις; Αρ­νού­μαι να μπω σ’ αυ­τήν τη διαδι­κα­σί­α α­πό τη στιγ­μή που ε­πέ­λε­ξα να ε­κτε­θώ.

Και στέ­κο­μαι μό­νο στα θε­τι­κά».

Η κ. Τσέτλακα
ευχαρίστησε τους ανθρώπους που όπως είπε τη στήριξαν. Συγκεκριμένα, το Νομάρχη Ροδόπης κ. Γιαννακίδη, το Δή­μαρ­χο Σα­πών, την εκδότρια Τζέ­νη Κα­τσα­ρή – Βα­φειά­δη, τα παι­διά της Σού­λη και Στέλιο, την Πρόεδρο της Φιλοπτώχου Ελπινί­κη Μουστάκα, καθώς και όλα τα μέλη της Φι­λο­πτώ­χου, της ΧΕΝ και τα μέ­λη άλ­λων φο­ρέ­ων που παραβρέθηκαν στην εκδήλωση.

Για το μυθιστόρημα της Αφροδίτης Ευαγγελίδου- Τσέτλακα με τίτλο «Το αγόρι από τη Γη των Κικόνων» η φιλόλογος – εκδότρια Τζένη Κατσαρή – Βαφειάδη, στο πλαίσιο παρουσίασης του βιβλίου, ανέφερε τα ακόλουθα:

Τζένη Κατσαρή- Βαφειάδη: «Το αγόρι από τη Γη των Κικόνων», μυθιστόρημα που διαβάζεται απνευστί»

Το να γράφει κανείς, μαζί με το να δηλώνει ότι είναι συγγραφέας, στην πατρίδα μας δεν είναι κάτι ασυνήθιστο. Ιδιαίτερα σήμερα στους καιρούς που οι όροι παραγωγής του βιβλίου έχουν εξομοιωθεί απολύτως σχεδόν, με τους όρους παραγωγής οιουδήποτε προϊόντος (παραγωγή- διαφήμιση- κατανάλωση) .

Παρ’ όλα αυτά ούτε συγγραφέας είναι όποιος γράφει, ούτε κάθε τυπωμένο χαρτί είναι βιβλίο.

Υπ’ αυτούς τους όρους και λαμβανομένου υπ’ όψιν του γεγονότος ότι υπάρχει ενδιάθετη ροπή κάθε πόλη να δημιουργεί και να θεμελιώνει τον πνευματικό της πολιτισμό, με αποτέλεσμα να συστήνει την( ή να αυτοσυστήνεται η) ομάδα των συγγραφέων, των ποιητών της, των ζωγράφων της και πάει λέγοντας, λαμβανομένης υπ’ όψιν λοιπόν αυτής της ροπής για δημιουργικές καταθέσεις του πνεύματος, και υπαρκτής ούσης, στις περισσότερες των περιπτώσεων, της έλλειψής τους, – γιατί κάθε πόλη θεωρεί ότι ούτως ή άλλως έχει ανάγκη τους δημιουργούς της, – σε πολλές περιπτώσεις, σε πόλεις όπου παράδοση στα γράμματα άργησε να δημιουργηθεί, όπως συνέβη και με την Κομοτηνή, αυτή η έλλειψη δημιουργών πνευματικών προϊόντων καταλαμβάνεται από το υπάρχον διαθέσιμο, άνευ ποιοτικών συνήθως όρων.

Και κάποιες φορές ή για να ακριβολογήσουμε, πολλές φορές αυτό το «κενό», αυτήν την έλλειψη στο χώρο των γραμμάτων, υπάρχει μεγάλη σπουδή και πολύ «στριμωξίδι» στο ποιος απ’ όλους ανεξαρτήτως του πώς, θα το καλύψει. Οι πόλεις έχουν ανάγκη εξάλλου τους δημιουργούς τους…

Πολύ σπουδή ποιος απ’ όλους, ανεξαρτήτως του πώς, θα συμπεριληφθεί στο κατάλογο των εντοπίων δημιουργών για να συναποτελέσει με τους εντοπίους ομοτέχνους του το σώμα της «εντοπίας» τέχνης ή «εντοπίας» λογοτεχνίας. Οι πόλεις έχουν σίγουρα ανάγκη από τους δημιουργούς τους…

Ό,τι ονομάζουμε όμως, «εντοπία» τέχνη ή «εντοπία» λογοτεχνία συνταυτίζεται τότε απολύτως με τον όρο επαρχιακή λογοτεχνία ή επαρχιακή τέχνη.

Επαρχιακή, μικρής εμβέλειας δηλαδή και για εσωτερική κατανάλωση ή για αυτοκατανάλωση εντός των ορίων του τόπου μας. Οι πόλεις που δεν έχουν παράδοση στα γράμματα, και δεν έχουν παράδοση για συγκεκριμένους πολιτικούς και κοινωνικούς όρους, σε πολλές των περιπτώσεων και στις πρώιμες φάσεις δημιουργίας αυτής της παράδοσης αρκούνται, και μάλιστα, με μεγάλη αυταρέσκεια σε αυτό, στην παραγωγή και καλλιέργεια δηλαδή μιας επαρχιακού επιπέδου τέχνης του λόγου. Ειδικά όταν η συναίσθηση της έλλειψης και υποδαυλίζει και καλλιεργεί το ναρκισσισμό.

Εξάλλου και στην χώρα μας και στον τόπο μας όπως παντού στον κόσμο υπάρχουν τόσοι πολλοί σχηματισμοί και σχήματα και ενώσεις και παραενώσεις, όπου ο καθένας μπορεί να καταφύγει και για να βρει το «εσνάφι του» και να αποκομίσει, φέρων και μεταφέρων ο ίδιος τις «δάφνες του», πολλά μικρά ή μεγάλα λογοτεχνικά, κάθε είδους, βραβεία.

Παρόλα ταύτα ο καιρός περνά. Στην Κομοτηνή υπάρχουν πια οι όροι όχι για επαρχιακή – αν και αυτή η περιπέτεια ακόμη συνεχίζεται – , αλλά και για «κανονική» λογοτεχνία.

Γιατί η πραγματική λογοτεχνία δεν χρειάζεται εμπρός της κανένα επίθετο, ούτε το εντοπία, πολύ περισσότερο δε το επαρχιακή…

Γιατί τώρα όλη αυτή η μακρά αναφορά στους όρους και τις προϋποθέσεις τους οποίους πρέπει να θέτει κάποιος και εδώ στην Κομοτηνή, αν έχει την απαίτηση, πρώτα από τον εαυτό του και ακολούθως και από τους συντοπίτες του να εξακολουθήσει να σέβεται αλλά και να τρέφεται από τα δημιουργήματα της τέχνης του λόγου; Γιατί λοιπόν όλη αυτή η μακρά αναφορά σε όρους και προϋποθέσεις;

Πολύ απλά γιατί αυτό το βράδυ έχουμε μπροστά μας ένα λογοτεχνικό έργο, που δεν μπορούμε να το απαξιώσουμε εντάσσοντάς το στην παράδοση του επαρχιακού, που εξακολουθεί εντούτοις να υφίσταται στην πόλη, κρίνοντάς το και με τα ανάλογα κριτήρια ως προς το ύψος και την ποιότητά του. Κριτήρια συμβατικότητας που συνήθως εξαντλούνται στη φράση «καλό για την Κομοτηνή, για τη Ροδόπη» στο στυλ που οι Ευρωπαίοι αποικιοκράτες επέλεγαν προϊόντα δεύτερης ποιότητας αξιολογώντας τα με την φράση «καλά για την Ανατολή».( «Bon pour l’ orient».)

Αυτό το βράδυ, έχουμε μπροστά μας, ένα πραγματικό λογοτεχνικό έργο, ένα έργο που ακουμπά στη δική του εσωτερική παράδοση, την παράδοση του εφηβικού μυθιστορήματος που καλλιέργησαν στην χώρα μας άξιοι συγγραφείς, στα καλύτερα μάλιστα φανερώματά τους, όπως ο Κοσμάς Πολίτης με την «Eroica», ο Γιώργος Θεοτοκάς με τον «Λεωνή» του, ο Ηλίας Βενέζης με την «Αιολική Γη» και αρκετοί ακόμη άλλοι.

Την παράδοση του εφηβικού μυθιστορήματος, βασικά χαρακτηριστικά του οποίου είναι η αφήγηση της ποίησης και της μαγείας που υποκρύπτει η παιδική και η εφηβική ηλικία, η εξοικείωση των εφήβων με τον έρωτα και την πραγματικότητά του, το μεγάλωμα, η ενηλικίωση που συντελείται σε ένα συνήθως μαγευτικό, φυσικό περιβάλλον.

Στο μυθιστόρημα «Το Αγόρι από τη Γη των Κικόνων» ενυπάρχουν και τα τρία αυτά στοιχεία, εξάλλου η κυρία Αφροδίτη Ευαγγελίδου-Τσέτλακα τρέφεται από την ανάγνωση και με την ανάγνωση, γνωρίζει άρα πολύ καλά τους όρους και τα όρια του παιδικού και εφηβικού μυθιστορήματος για να εντάξει και το δικό της σε αυτήν.

Το μυθιστόρημά της με τίτλο «Το Αγόρι από τη Γη των Κικόνων» είναι ένα κανονικότατο μυθιστόρημα σε έκταση 346 σελίδων, που διαβάζεται σαν την αύρα που δροσίζει τις πυρίκαυστες μέρες του καλοκαιριού, τα γυμνά κορμιά στην Μολυβωτή.

Ένα μυθιστόρημα διευθετημένο σε 10 κεφάλαια, που διηγείται τις μέρες της ζωής του Άκη, του αγοριού από τη Γη των Κικόνων, τη γη μας, που αγαπούσε τα περιστέρια, τον αθλητισμό, και ιδιαίτερα το ποδόσφαιρο. Η αφήγηση ξεκινά με την αποχώρηση του Άκη από την Κομοτηνή για να σπουδάσει στο Τσοτύλι, μετά από αψιμαχία του με ντόπιο καθηγητή και θύμα την μπάλα του, περισπούδαστο για το αγόρι απόκτημα, δώρο της μάνας του.

Σε αυτό το πρώτο κεφάλαιο εγκιβωτίζονται σε ανάδρομη αφήγηση στιγμιότυπα από τη ζωή του παιδιού στην Κομοτηνή και στην γειτονιά του, στην πλατεία Διονυσίου, στιγμιότυπα με τα κυβόστρωτα δρομάκια της Κομοτηνής, τα κεμπαμπτζίδικά της, τα ζαχαροπλαστεία της, τον κινηματογράφο «Αττικόν», τον Μπουκλουτζά, τα παιδιά, χριστιανόπουλα και μουσουλμανόπουλα, που παίζουν, όπου κι όποτε μπορούν, για ώρες μπάλα.

Στο δεύτερο περιγράφεται η ζωή του παιδιού στο Τσοτύλι, η βαθμιαία μετατροπή του σε καλό μαθητή, το δέσιμό του και οι αψιμαχίες του με τους συμμαθητές του, τα στοιχήματά τους, οι αναμνήσεις του από τη λίμνη του Μητρικού και το εκκλησάκι του Άι-Νικόλα.

Στο τρίτο κεφάλαιο πρωταγωνιστεί ο Χάρης, ο αλαφροΐσκιωτος, ένα ακόμη αγόρι από τη Γη των Κικόνων που αναζητά, όπως και ο Άκης, ν’ ακούσει ξανά ατόφιους, τους ψιθύρους της γης και των προγόνων του, εμπλέκοντας ενεργά στη ζωή του μύθους και ιστορίες απ’ τα παλιά, όπως περιγράφονται ακόμη η ιστορία του Αμέτ Αγά και της Νινέ Σεντιέ, της συζύγου του, στενής φίλης της μητέρας του Άκη, αλλά και τα παιχνίδια του Άκη με την Αϊλά, την μοναχοκόρη τους, που κάποια στιγμή ενηλικιώνεται και το παιδί κατανοεί ότι δεν μπορεί, όπως έλεγε στα μικράτα του, ο έρωτάς τους να ευδοκιμήσει.

Στο τέταρτο περιγράφεται η ιστορία της Αϊσέ, της μητέρας της Αϊλά, και του Ερόλ, του πρώτου αγαπημένου της πάνω στα βουνά της ορεινής Ροδόπης, η κάθοδός της στον κάμπο και ο γάμος της με τον Αλή, η φυγή του τελευταίου στα καράβια αμέσως μετά το γαμήλιο βράδυ, εξαιτίας του πρώτου της έρωτα, η ζωή της Αϊσέ στα χωράφια, η μετά από πέντε χρόνια επιστροφή του άντρα της, η συγχώρεσή του και το άμεσο αποτέλεσμά της, η άφιξη στον κόσμο της Αϊλά.

Στο πέμπτο κεφάλαιο το παιδί, ο Άκης ζει για δεύτερη χρονιά στο Τσοτύλι, αψιμαχεί και πάλι με τον επιμελητή του σχολείου και αναγκάζεται να μετακομίσει από το οικοτροφείο της σχολής στο σπίτι του μπάρμπα Τράικου.

Στο τέλος, εμπλέκεται και πάλι σε καυγά με τον γυμναστή του και αποχωρεί οριστικά από το Τσοτύλι για τη Σιάτιστα με την οποία αρχίζει και το έκτο κεφάλαιο. Εκεί ερωτεύεται την Αμαλία, κόρη ειρηνοδίκη, και όταν αυτός παίρνει μετάθεση για την Θεσσαλονίκη, ο Άκης με την συμφωνία των γονιών του, αποφασίζει να την ακολουθήσει, άνευ αποτελέσματος όμως, αφού η Αμαλία στη Θεσσαλονίκη δείχνει να μην τον γνωρίζει. Ένας ακόμη εφηβικός έρωτας τελειώνει έτσι, λόγω κοινωνικών συμβάσεων, άδοξα…Ο νέος τόπος κατοικίας του Άκη, η Θεσσαλονίκη είναι αυτή που πρωταγωνιστεί στο έβδομο κεφάλαιο μαζί με τον Τζέιμς Χάγκλι, την ιστορία διάσωσης του οποίου στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο αφηγείται στον Άκη ο κυρ – Θόδωρος, ο φίλος του ξενοδόχος, όπως πρωταγωνιστεί και η ιστορία της Κούλας, μιας γυναίκας που εκδίδεται στο ξενοδοχείο του τελευταίου, υποδυόμενη στο σπίτι της ότι εργάζεται κανονικά. Στη Θεσσαλονίκη ο Άκης γνωρίζει ακόμη στα διάφορα μαγειρεία της πόλης, την περίφημη γευστική της παράδοση, τους αγώνες με τα κοκόρια του ταβερνιάρη Κεραμιτσή και έχει επανωτές περιπέτειες με τα φθηνά δωμάτια που επιδιώκει να ενοικιάσει μέχρι να βρει φιλόξενη στέγη στο σπίτι του κυρ – Γιώργη του Κυπαρίσση και της κυρίας Φούλας.

Στο όγδοο κεφάλαιο ο Άκης ξαναγυρίζει στην Κομοτηνή και στην Ισμαρίδα, καλοκαίρι καιρό, για να ανταμώσει ξανά με το Χάρη επιζητώντας να ιχνηλατήσει για μια ακόμη φορά τους ψιθύρους που ζωντανεύουν από παντού τους μύθους, στην Χώρα των Κικόνων.

Ψάχνει συγχρόνως για τους παλιούς του φίλους, την Μπαριέ, τον Νετζατίν, τον Ερόλ και γνωρίζει τον Γιώργο, το ορφανό που αγαπούσε, όπως και ο ίδιος, τα περιστέρια, τον Γιώργο που του χαρίζει και την πρώτη εμπειρία της γεύσης του θανάτου, όταν πέφτει από την συκιά και σκοτώνεται. Στο ίδιο κεφαλαίο, όπου ο Άκης ανακαλύπτει ότι οι παλιοί του φίλοι, όπως και ο ίδιος, έχει πάρει ο καθένας το δικό του δρόμο, η Αϊλά, η πρώτη του αγαπημένη παντρεύεται. Στο ένατο κεφάλαιο, ο Άκης ξαναγυρίζει στη Θεσσαλονίκη και από τα εκπαιδευτήρια Στουγιαννάκη όχι μόνον θα πάρει το απολυτήριό του, αλλά και θα ολοκληρώσει την περιπέτεια ζωής της Κούλας με το νόθο παιδί που, στο τέλος, θα γυρίσει ο καπετάνιος της και θα την παντρευτεί, και ο ίδιος όμως θα γνωρίσει, κι ήταν καιρός, την δική του θρακιωτοπούλα, την Μαριάννα.

Στο δέκατο κεφάλαιο και μετά το αποχαιρετιστήριο γλέντι, ο Άκης χαιρετά την Θεσσαλονίκη, τους συμμαθητές του, τον κυρ – Γιώργο, την κυρία Φούλα και τον Άλκη, τον κολλητό του για να πάρει το τραίνο της επιστροφής για την Κομοτηνή όπου μαζί με την Μαριάννα του, την Μαρωνίτισσα, τον περιμένει η μεγάλη Γη της Θράκης, η Γη των Κικόνων και του Μάρωνα.

Στο μυθιστόρημα «Το Αγόρι από τη Γη των Κικόνων» και οι ήρωες και οι τόποι ολοκληρώνουν την ιστορία τους. Ικανός αριθμός ηρώων αλλά και τόπων με ιστορία. Ικανός αριθμός ηρώων με ζωή έξω από τα κοινότυπα και καθώς πρέπει όρια, πραγματική ζωή. Ζωή εμπεριέχουσα την περιπέτεια και τα πάθη της. Ζωή, ζωές της Αϊσέ, της Κούλας, του Αμέτ Αγά, του Αλή, του Γιώργου, του κυρ – Θόδωρου, της Αμαλίας, του πατέρα και της μάνας του ήρωα, της κυρ – Γιώργου, της κυρά Φούλας…

Στο μυθιστόρημα η αφήγηση είναι τριτοπρόσωπη, υπάρχει δηλαδή παντογνώστης αφηγητής, αυτή όμως δεν είναι μονότροπη ως προς το χρόνο. Στο μυθιστόρημα συγκεκριμένες φάσεις του παρελθόντος εγκιβωτίζονται στο χρόνο του παρόντος και η αφήγηση διακόπτεται συχνά από άλλες δευτερευόντων ηρώων, όπως αυτή της διάσωσης του άγγλου αλεξιπτωτιστή, αναδιηγημένη στον Άκη από τον κυρ – Θόδωρο. Σαφώς σημαντικό ρόλο στη ζωντάνια του ύφους του μυθιστορήματος παίζει ο διάλογος, ο οποίος σημειωτέον καταγράφει με δεινότητα το σύμμεικτον αλλά και ιδιότυπον της ροδοπίτικης διαλέκτου. Και εννοούμε τις περικοπές φωνηέντων και το άψογον τούρκικον που παρεισφρύει αβίαστα στην καθημερινότητά μας από το τεπελίδ’κο μέχρι το σουτζούκ λουκούμ, το μιντέρι και τα καντιφιά ταπιά μέχρι το σαλτσαλού κιοφτέ και το γκελ ολσούν…

Η γλώσσα του μυθιστορήματος είναι άμεση και γλαφυρή, λυρική και ποιητική ιδιαίτερα στις, μοναδικής αξιοσύνης και ευαισθησίας, περιγραφές τοπίων της Ροδόπης, από την ορεινή και ως την πεδινή ζώνη, τους βιοτόπους της ή τα στιγμιότυπα της Κομοτηνής.

Αν τελικά η κριτική έγραψε για την «Αιολική Γη» του Ηλία Βενέζη, μυθιστόρημα της εφηβικής ηλικίας και αυτό, ότι ουσιαστικός πρωταγωνιστής του είναι η Αιολία, στο μυθιστόρημα της Α.Ε.-Τ. με τίτλο « Το αγόρι από τη Γη των Κικόνων» , εξίσου συγγνωστά θα μπορούσαμε να πούμε ότι πρωταγωνιστής αυτού του μυθιστορήματός της είναι η Γη των Κικόνων, η Ροδόπη… Η Ροδόπη των Κικόνων και του Μάρωνα, της Στρύμης και της Μαρώνειας, που ακόμη επιζητά να απολαμβάνει το πρόσωπο του πολιτισμού της όπως πρέπει, με τις αρχαιότητές της στο φως, και ακόμη, η Ροδόπη του Ομήρου… Αυτή η Ροδόπη της αρμονίας και της συνύπαρξης, της αφοσίωσης στον άνθρωπο, – τον άνθρωπο πέρα από ταυτότητες, – και στις περιπέτειές του… Περιπέτειες όλες του μεγάλου ταξιδιού της ζωής… Της ζωής των ανθρώπων άνευ άλλου χαρακτηριστικού…

Α.Π.- Μ.Α.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.