Η ερωμενη του Μπρεχτ
Χίλια εννιακόσια σαράντα οκτώ. Ο πόλεμος έχει εδώ και τέσσερα χρόνια τελειώσει. Οι εμιγκρέ διανοοούμενοι της Γερμανίας μεταξύ των οποίων και ο μεγάλος θεατράνθρωπος, Μπέρτολτ Μπρεχτ, που είχε καταφύγει για να προστατευθεί από το ναζισμό, στην Αμερική επιστρέφει.
Οι περιπέτειες της ανθρωπότητας δεν έμελλε να σταματήσουν όμως με το πέρας του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου… Στην ανατολική Γερμανία είναι πανταχού παρόντα τα ρωσικά στρατεύματα κι ένας καινούριος κόσμος αρχίζει να ανατέλλει… Ο διπολισμός είναι ante portas και καθήκον των σοβιετικών είναι να παρακολουθούν το μεγάλο συγγραφέα γιατί κανείς μετά τόσα χρόνια στη δύση, δεν ξέρει τι σκέφτεται και τι κάνει…
Κοντά στον Μπρεχτ η Χέλεν Βάιγκελ, η γυναίκα του, οι στενοί του συνεργάτες και η νεαρή Μαρία Αϊχ, ωραιοτάτη, ηθοποιός, με πατέρα και σύζυγο ναζί, που πρέπει να αποσβέσει κάθε σχέση μαζί τους, μητέρα μιας κόρης που μεγαλώνει μακριά της… Η Μαρία Αϊχ αναλαμβάνει με εντολή του Χανς Τροφ να κατασκοπεύει τον Μπρεχτ και στο πλαίσιο του νέου ρόλου της γίνεται η νέα ερωμένη του και, συγχρόνως, η νέα Αντιγόνη της θεατρικής του σκηνής … Η Χέλεν Βάιγκελ απλώς παρακολουθεί και «γνωρίζει» τα πάντα για τους έρωτες του συζύγου της, ο Μπρεχτ γοητεύεται από τη Μαρία που διαρκώς διαφεύγει κι η Μαρία αφού εγκαταλείπει τελικά «τον άνδρα που την γοήτευσε» αλλά τον κατασκόπευε, και μαζί του το θέατρο, έχοντας το ρόλο της δασκάλας σκέφτεται «τον άνδρα που αγάπησε», ήτοι τον εντολέα της κατασκοπίας τον Χανς Τροφ…
Ένα ενδιαφέρον μυθιστόρημα με εξαιρετικές περιγραφές του Βερολίνου και των ανθρώπων που συνιστούν τον κορμό του μεταπολεμικά, με ωραιότατους χαρακτήρες κι εξαιρετική σκιαγράφηση του ερωτικού Μπρεχτ, των μεθόδων που ακολουθούσε στο θέατρο, τον τρόπο που συνέθετε τα ποιήματά του…
«Η ερωμένη του Μπρεχτ» και Μπρεχτ όμως….
[Το κοινό πρέπει να τα βλέπει όλα καθαρά…]
«Μπαίνοντας στην τραπεζαρία της λέσχης του Γλάρου, η Μαρία Άιχ κοιτούσε με περιέργεια γύρω της. Φορούσε ένα μακρύ μαύρο παλτό με γούνα αστρακάν στο γιακά. Είδε τον δάσκαλο και κατευθύνθηκε προς το τραπέζι του. Ο Μπρεχτ έμοιαζε με νεόπλουτο χωρικό που κρέμασε την τραγιάσκα του στο κλαδί μιας μηλιάς.
Απολάμβανε το πούρο του, κλείνοντας τα μάτια. Άκουγε τον Κάσπαρ Νέχερ, τον πιστό του σκηνογράφο, τον παλαιότερο και τον πιο πιστό από τους φίλους του, αφού γνωρίστηκαν στο λύκειο του Άουγκσμπουργκ το 1911 και έκτοτε ήταν αχώριστοι. Ο Κας, όπως τον έλεγε ο Μπρεχτ. Εκείνη τη στιγμή του έδειχνε μερικές φωτογραφίες από την παράσταση της «Αντιγόνης» στην πόλη Κουάρ της Ελβετίας. Παραβάν από κόκκινο πανί, σκηνικός εξοπλισμός και μάσκες κρεμασμένες σε γάντζους, αίσθηση κενού και άτονο φως. Ο Μπρεχτ παρατηρούσε με ιδιαίτερη προσοχή τα κεφάλια των αλόγων από γκοφρέ χαρτόνι.
Καθαρός και ομοιόμορφος φωτισμός.
Κράτησε στα χέρια του δύο φωτογραφίες όπου ο άγριος χώρος του έργου περιβαλλόταν από μισοσκόταδο.
Όχι! πιο καθαρό! Πιο ομοιόμορφο!
Καλύτερα να είναι σκοτεινά πίσω από τους στύλους και τα κεφάλια των αλόγων, είπε ο Κάσπαρ Νέχερ.
Όχι Κάσπαρ Νέχερ έκανε έναν κύκλο με το δείκτη του γύρω από το νεφέλωμα που ήταν πίσω από τους στύλους.
Κι εδώ;
Είναι πολύ σκοτεινό, είπε ο Μπρεχτ. Το κοινό πρέπει να τα βλέπει όλα καθαρά, δεν πρέπει να έχει άλλες ερωτήσεις από αυτές που έχουν οι άνθρωποι επί σκηνής. Πρέπει να αφαιρέσεις αυτή τη σκοτεινή πλευρά που κρύβει το πανί στο βάθος. Αυτό το πανί πρέπει να φαίνεται. Κι όχι να φαίνεται μια μαύρη τρύπα. Ούτε κάτι ονειρικό. Ένα ψυχρό και σκληρό φως. Μέσα το ημίφως θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί ότι υπάρχουν άνθρωποι κρυμμένοι, ότι γίνονται εγκλήματα και ίντριγκες, ότι πνίγουν κάποιον ή ότι ένα δάσος κινείται. Α, όχι, σε καμία περίπτωση!
Ο Μπρεχτ στράφηκε προς τη Μαρία και επικαλέστηκε τις γνώσεις της:
Οι ηθοποιοί του θεάτρου Σφαίρα του Σαίξπηρ δεν είχαν παρά το ψυχρό φως του λονδρέζικου απογεύματος!
Το πάνω μέρος του προσώπου του Μπρεχτ λουζόταν στο φως που έπεφτε λοξά από το παράθυρο. Μιλούσε αργά με βαυαρική προφορά, η φωνή του ήταν κάπως βραχνή.
Η αναφορά του στις μελλοντικές παρατάσεις ξυπνούσε μέσα του όλες τις ωραίες στιγμές της ζωής που πέρασε στο Βερολίνο τη δεκαετία του είκοσι, την εποχή της καθιέρωσής του και της μεγάλη επιτυχίας της «Όπερας της πεντάρας». Συνέχισε:
Κοιτάξτε το δρόμο, είτε ο Μπρεχτ δυνατά, σαν να μην είχε ακούσει τον Νέχερ, είναι τόσο κοντά μας που πολλοί άνθρωποι δεν τον προσέχουν, ο δρόμος… ο δρόμος…
Απευθύνθηκε στη Μαρία λέγοντας:
Για τη γνώση του θεάτρου, η ποίηση δεν είναι απαραίτητη.
Και πρόσθεσε:
Αρκεί να μη χαθεί η επαφή με τους δρόμους, με όλους του δρόμους, τους φτωχούς, τους πλούσιους, τους άδειους, τους γεμάτους!
Αργότερα, μέσα το αυτοκίνητο, ο Μπρεχτ κράτησε μερικές σημειώσεις. Είχε την εντύπωση ότι όλες οι Βερολινέζες είχαν γεράσει. Το χέρι του έτρεμε. Μπροστά του ανοιγόταν η πόλη, οι δρόμοι που οδηγούσαν προς το κανάλι, εργοστάσια με σπασμένα τζάμια, σκοτεινοί τοίχοι, πυροβολισμοί. Το αυτοκίνητο, οι περαστικοί, οι λεωφόροι, οι καταθλιπτικοί σταθμοί του τρένου συναντούσαν τους νεκρούς.
Το βάψιμό σου πάνω στη σκηνή πρέπει να είναι πιο κινέζικο, πιο απαλό. Λιγότερη έκφραση στο πρόσωπό σου. Θα σου εξηγήσω…
Έφτασαν την οδό Σούμαν, κοντά στην αίθουσα όπου γίνονταν οι πρόβες. Το μαύρο Στάγιερ σταμάτησε μπροστά στην πόρτα της παλιάς κλινικής.
Κάποιος έβγαλε μια Λάικα – ο Κάσπαρ Νέχερ.
Μπήκαν σε μια παλιά θολωτή αυλή, που τη σκίαζε μια τζαμαρία με σπασμένα γυάλινα πλακάκια. Πλησίασαν ο ένας τον άλλο, ο Μπρεχτ πάντα δίπλα στη Μαρία, και στήθηκαν για την ομαδική φωτογραφία. Η χρυσή ομίχλη σμίλευε τις φυλλωσιές. Ο χώρος δημιουργούσε μια αίσθηση ζεστασιάς. Στιγμές ομαδικής σύμπνοιας. Απότομο κενό. Η γη σχεδόν σταμάτησε να γυρίζει, θυμήθηκε και πάλι τις χρυσές ακρογιαλιές του παρελθόντος, τις κατεργαριές των χαμένων γενεών.
Να σας παρουσιάσω την επόμενή μου «Αντιγόνη»! είπε ο Μπρεχτ. Ονομάζεται Μαρία Άιχ!
Η Βάιγκελ πλησίασε τη Μαρία με ύψος αθώο σαν μικρού παιδιού και είπε: «Είναι Βιεννέζα όπως εγώ». Είναι νέα κι αμόλυντη, σκέφτηκε. Ένα πρόβατο για το λύκο. Έχει ύφος φιλάρεσκο και παιχνιδιάρικη μυτούλα όπως όλες οι νέες γυναίκες που δέχονται νωχελικά τις φιλοφρονήσεις των ανδρών. Έχει ωραία απαλά μαλλιά, τα δικά μου είναι πια γκρίζα. Είναι νέα, εγώ είμαι γριά! Άλλη μια υπόθεση που θα διεκπεραιωθεί γρήγορα… δε θα διαρκέσει πολύ.
Η Χελένε είπε ξερά:
Τη Δευτέρα πρόβα!
[Η «Αντιγόνη» Μαρία Αϊχ…]
Για τρεις μέρες, ο Μπρεχτ παρουσίαζε τη Μαρία σε όλους όσους συναντούσε:
Αυτή είναι η Αντιγόνη! Ονομάζεται Μαρία Άιχ… Ατέλειωτες εκτάσεις με μπάζα. Το Βερολίνο έμοιαζε με έρημη παραλία. Ένα βράδυ, στο καφενείο Μπρεχτ, ο Μπρεχτ έβγαλε ένα σημειωματάριο από την τσέπη του και με το μηχανικό του μολύβι σχεδίασε έναν κύκλο με κάτι παράξενου στύλους και με τον πάτο του ποτηριού σκιτσάρισε κεφάλια αλόγων.
Η Αντιγόνη θα παίζει σ’ αυτόν εδώ το χώρο.
Σκίασε με το μολύβι το εσωτερικό του κύκλου.
Εδώ θα παίζετε. Οι άλλοι ηθοποιοί θα κάθονται στα παγκάκια. Εδώ.
Αργότερα, επιστρέφοντας από την τουαλέτα, ξανακάθισε, και στα γρήγορα έκανε ένα άλλο σχέδιο, τριχωτό, αισχρό, σαν κι αυτά που υπάρχουν στις πόρτες των αποχωρητηρίων.
Έσκασε στα γέλια.
Την επομένη, ανέβηκαν πάλι την οδό Σαριτέ. Ο Μπρεχτ περπατούσε βαριά, το πεζοδρόμιο ήταν δικό του. Έμοιαζε με χωρικό που γυρίζει στη φάρμα του. Ξαφνικά κάθισε σε ένα παγκάκι. Έβαλε το χέρι του πάνω το χέρι της Μαρίας. Η σκιά του έπεφτε στον τοίχο μιας μεγάλης βρομερής πολυκατοικίας. Η σιλουέτα του Μπρεχτ ήταν βαριά. Έβγαλε τα γυαλιά του για να τα καθαρίσει με το μαντίλι του. Η Μαρία πήρε τα γυαλιά και το μαντίλι. Τα καθάρισε και τότε ανακάλυψε την κούραση, τα ελαφρώς κόκκινα μάτια, τους μαύρους κύκλους, σημάδι ότι είχε κάποια προβλήματα καρδιάς ή ότι απλώς γερνούσε. Ο Μπρεχτ είπε:
Όλες οι Αντιγόνες μέχρι σήμερα ανήκουν στο παρελθόν, μιλούν για το παρελθόν. Εσείς θα είτε η πρώτη που θα μιλά για μας στο σήμερα… χωρίς να έχει καμία σχέση με την αρχαιοελληνική αισθητική και το μικροαστισμό. Πώς να θάψομε του Γερμανούς γιους μας; Πείτε μου, πώς;
Η Μαρία δεν καταλάβαινε τίποτε από αυτά που έλεγε.
[Φάκελοι έφταναν από τη Μόσχα…]
Ενώ η Μαρία εξοικειωνόταν με τις αίθουσες πρόβας του Ντόιτσες Τεάτερ, τακτοποιούσε το διαμέρισμά της, συμμετείχε σε όλα τα γεύματα με τους ηθοποιούς του Μπρεχτ στη λέσχη του Γλάρου, ο Χανς Τροφ βυθιζόταν για νύχτες στους φακέλους που έφθαναν από τη Μόσχα. Καμιά φορά ανέβαινε τον τελευταίο όροφο του κάτω από τις στέγες, σε ένα κελί που για το λουκέτο του μόνο ο Χανς είχε το κλειδί. Στο εσωτερικό, τοίχοι με ταπετσαρία χαλασμένη από την υγρασία, φθαρμένος γύψος, ένα παλιό ραδιόφωνο, τεράστιες στοίβες με φακέλους στα ρώσικα, τους οποίους ο Χανς μετακινούσε, άνοιγε, διάβαζε στα γρήγορα ή τους έβαζε σε μια μεταλλική ντουλάπα.
Νύχτες ολόκληρες ο Χανς Τροφ καθόταν στο σκαμνί και συμβουλευόταν, ταξινομούσε, φυλλομετρούσε, σημείωνε, καρφίτσωνε τα υπομνήματα που είχαν σταλεί από τη Μόσχα. Υπήρχε ένα τεράστιο υλικό σχετικά με τις συνήθειες του Μπρεχτ, τις συναναστροφές του, το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του για τη διαμάχη των πυρηνικών επιστημόνων με το κράτος, τον τρόπο με τον οποίο έπαιρνε χρήματα από μια ελβετική τράπεζα από τη οποία χρηματοδοτούνταν και ο κινηματογραφιστής Φριτς Λανγκ, ή το πώς έκοβε από τα επιστημονικά περιοδικά τις σελίδες που αφορούσαν την κβαντική φυσική, τις αγροτικές μεταρρυθμίσεις στη Σοβιετική Ένωση, την περίεργη μανία του για οτιδήποτε αφορούσε τις πυρηνικές έρευνες, τη σχολαστική προσοχή με την οποία σημείωνε τις πράξεις διαφθοράς των Ευρωπαίων αστών που είχαν συνεργαστεί με τη Γερμανία του Χίτλερ, την ανησυχητική του επιθετικών, τόσο στη σοβιετική Ένωση όσο και στις Ηνωμένες Πολιτείες, και επίσης – κάτι που έκανε τον Χανς Τροφ να χαμογελά – τις λάγνες παρατηρήσεις του σχετικά με τις Αμερικανίδες ηθοποιούς, τον απολογισμό των σεξουαλικών κατορθωμάτων της Σουηδής ερωμένης του, της Ρουθ Μπερλάου, που αργότερα έγινε αλκοολική.
[ Οι εξορίες του Μπρεχτ…]
Όλα αυτά λοιπόν ήταν συγκεντρωμένα μέσα σ’ ένα σιδερένιο ντουλάπι, του οποίου το συνδυασμό μόνο ο Χανς γνώριζε. Έτσι, με μερικά ξενύχτια ο Χανς Τροφ έμαθε τα πάντα γύρω από τις διάφορες εξορίες του Μπρεχτ. Την πρώτη του περίοδο στη Δανία, στο Λίντιγκο, στο όμορφο σπίτι με την αχυρένια σκεπή, όταν ο Μπρεχτ είχε ακόμη καλή διάθεση, ήταν αισιόδοξος, καυχησιάρης, κατέγραφε στα σημειωματάριά του χιλιάδες ανόητα συμπεράσματα σχετικά με την «κλίκα της Μόσχας», διότι οι μεγάλες σοβιετικές σκηνές έπαιζαν συγγραφείς που δεν του άρεσαν με κάτι σκηνοθεσίες που τις χαρακτήριζε «αξιοθρήνητες σαβούρες». Έπειτα ακολούθησε η μετακόμιση στη Σουηδία, το σπίτι μέσα στις σημύδες στη Φινλανδία, ο φόβος μην τυχόν και δεν πάρει τη βίζα για τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι νύχτες αϋπνίες με τον εκφωνητή στο ραδιόφωνο να κάνει χιτλερική προπαγάνδρα, ενώ ο Μπρεχτ μετακινούσε τις σημαιούλες του μετώπου στο χάρτη του τοίχου.
Το μόνο πράγμα που φοβόταν ο Μπρεχτ ήταν το πέρασμα από τη Σοβιετική Ένωση για να φτάσει στο Βλαδιβοστόκ. Είχε την έμμονη ιδέα ότι θα τον συλλάμβαναν στη Μόσχα: ο Τροφ είχε μείνει έκπληκτος. Το κέντρο της Μόσχας μιλούσε για έναν θεατράνθρωπο πρωτόγονου μαρξισμού. Όλο αυτό το χαρτομάνι περιέγραφε έναν εστέτ μάλλον παρά έναν άνθρωπο της πολιτικής, έναν καλλιτέχνη που παθιάζεται με τα γκανγκστερικά έργα, τα αστυνομικά μυθιστορήματα, τις θεωρίες του Λούθηρου για το διάβολο ή τα αρδευτικά έργα στην αρχαία Κίνα. Μερικές φορές ο Χανς Τροφ ξεχώρισε κάποιο υπόμνημα, το έβαζε μέσα σε ένα δερμάτινο χαρτοφύλακα και το πήγαινε το πρωί στο γραφείο του δεύτερου ορόφου. Το έδινε στον Τέο Πίλα ο οποίος δακτυλογραφούσε αργά το περιεχόμενο αυτών των υπομνημάτων σε μία γραφομηχανή με μεγάλο κύλινδρο που είχε βρει στο παλιό υπουργείο της Λουφτβάφε. Ετοίμαζαν μια αναφορά για τον Μπέχερ, εκείνος την προωθούσε στον Κουμπάς, που την κρατούσε για την κρατούσε για τρεις μέρες στο γραφείο του και μετά παρέδιδε όλη αυτή τη χαρτούρα στο γραφείο του μεγάλου, του φοβερού Ντίμσιτς, του ανώτατου πολιτιστικού υπεύθυνου για όλη την επικράτεια της Ανατολικής Γερμανίας.
Ο Τέο Πίλα δεν είχε σε καμία υπόληψη «τη φωλιά των θεατρίνων, όλα αυτά τα όμορφα πουλιά, που επιθυμούν την τέχνη επαναστατική» και παίζουν «Φάουστ» ή «Ιφιγένεια εν Ταύροις», κάτι που είναι «εξαιρετικά βαρετό για την εργατική τάξη», για να χρησιμοποιήσουμε τα δικά του λόγια. Όλα αυτά είναι αφύσικα αταίριαστα, σκεφτόταν ο Χανς Τροφ το πρωί κάνοντας το ντους του στο κτήριο κοντά στο στάδιο, απέναντι από το κυλικείο. Όλως περιέργως δεν εμπιστευόταν στον Τέο Πίλα τα χοντρά κλασέρ της Μόσχας με τις αναφορές αυτών που είχαν φιλοξενήσει τον Μπρεχτ στη Φινλανδία, ούτε τα απίθανα υπομνήματα του FBI που τα συνόδευαν θολές φωτογραφίες.
Ο Χανς Τροφ συγκέντρωσε και ταξινομούσε επίσης τα έγγραφα που τους προμήθευε μια Βρετανίδα αεροσυνοδός. Υπήρχαν και χαρτιά που δεν αφορούσαν άμεσα τον Μπρεχτ, αλλά είχαν συγκεντρωθεί στη Βοστόνη από το FBI. Υπήρχαν πολλά υπομνήματα σχετικά με τους εξόριστους για τους οποίους υπήρχε η υποψία ότι ανήκαν κρυφά στο κομμουνιστικό κόμμα, και κυρίως για τον Φραντιζέκ Βάισκοπφ που ήταν μέλος του τσέχικου Κομμουνιστικού Κόμματος.
Για δυο εβδομάδες, ο Χανς με λυμένη τη γραβάτα εξέτασε εξονυχιστικά όλα τα υπομνήματα κάποιου Τζώννυ Ρ. που είχε περάσει τη ζωή του τρέχοντας σε όλα τα κοκτέιλ και τα πάρτι των κινηματογραφιστών του Χόλιγουντ, κυρίως του Τσάρλι Τσάπλιν και του Φριτς Λανγ. Έλεγε ότι ήταν βοηθός σκηνοθέτη που έκανε την πρακτική του, κάτι που δεν πίστευε κανείς βέβαια, κλεινόταν στην τουαλέτα και σημείωνε στο μπλοκάκι του ό,τι άκουγε για όλους αυτούς τους εξορίστους που γνωρίζονταν μεταξύ τους από την εποχή της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Ανάμεσά τους ήταν η Άννα Ζέγκερς, η κομμουνίστρια συγγραφέας, ο σκηνοθέτης Έρβιν Πσικατόρ, που δεν μπορούσε να συνεννοηθεί με τον Μπρεχτ της εποχής της «Όπερας της πεντάρας», και ο Φέρντιναντ Μπρούκνερ, που είχε μεταφράσει την «Κυρία με τις καμέλιες» και είχε δουλέψει με τη Χελένε Βάιγκελ για ένα έργο του Χέμπελ το 1926.
Ο Χανς Τροφ χαμογέλασε ξεφυλλίζοντας αυτές τις σημειώσεις, όταν φαντάστηκε τον Φριτς Λανγ, τον Μπρεχτ, τη Χελένε Βάιγκελ να κατεβαίνουν τη λεωφόρο Σάνσετ ή το βράδυ να φλυαρούν στη βεράντα κοιτάζοντας το σούρουπο να πέφτει και ένα ατέλειωτο φωτεινό ποτάμι ωραίων αυτοκινήτων να κυλά… Ο Χανς Τροφ άναψε ένα τσιγάρο και τράβηξε μια βαθιά ρουφηξιά, έπειτα βυθίστηκε πάλι μέσα στα υπομνήματα. Έβλεπε τον Τσάπλιν και τον Μπρεχτ να περπατάνε κατά μήκος του Ειρηνικού. Τα λευκά πανιά των ιστιοφόρων γλιστρούσαν στον ορίζοντα. Στη συνέχεια ο Τσάπλιν και ο Μπρεχτ συνάντησε τον Γκράουτσο Μαρξ και άκουγαν τα αποτελέσματα της επανεκλογής του Ρούσβελτ, ενώ ο ήλιος έδυε στον ωκεανό.
Το βράδυ έπεφτε και το Βερολίνο βαφόταν μπλε μέσα στα φώτα που τρεμόπαιζαν. Ο Χανς πήρε ένα τελευταίο δακτυλογραφημένο γράμμα που βρισκόταν μέσα στο φάκελο «Οι εξόριστοι» και το ξεδίπλωσε προσεκτικά ρουφώντας βαθιά το τσιγάρο του. Αντέγραψε σε ένα σημειωματάριο όλα τα ποσά που έκανε ανάληψη από τις αμερικανικές τράπεζες η Μπάρμπαρα, η κόρη του Μπρεχτ. Τελείωσε τη βραδιά του αδειάζοντας τις στάχτες από τα τασάκια στη ρόμπα, ενώ σκεφτόταν τα αντισημιτικά ανέκδοτα που κυκλοφορούσαν ανάμεσα στους καλλιτέχνες, σύμφωνα με τον πράκτορα του FBΙ. Έσβησε τις τρεις λάμπες του γραφείου, έπειτα του διαδρόμου και χαιρέτησε το θυρωρό στη σκάλα κάτω.
Έξω έβρεχε. Το χιόνι είχε αρχίσει να λιώσει.»
Επιλέγοντας, «Η ερωμένη του Μπρεχτ» είναι άξιο προσοχής μυθιστόρημα, βαθύτατα πολιτικό για όσα εμμέσως περί Μπρεχτ και πολιτικής μάς μαθαίνει, κυρίως, όμως γιατί είναι εξαιρετικά καλογραμμένο και διαβάζεται απνευστί…
Κείμενα – Επιμέλεια: Τ.Β.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
