Ταξιδι στον Ποντο με πυξιδα τις αναμνησεις
Ταξίδι στον Πόντο. Προσκύνημα στους τόπους των προγόνων. Στους τόπους που γνωρίσαμε μέσα από τις διηγήσεις των παππούδων και πατεράδων. Τα λόγια φτωχά για να μεταδώσουν το συναίσθημα. Ειδικά όταν αντικρίζεις και αναγνωρίζεις τόπους και σπίτια. Ανεξάρτητα αν είναι χαλάσματα. Γιατί μέσα από αυτά ξαναζείς αυτά που έζησαν οι άνθρωποι που τα άφησαν πίσω, αφουγκράζεσαι την καθημερινότητά τους. Ταξίδι λοιπόν στον Πόντο με πυξίδα τις αναμνήσεις μέσα από την αφήγηση της Προέδρου του Συλλόγου Ποντίων Θρυλορίου, Χρύσας Μαυρίδου
Το ταξίδι ξεκινά…
στις 8 και ολοκληρώνεται 19 Αυγούστου. «Σκοπός μας ήταν να κάνουμε ένα ταξίδι μνήμης, προσκύνημα στον Πόντο. Ένα μνημόσυνο στους προγόνους μας. Σήμερα μετά την ολοκλήρωσή του θα το χαρακτήριζα ταξίδι αναμνήσεων με ανάκατα συναισθήματα».
Προορισμός ο Πόντος και συγκεκριμένα η περιοχή από Σινώπη μέχρι και Ριζούντα και φυσικά τα χωριά της Κερασούντας από τα οποία κατάγεται ένα μέρος των κατοίκων του Θρυλορίου. «Στόχος μας τα μέλη της εκδρομής να επισκεφθούν τον τόπο των προγόνων τους, τα χωριά τους, τα χωριά μας. Και πραγματικά επιτελέσαμε αυτόν τον στόχο, φτάσαμε μέχρι και την Αργυρούπολη. Επισκεφθήκαμε καταπληκτικά μέρη, καταπράσινα δάση και βουνά. Βρήκαμε ερείπια κατοικιών, χαλάσματα, ερείπια εκκλησιών».
Σίλι, Γιατνούς, Καγιά Αλάν…
…έτσι ονομάζονταν τα τρία χωριά της Κερασούντας από τα οποία κατάγονται πολλοί κάτοικοι του Θρυλορίου. «Σύμφωνα με αυτά που έλεγαν οι παππούδες μας τα τρία αυτά χωριά ήταν κτισμένα σε τρία βουνά, -χαρακτηριστικά έλεγαν καρσί- καρσί-, απέναντι το ένα στο άλλο και όταν φώναζες από το ένα ακουγόσουν στο άλλο. Και πραγματικά είναι εκπληκτικό το θέαμα από εκεί πάνω. Από το ένα χωριό βλέπεις απέναντι τα άλλα δύο. Τον πρώτο Τούρκο που ρωτήσαμε o οποίος μας συνόδευσε μέχρι σ’ αυτά, για να τα χαρακτηρίσει έκανε με τα χέρια του το ίδιο σχήμα με αυτό του παππού, του Λάζαρου Μαυρίδη, ο οποίος έλεγε «σαν εμπροστία είναι τα χωριά μας».
Από το Σούλι κατάγονται οι κάτοικοι του Θρυλορίου οι έχοντες επώνυμο Παπαδόπουλος, Σωπιάδης και Ελευθεριάδης. «Σ’ αυτό το χωριό μας είπαν ότι το σχολείο παλιά ήταν εκκλησία. Σαν κτίριο δεν φαινόταν παλιό, πρέπει να το είχαν επισκευάσει. Ρωτήσαμε για εκκλησία και μας υπέδειξαν χώρο στον οποίο βέβαια βρήκαμε χαλάσματα. Το παλικαράκι που μας συνόδευε μας είπε ότι μπορούσαμε να ανάψουμε κερί αλλά επειδή έχει ξερά χόρτα καλό είναι να το αποφύγουμε. Ενδιαφερθήκαμε να μάθουμε για νεκροταφεία και όλοι μας απήντησαν ότι και τα τρία χωριά είχαν κοινό νεκροταφείο στο σημείο που καταλήγουν και τα τρία βουνά, όπου υπάρχει επίπεδη έκταση. Ακριβώς όμως επάνω όπως είπαν έχουν χτίσει το δικό τους χωριό με πέτρες λαξευμένες που μετέφεραν από τα σπίτια που άφησαν πίσω ότι παππούδες μας. Το πόσο αληθεύει αυτό δεν ξέρω αλλά αυτά μας είπαν. Από εκεί πήραμε λίγο χώμα, πέτρες και ό,τι μπορούσε να μας θυμίζει τον τόπο. Φύγαμε και κατευθυνθήκαμε προς το Γιατνούς»…
Αναζητώντας το μύλο του πατέρα…
Πριν φτάσουν στο χωριό αυτό ο παλιός πρόεδρος του Θρυλορίου, ο Σάββας ο Σαλπιγγίδης, ο οποίος όπως σημειώνει η κ. Μαυρίδου επέμενε πολύ για την εκδρομή αυτή, ζήτησε να μάθει αν υπάρχει κάτι από το μύλο του πατέρα του, ο οποίος λειτουργούσε και ως χάνι και στους ξενώνες του φιλοξενούσε κόσμο. «Ο ίδιος είχε μαρτυρίες για το πού βρισκόταν, από τον πατέρα του. Πραγματικά ο Τούρκος γνώριζε γι’ αυτό το χάνι και το μύλο και μας υπέδειξε την τοποθεσία δίπλα στο ποτάμι. Δεν έχω λόγια να σας περιγράψω τη συγκίνησή του ίδιου και της γυναίκας του. Έπρεπε να περάσουν το ποταμάκι, που ήταν αρκετά επικίνδυνο. Έβγαλε τις κάλτσες, τα παπούτσια, σήκωσε τα παντελόνια, και πέρασε. Ενδεικτικό στοιχείο για αυτό που έψαχνε η αχλαδιά και ο καταρράκτης που έτρεχε το νερό και γυρνούσε ο μύλος για τα οποία τόσα είχε ακούσει από τον πατέρα του. Του μιλούσαμε και δεν μας άκουγε. Όπως μας είπε ο ίδιος ήταν σε άλλο κόσμο και από τη συγκίνηση δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη. Κάποια στιγμή γύρισε και μας είπε. «Εμένα αφήστε με και φύγετε. Τώρα πια δε θέλω τίποτα άλλο. Όπως μου τα έλεγε ο πατέρας μου έτσι είναι».
Αναζητώντας το πατρικό…
Μετά από αυτή τη συγκινητική στιγμή κατευθυνθήκαμε στο Κουλά Καγιά και από εκεί θα ξεκινούσαμε για να πάμε και στα υπόλοιπα χωριά. Μας υποδέχτηκαν με συγκίνηση μας κέρασαν καφέ, τσάι. Ο Γιάννης ο Σαλπιγγίδης, έπιασε κουβέντα με τους ηλικιωμένους στο καφενείο και τον ρώτησε για το σπίτι του Ζουρνατζόγλου, αυτό ήταν το παλιό τους επίθετο και όχι Σαλπιγγίδης. Αυτός του έδειξε κάποιον νεαρό και του είπε ότι αυτός μένει τώρα σε αυτό το σπίτι.Φώναξαν το νεαρό οποίος δέχτηκε να τον πάει στο χωριό και να του δείξει το σπίτι. Στο δρόμο όμως άλλαξε γνώμη και αρνήθηκε να τον πάει. Όπως καταλάβαμε φοβήθηκε, γιατί πολλοί είναι αυτοί που πηγαίνουν και ψάχνουν να βρουν λίρες, ή ίσως να φοβήθηκε ότι θα του πάρει το σπίτι. Το γεγονός είναι ότι δε δέχθηκε να τον πάει.
Στα χωριά…
“Κάποια στιγμή φτάσαμε στο χωριό όπου βρήκαμε μια τεράστια εκκλησία, φυσικά το μόνο που βρήσκαμε παντού ήταν εκκλησίες, την οποία αν κρίνουμε από τον αυλόγυρο που ήταν τεράστιος, πρέπει να ήταν Μητρόπολη. Και φυσικά πήγαμε και στο Γιατνούς, από το οποίο κατάγονται οι κάτοικοι του Θρυλορίου που έχουν το επίθετο, Μαυρίδης, Τσιτηρίδης και Νικολαϊδης, όπου βρήκαμε ελάχιστα σπίτια, σκορπισμένα. Εκεί μας φιλοξένησε ο άρχοντας του χωριού ο οποίος όταν έμαθε ότι η καταγωγή μου ήταν από εκεί μου είπε: «εγώ θα σου δώσω οικόπεδο, έλα να χτίσεις σπίτι, ό,τι θέλεις χτίσε, θα σου δώσω και πράγματα, θα σου δώσω κι ό,τι θέλεις». Και δε θα ‘λεγα όχι να είχα ένα σπίτι σε κείνο το παρχάρι. Πρόκειται για εκπληκτικό τόπο, ονειρεμένο. Μας οδήγησε σ’ ένα παρχάρι με έλατα σε όλες τις αποχρώσεις του πράσινου. Σε ένα σημείο μας έδειξε τα ερείπια μιας εκκλησίας στο μέσο της οποίας υπήρχε μία τρύπα. Κάποιοι είχαν πάει και είχαν σκάψει για να βρουν λίρες».
Οι ηλικιωμένοι γνωρίζουν στα σπίτια ποιοι κάθονταν παλιά. «Στο Γιατνούς προσπαθήσαμε να βρούμε τα σπίτια μας αλλά άλλα ερείπια σπιτιού έβλεπες εδώ άλλα εκεί που πραγματικά αναρωτιόσουν αν ζούσαν εδώ 60 οικογένειες. Και αυτός ο Τούρκος μας επιβεβαίωσε ότι μεταφέρθηκαν πέτρες για να κτίσουν καινούργια σπίτια. Όταν κατέβηκα από το χωριό, αυτοί που αφήσαμε πίσω γιατί λόγω υψομέτρου δεν μπορούσαν να ακολουθήσουν, με ρώτησαν τι είδα. Με πήραν τα κλάματα γιατί δεν βρήκα τίποτα. Ερείπια εκκλησιών, ερείπια σπιτιών, κάποιο φούρνο… Είναι ένα συναίσθημα το οποίο δεν μπορείς να το ελέγξεις. Για να είμαι ειλικρινής εκείνη την ώρα πικράθηκα. Για τα μέρη που αφήσαμε… Ήταν όμως πολύ σημαντικό το ότι πάτησα στον τόπο των παππούδων μου και φαντάστηκα την καθημερινή τους ζωή που χωρίς να το θέλεις περνά από το μυαλό σου κινηματογραφικά, το πώς ζούσαν, πως ξυπνούσαν το πρωί, τις καθημερινές του εργασίες. Και είναι πολύ σημαντικό και μόνο το γεγονός ότι πατήσαμε στα μέρη τους”
Συγκινητική φιλοξενία
Όταν πηγαίνεις στον Πόντο σε ενδιαφέρει να επισκεφθείς το δικό σου χωριό. Εκείνο σε συγκινεί και εκείνο σε ενδιαφέρει. Δεχτήκαμε πάρα πολύ καλή φιλοξενία από όλους. Ήταν πρόθυμοι να μας οδηγήσουν, να μας εξυπηρετήσουν, να μας κεράσουν, ήπιαμε καταπληκτικό ταν, φάγαμε καταπληκτικές πίτες. Πραγματικά ήταν εξαιρετική η φιλοξενία.
Το ταξίδι…
«Καταρχήν το ταξίδι ξεκίνησε με πρώτη στάση στο Μπολού, σταθμός για να ξεκουραστούμε. Φτάσαμε στη Μερζιφούντα όπου επισκεφθήκαμε το Κολέγιο Ανατόλια και το Ναό της Αγίας Βαρβάρας, εγκαταλελειμμένο, και αν δεν αξιοποιηθεί θα καταστραφεί με τον καιρό. Το Κολέγιο Ανατόλια βρίσκεται μέσα σε στρατόπεδο και χτίζουν ένα αντίστοιχο δίπλα κτίριο με την ίδια αρχιτεκτονική, κάτι που το θεωρώ σημαντικό. Όταν πια φτάσαμε Μερζιφούντα, Χάβζα, Καβάκ, πλέον ήμασταν στον Πόντο. Το σκηνικό αλλάζει όταν φτάνεις στην Σαμψούντα όπου εκεί πλέον από τη Σινώπη όλη η παραλία μέχρι και τη Ριζούντα, επαναλαμβάνεται το ίδιο σκηνικό. Η θάλασσα από τη μία μεριά, από την άλλη καταπράσινα πανύψηλα βουνά στους πρόποδες των οποίων σχηματίζονται οι πόλεις. Και όλες διασχίζονται και από ποτάμια των οποίων οι παραπόταμοι καταλήγουν στη θάλασσα. Τεράστιες οι πόλεις με μεγάλο πληθυσμό και φυσικά όλες έχουν απομεινάρια του ελληνικού πολιτισμού, τα περισσότερα έχουν καταστραφεί, όσα όμως διατηρούνται μαρτυρούν ότι εκεί αναπτύχθηκε σημαντικός πολιτισμός. Πολύς πλούτος και νοιώθαμε περήφανοι που ήμαστε απόγονοι αυτών των ανθρώπων. Η δεύτερη διανυκτέρευσή μας ήταν στη Σαμψούντα. Ήταν η αφετηρία για να πάνε στην Πάφρα και να φτάσουμε ως τη Σινώπη».
Επαφές με φορείς
«Ο Δήμαρχος της Πάφρας, μας δέχτηκε στο γραφείο του. Πρέπει να πω ότι στην εκδρομή μας συνόδευε ο Θόδωρος Παυλίδης που προγραμμάτισε τις επαφές με τους φορείς. Ο Θόδωρος είναι παφραίος, έχει επισκεφθεί ξανά την περιοχή, είμαστε μαζί στο Δ.Σ. της ΠΟΕ, ήταν υποψήφιος της Ν.Δ. στο Κιλκίς, δικηγόρος και φυσικά έχει ασχοληθεί πάρα πολύ με το Δυτικό Πόντο κι έχει και συγγενείς εκεί. Μόλις ο Θόδωρος επισκέφθηκε την Πάφρα και είπε ότι γκρουπ από την Ελλάδα βρίσκεται εκεί ο Δήμαρχος χωρίς δεύτερη κουβέντα θέλησε να μας φιλοξενήσει, να μας υποδεχθεί και μάλιστα μας επιφύλαξε πολύ ζεστή υποδοχή. Καθίσαμε, κουβεντιάσαμε, του είπα από πιο μέρος είμαστε, του μετέφερα βέβαια ότι είμαστε έτοιμοι να ανταποδώσουμε τη φιλοξενία και ότι έχουμε ένα δήμαρχο που είναι ανοιχτός σε τέτοιου είδους ανταλλαγές επαφών και τους κάλεσα να ‘ρθουν και στη δική μας την περιοχή. Ο δήμαρχος της Πάφρας μόλις έμαθε ότι θα πηγαίναμε στη Σινώπη πήρε το δήμαρχό της τηλέφωνο να μας περιμένει. Και φυσικά όταν πήγαμε στη Σινώπη μας περίμενε ο δήμαρχος και όρισε έναν δάσκαλο από το γραφείο του ο οποίος και ανέλαβε την ξενάγησή μας. Ως φιλοξενούμενοι του δημάρχου δεν πληρώσαμε τίποτε πουθενά. Μέσα στο χαμόγελο έκαναν τα πάντα για τη φιλοξενία μας. Αργά το βράδυ επιστρέψαμε στην Πάφρα και παρά τις αντιρρήσεις μας ο δήμαρχός της και ο έπαρχος μας φιλοξένησαν. Εδώ συναντήσαμε την ανιψιά του Θόδωρου της οποίας ο σύζυγος δηλώνει χωρίς φόβο ότι η σύζυγός μου είναι από «εσάς». Η ανιψιά λοιπόν του Θόδωρου με τα τρία της παλικάρια και αφού έκανε ένα ταψί μπακλαβά ήρθε και μας συνάντησε, με σκοπό τα παιδιά της να γνωρίσουν το θείο τους.
Στην επιστροφή είχαμε συνάντηση με το δήμαρχο της Σαμψούντας ο οποίος μας φιλοξένησε με τον καλύτερο τρόπο. Πρόκειται για ένα έξυπνο άτομο, ανοιχτό σε σχέσεις. Ο Δήμος το Σεπτέμβριο θα αδελφοποιηθεί με χωριό των Σερρών. Όπως μας είπε σκέφτεται να αξιοποιήσει ό,τι ελληνικό υπάρχει και συγκεκριμένα μια εκκλησία και ένα μύλο όπως ήταν παλιά και μάλιστα ζήτησε από την Αθήνα σχέδια. Δε θα κάνει δηλαδή μια παρέμβαση απλά για να την κάνει. «Για ‘ρθείτε του χρόνου και να σταματάτε εδώ να πίνετε τον καφέ σας οι επισκέπτες και να ευχαριστιόσαστε και εσείς και εμείς που σας καλωσορίζουμε στον τόπο μας». Αυτό που μας έκανε εντύπωση ήταν, σύμφωνα με τα λεγόμενά τους, ότι έχουν αντιληφθεί ότι έπρεπε να σώσουν ό,τι άφησαν πίσω τους οι Έλληνες. Τα περισσότερα κτίρια, αυτά που είχαν απομείνει τουλάχιστον έχουν χρησιμοποιηθεί στο δημόσιο, είτε για Διοικητήρια, είτε τα έχουν κάνει Μουσεία, πολλά βέβαια έχουν καταστραφεί και πολλά είναι ήδη παρατημένα στο έλεος. Στην Σαμψούντα και στην Πάφρα συναντήσαμε ποντιόφωνους οι οποίοι χαίρονταν ιδιαίτερα που μας έβλεπαν ειδικά στα χωριά της περιοχής Όφη. Στο ξενοδοχείο «Σουμελά» στη Ματσούκα συναντήσαμε ένα Τόνιαλι ποντιόφωνο ο οποίος ακούγοντάς μας να μιλάμε ποντιακά μας πλησίασε και μας έπιασε τη συζήτηση. Σε κάποια στιγμή τον ρώτησα « ντο δουλεία εφτάς;», και μου απήντησε ότι είναι οπτικός και το μαγαζί του λέγεται «ελέπω»
Στην επιστροφή επισκεφθήκαμε την Αμάσια. Πιστεύω ότι δεν πρέπει να πάει κανείς στον Πόντο χωρίς να επισκεφθεί την ομορφότερη ίσως πόλη του Πόντου την Αμάσια, όπου εκεί θα δει τους τάφους των Μυθριδατών, θα δει την πόλη να διασχίζεται από τον ποταμό Ίρι και πολλά σπίτια ελληνικά κατά μήκος του ποταμού.
Επίσης αξίζει κάποιος να δει την παλιά Αργυρούπολη. Είδαμε, το Νηπιαγωγείο, το Ναό του Αγίου Γεωργίου, το Παρθεναγωγείο, το Φροντιστήριο της Αργυρούπολης. Ένας πολιτισμός και αναρωτιέσαι πώς τελείωσε η ζωή εδώ. Απλά έκλεισαν τα μεταλλεία και ο πληθυσμός έφυγε».
Παναγία Σουμελά
“Δεκαπενταύγουστος και οι εκδρομείς έφθασαν στην Παναγία Σουμελά. Τα λόγια αδυνατούν να περιγράψουν αυτό που ένοιωσαν. Εκεί ήταν και άλλα 5 γκρουπ ελληνικά. Ήταν ελληνικό πανηγύρι. Δεν ένιωθες ότι ήσουν κάπου έξω, σε έναν άλλο τόπο. Και μόνο για την Παναγία Σουμελά αξίζει να κάνει κανείς αυτό το ταξίδι. Είναι σε ένα εξαιρετικό μέρος, ανάβαση μιας ώρας για να φτάσεις εκεί και όταν ξεπροβάλλει σε κάποιο σημείο η Παναγία Σουμελά είναι όνειρο. Πολύς κόσμος πολλοί τουρίστες, και τούρκοι πολλοί. Εκείνο όμως που σε τρελαίνει όταν μπαίνεις στην Παναγία Σουμελά, η οποία έχει αναστηλωθεί με παρέμβαση της UNESCO, είναι το γεγονός ότι οι αγιογραφίες που έχουν γίνει από την αρχή δε θυμίζουν καθόλου μα καθόλου βυζαντινή τεχνοτροπία. Φοβηθήκαμε βλέποντας την Παναγιά αυτή. Το Χριστό. Θαρρείς και έβλεπα κινέζο. Καμία σχέση με τις μορφές τις δικές μας, τις μορφές που γνωρίζουμε. Θα προτιμούσα να μην τις είχανε πειράξει, γιατί απ’ ότι έμαθα η παρέμβαση που ‘χει γίνει είναι και η τελειωτική. Βέβαια απ’ ό,τι μας πληροφόρησαν, και δεν ξέρω αν ισχύει, πρέπει να το μάθουμε αυτό, δεν επέτρεψαν να κάνουν τις αγιογραφίες Έλληνες, αλλά ούτε και ειδικοί από τη Σχολή Καλών Τεχνών της Κωνσταντινούπολης».
Ιστορία που μοιάζει με παραμύθι…
«Όταν εγκατέλειπαν τον Πόντο οι Έλληνες, ο παππούς μου έφυγε από την Νικομήδεια, σημερινό Ισμίτ και το Ατάπαζαρ, πολιτείες κοντινές μεταξύ των οποίων ήταν το χωριό του παππού μου. Φεύγοντας λοιπόν από εκεί ο ξάδελφος του παππού μου που ήταν 15 χρονών ήταν πάρα πολύ άρρωστος με πυρετό. Η Τουρκάλα γειτόνισσα τους υπέδειξε να τον αφήσουν γιατί στην κατάσταση που είναι δεν θα προλάβαινε να περάσει το Σαγγάριο και θα πέθαινε. Πράγματι ο θείος άφησε το παιδί του. Πίστευαν ότι η προσφυγιά δεν θα κρατούσε και ότι κάποια μέρα θα επέστρεφαν. Φυσικά δεν μπόρεσαν να γυρίσουν πίσω. Οι δικοί μου εγκαταστάθηκαν στα χωριά της Κοζάνης και μετά με τη δημιουργία της Νέας Νικομήδειας στη Βέροια στο Ν. Ημαθείας, εγκαταστάθηκαν εκεί.
Αυτόν που άφησαν πίσω τον έλεγαν όπως και τον παππού μου Πασχαλίδη Γιάννη. Αυτόν λοιπόν τον πάντρεψε η τουρκάλα με την κόρη της. Ο πατέρας του όμως δεν άφησε έτσι την κατάσταση, έστειλε του αδελφού του το παιδί στον Πόντο, το θείο το Χρήστο και τον ανακάλυψε. Όταν τον βρήκε είχε αποκτήσει δύο παιδιά, το Χασάν και το Χουσεϊν οι οποίοι είχαν παντρευτεί με δύο αδελφές. Ο Χασάν απέκτησε εφτά παιδιά και επειδή ο αδελφός του δεν είχε κανένα του έδωσε μία κόρη. Σήμερα ζει μόνο ο Χουσεϊν. Ο Χασάν πέθανε πριν τέσσερα χρόνια.
Με τη βοήθεια του Θόδωρου και ξέροντας ότι στα χωριά γύρω από το Ατάπαζαρ έχουμε συγγενείς μαζί με τη μητέρα μου και τις δύο αδελφές της φθάσαμε στο σπίτι του θείου μας. Μας υποδέχθηκε η γυναίκα του η οποία δεν ήξερε πώς να μας φιλοξενήσει. Φυσικά δεν μπορώ να σας περιγράψω τις σκηνές όταν συναντήθηκαν ο θείος μου με τις ξαδέλφες του, τη μητέρα μου και τις δύο αδελφές της. Ήταν τόση η συγκίνησή του που όταν κάποια στιγμή έφθασε μία θεία της γυναίκας του της ζήτησε να φύγει γιατί στο σπίτι του βρίσκονταν οι δικοί του συγγενείς. Όταν δε κάποια στιγμή τον ρωτήσαμε πώς λέγανε τον πατέρα του στάθηκε σκεφτικός και στην παρατήρηση της θείας μου «πώς είναι δυνατόν να μη θυμάται το όνομα του πατέρα του» απάντησε: «Το τούρκικο το θυμάμαι, προσπαθώ να θυμηθώ το ελληνικό».Η πλέον όμως συγκινητική στιγμή ήταν όταν έφερε ένα άλμπουμ με παλιές φωτογραφίες όπου σε μία από αυτές αναγνώρισα τον παππού μου.
Και μόνο για το θείο μου αξίζει να ξανακάνω το ταξίδι αυτό. Βέβαια εφόσον βρεθήκαμε δεν πρέπει να αφήσουμε να περάσει και άλλος χρόνος. Σχεδιάζουμε να ταξιδέψουμε πάλι ώστε να γνωρίσουμε και τα υπόλοιπα ξαδέρφια μας».
Α.Π.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
