Υπο συνθηκες σκλαβιας

Ο Ιωάννης Γκούτας απάχθηκε τον Αύγουστο του 1944 από τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής, σε συνεργασία με τα τάγματα ασφαλείας, για να σταλεί μαζί με εκατοντάδες συμπατριώτες μας στα γερμανικά κάτεργα. Εκεί μπόρεσε κάτω από αντίξοες συνθήκες να καταγράψει τις εμπειρίες, τα συναισθήματα και τον παραλογισμό του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου σε ένα ημερολόγιο, το οποίο κατάφερε να σώσει από τα χέρια του κατακτητή.

Σήμερα, σχεδόν εξήντα χρόνια μετά από εκείνες τις ημέρες φρίκης, ο Γιάννης Γκούτας καταθέτει το ημερολόγιο αυτό στο αναγνωστικό κοινό, με την ελπίδα ότι όχι μόνο τέτοιες μέρες δεν θα ξανάρθουν ποτέ πια, αλλά και ότι η μαρτυρία τους αυτή θα χρησιμεύσει στις επόμενες γενιές, για να γνωρίσουν μια πτυχή της ιστορίας μας που δεν πρέπει να ξεχάσουμε ποτέ…

Η διήγησή του αποτελεί συγκλονιστική κατάθεση ενός αυτόπτη μάρτυρα και οι περιγραφές του είναι συνταρακτικά ζωντανές. Εξιστορεί τραγικά γεγονότα και τα παρουσιάζει με αναμφισβήτητη αντικειμενικότητα, χωρίς τάσεις ωραιοποίησης.

Ο λόγος του Ιωάννης Γκούτα μεστός, σαγηνεύει με τη λογοτεχνική του ευπρέπεια. Η συγκλονιστική διήγησή του συναρπάζει τον αναγνώστη με τη μοναδικότητα των στιγμών που περιγράφει, αλλά και με τον πλούτο των συναισθημάτων που μεταδίδει.

Από το βιβλίο του Γιάννη Στυλιανού Γκούτα επιλέξαμε και δημοσιεύουμε τον οργισμένο εναντίον των ναζί πρόλογο του Πέτρου Σπεντζή, που πιστεύει ότι η ιστορική μνήμη είναι εκείνη που χρειάζεται περισσότερο από οτιδήποτε άλλο να διασώζεται προκειμένου η ανθρωπότητα να μην ξαναζήσει εγκληματικές συμπεριφορές ως αυτές των φασιστών του Χίτλερ, κι ακόμη μια από τις σελίδες ημερολογίου του Γιάννη Γκούτα από το ναζιστικό στρατόπεδο που συναποτελούν το ιδιαίτερα αυτό ενδιαφέρον, στην αλήθεια του, αφήγημα…

Πρώτο βήμα εξάλλου για να διαφυλάξουμε τη δημοκρατία και την ειρήνη είναι να γνωρίσουμε ιδίως ό,τι οι πριν από μας πέρασαν και σήμερα ηθελημένα αγνοείται…

Πέτρος Σπεντζής: Η ιστορία του Γ΄ Ράιχ μπορεί να ξαναδιαβαστεί ως πόλεμος ενάντια στη μνήμη

«Δεν έχουμε την ευχέρεια να εξοβελίζουμε το κακό και να το θεωρούμε απλά σαν νεκρό φορτίο που ο χρόνος από μόνος του θα το σκεπάσει με λήθη», γράφει η Χάννα Άρεντ. Τα ολοκληρωτικά καθεστώτα του 20ού αιώνα απεγνωσμένα προσπάθησαν – όπως λέει ο Τσβετάν Τοντόροφ – να επιτύχουν την απόλυτη χειραγώγηση της μνήμης, επιδιώκοντας την εξάλειψη των αποτρόπαιων ιχνών που άφηναν πάνω στην ιστορία της ανθρωπότητας. «Ολόκληρη η ιστορία του Γ΄ Ράιχ μπορεί να ξαναδιαβαστεί ως πόλεμος ενάντια στη μνήμη», γράφει δικαίως, ο Πρίμο Λέβι. Όμως αυτές οι «ιστορικές μνήμες» είναι απαραίτητες. Απαραίτητες και αναγκαίες για τη συντήρηση των πανανθρώπινων αξιών που ποδοπατήθηκαν, έστω κι αν οι μνήμες αυτές σέρνουν μαζί τους πλήθος αποτρόπαια και βδελυρά φαντάσματα. Αυτού ακριβώς του είδους τις μνήμες είχε ο Γιάννης Γκούτας το κουράγιο να σημειώνει στα κουρελόχαρτα που εξοικονομούσε ενώ πάσκιζε, αυτός και οι σύντροφοί του, να κρατηθούν στη ζωή κοιτάζοντας κατάματα το θάνατο μέσα στην κόλαση που τους έσερναν όμηρους οι κτηνάθρωποι του Γ΄ Ράιχ.

Ο Γκούτας δίνει αυτοβιογραφικά ένα κομμάτι της ζωής του και οι περιγραφές του είναι συνταρακτικά ζωντανές. Περιγράφει την κόλαση όπου υπάνθρωποι ποδοπατούσαν αυτόν και τους συντρόφους του με την μπότα της ανθρώπινης κτηνωδίας. Περιγράφει ψυχικές πληγές που δύσκολα επουλώνονται. Εξιστορεί πώς, κάθε λεπτό, καραδοκούσε μαρτυρικός ο θάνατος όταν πονούσε μέχρι το μεδούλι καθώς τον ποδοπατούσαν οι βασανιστές του αλύπητα και τον κύλαγαν στις παγωμένες γερμανικές λάσπες. Δεν κατάφεραν όμως να πνίξουν την αντοχή του ούτε να λυγίσουν το θάρρος και την καρτερία του. Ο Γκούτας και τα άλλα απροστάτευτα θύματα της ναζιστικής θηριωδίας, στηριγμένοι στη στοργή και τη βοήθεια ο ένας του άλλου, κατάφεραν τελικά να επιβιώσουν. Τα μαρτύρια και οι εξευτελισμοί τους ατσάλωναν τόσο ώστε μπόρεσαν να φτάσουν τα ακραία όρια της ανθρώπινης αντοχής όσο κι αν πάσκιζε να την τσακίσει η ναζιστική κτηνωδία.

Μπόρεσαν ν’ αντέξουν την παγωνιά του θανάτου που παραμόνευε, εκείνες τις μαύρες μέρες, σε κάθε βήμα τους. Κατά τρόπο θαυμαστό και το ασθενικό και αδύναμο σαρκίο του συγγραφέα κατάφερε να αντέξει τους βασανισμούς και τις ταλαιπωρίες. Κατάφερε να μείνει ζωντανός και να μην καταβροχθιστεί απ’ τους ναζιστικούς κανίβαλους.

Η αμεσότητα της γραφής που χρησιμοποιεί ο Γκούτας αποστασιοποιεί τον εαυτό του από τη διήγηση, και έτσι την ιστόρηση των τραγικά συγκλονιστικών περιστατικών την παρουσιάζει με αντικειμενικότητα αναμφισβήτητη. Είναι φανερό πως στη διήγησή του είναι απόλυτα ειλικρινής. Δεν παραποιεί την αλήθεια ούτε προσπαθεί να ωραιοποιήσει και ηρωοποιήσει τον εαυτό του. Ίσα-ίσα με ανυποκρισία περιγράφει και τις φορές που δεν άντεξε. Τις περιπτώσεις που τον ανάγκασαν να λυγίσει. Ομολογεί ότι η συμπεριφορά του τον έκανε καμιά φορά να μετανιώσει. Ότι φέρθηκε με τρόπο αχάριστο. Ακόμη και ότι δοκίμασε τον εξευτελισμό να καταντήσει ζητιάνος.

«Ο Οδυσσέας, παραπλανώντας τον πελώριο Κύκλωπα, είναι εξάδελφος», λέει ο J.H.Finley Jr., «χιλιάδων ταπεινών ανθρώπινων πλασμάτων που καταφέρνουν να ξεγελάσουν και να υποσκελίσουν τους δυνάστες τους». Έτσι και ο Γκούτας κατάφερε κάποτε να ξεφύγει από το τρομερό δρεπάνι του θανάτου που συνεχώς σφύριζε μακάβρια μπροστά του. Ξεριζωμένος απ’ την πατρίδα, όπου διαβίωνε σε κοινωνική ισορροπία ρυθμισμένη από κοινά παραδεκτούς κανόνες συμπεριφοράς, βρέθηκε απάνθρωπα κακοποιημένος απ’ τη βαρβαρότητα, την αναλγησία, με το φόβο να στραγγίζει το κουράγιο του σε κόσμο που η καρτεσιανή λογική του αδυνατούσε να κατανοήσει.

Αυτόν και τους είλωτες συνομήρους του τους πέταξαν κάτω από την εξουσία υπανθρώπων που απέκτησαν πάνω στα θύματά τους απόλυτο δικαίωμα ζωής και θανάτου. Ο Γκούτας, μαζί με το κοπάδι των ομήρων, βρέθηκαν στη μέγγενη της φρίκης του φασισμού που απειλούσε να τους καταβροχθίσει.

Τον λήστεψαν. Του είχαν αρπάξει το σταθερό οικουμενικό νόμισμα που προσφέρει ο πολιτισμός. Το συνάλλαγμα με το οποίο ρυθμίζονται οι ανθρώπινες σχέσεις όταν τον ρίξανε στο βούρκο της εκμηδένισης. Και τα κτήνη χασκογελούσαν κι έκαναν αστεία την ώρα που σακάτευαν και σκότωναν, όπως ακριβώς είχε την ανατριχιαστική αναίδεια να κάνει κι ο Μένγκελε, το αποφώλιο αυτό ναζιστικό τέρας, όταν διαλέγοντας αυτούς που έστελνε στο θάνατο ξεκαρδιζόταν και κυνικά κυριολεκτικά βλαστημούσε λέγοντας: «Μπαίνουν Εβραίοι και βγαίνουν καπνός απ’ την καμινάδα».

Ο Γκούτας βρέθηκε πεσμένος στο βούρκο του φασισμού ν’ ατενίζει έντρομος «την επιδερμίδα της γης να ξεπετάει αρρώστιες και μέσα στις αρρώστιες αυτές την πιο μεγάλη: αυτήν που λέγεται άνθρωπος…» Εντούτοις το πνεύμα εκείνης της ομάδας από ανθρώπινα ράκη, αν και καθημαγμένο από τη βία, σφιχτά δεμένο με τα δεσμά του φόβου και της απελπισίας, κατάφερε να μη λυγίσει, να μην το σβήσει η απόγνωση. Το πνεύμα εκείνων των βασανισμένων έγινε η βακτηρία και τους στήριξε. Αποτέλεσε την άτρωτη ασπίδα που, αν και καθημερινά οι δήμιοι τους τη χαράκωναν και την πλήγωναν βάρβαρα και βάναυσα, δεν πέτυχαν να την τσακίσουν. Η ασπίδα αυτή ζωντάνευε και αναπτέρωνε στην πληγωμένη ψυχή τους την προσδοκία που η απελπισία πήγαινε να πνίξει στα μελανά νερά της απόγνωσης. Αυτή η ασπίδα, περιγράφει ο Γκούτας, τους προστάτευε και τους έσπρωχνε προς το λιμάνι της ελπίδας προσφέροντάς τους την ανάσα που είχαν απόλυτη ανάγκη.

Κατά τρόπο θαυμαστό, το σαρκίο του φιλάσθενου νεαρού Γιάννη Γκούτα κατάφερε να υπερνικήσει βασανιστήρια, αρρώστιες και κακουχίες. Κατάφερε να νικήσει τον τρόμο που απειλούσε να τον καταβάλει και ν’ αποφύγει το θάνατο που φρικαλέος καραδοκούσε. Στις γραμμές που ο Γκούτας χαράζει διακρίνεται αυτός ο άνθρωπος να αντιστέκεται και να αντιμετωπίζει νικηφόρα τη μοίρα του, όταν η μοίρα, έστω και αν του επέτρεψε τελικά να επιζήσει, δεν στάθηκε καθόλου φειδωλή σε πόνους, βάσανα και μαρτύρια που του είχε επιφυλάξει.

Ο Πήτερ Βάις προσπαθεί να εξηγήσει την απότομη μετάλλαξη των «αγαθών γερμανών», όχι μόνο ανδρών, σε πωρωμένους βασανιστές και δολοφόνους, με συμπεριφορά που μόνο αποτροπιασμό μπορεί να προκαλέσει. Η λύσσα να βασανίσουν και να σκοτώσουν δικαιολογείται (;) μόνο αν υποτεθεί ότι το κτήνος που κρυβόταν μέσα τους μπόρεσε ν’ αφυπνισθεί και να ορμήσει διψασμένο για δάκρυα, πόνο και αίμα, όταν το μέθυσαν οι τοξίνες του υπερεθνικισμού της φυλετικής, τάχα, ανωτερότητας που το μπούκωσε η διεστραμμένη κατάχρηση της «χιτλερικής μηχανής».

«Η φυλετική σκέψη» των Αρίων έθρεψε την «εκβιομηχανοποίηση της μαζικής δολοφονίας» όταν ολόκληρη τη γερμανική εθνότητα την οδήγησε και τη βύθισε στη λάσπη της βαρβαρότητας, επειδή τη διατηρούσε καλά ταϊσμένη με χορταστικές μερίδες χονδροειδούς εθνικιστικής απληστίας.

Οι Γερμανοί της εποχής του Χίτλερ απέδειξαν πόσο χαμηλά μπορεί να πέσει των ανθρώπων το γένος. Ο Χίμλερ, τον Οκτώβριο του 1943, στο λόγο του στο Πόζναν, περηφανεύτηκε για τις αποτρόπαιες ομαδικές δολοφονίες που είχε διατάξει: «Πρόκειται για μια δοξασμένη σελίδα της Ιστορίας μας, που δεν γράφτηκε ποτέ κι ούτε θα γραφτεί ποτέ», είχε την αναίδεια να φωνάξει κατάμουτρα στην πολιτισμένη ανθρωπότητα. Κι ο Χίτλερ, στην κορυφή του κράτους, ονειρευόταν «να μνημονεύεται ες αεί η μαζική εξόντωση, με την τοποθέτηση μπρούτζινων πλακών» στους τόπους των εγκλημάτων του.

«Στο εσωτερικό του Ράιχ δεν υπήρξαν δημόσιες διαμαρτυρίες», γράφει ο Mark Mazower. «Συνηθισμένοι μεσήλικες αστυνομικοί συμμετείχαν στις μαζικές εκτελέσεις. Πανεπιστημιακοί καθηγητές, δικηγόροι και γιατροί διοικούσαν τις Einsatzgruppen. Δεν το έκαναν από φόβο. Τα γράμματα των φρουρών στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και των εκτελεστών στα αποσπάσματα θανάτου αποκαλύπτουν τι ήταν ικανοί να κάνουν συνηθισμένοι άνθρωποι που ζούσαν στην Ευρώπη στα μέσα του 20ού αιώνα, κάτω από την επίδραση μιας φονικής ιδεολογίας».

Σ’ αυτούς τους αποκτηνωμένους φασίστες ανήκε και ο καλοζωισμένος επίτροπος που τόλμησε να πετάξει έξω από την εκκλησία τον Γκούτα, είλωτα ρακένδυτο, όταν πλησίασε με κατάνυξη να προσκυνήσει και αυτός κατά τη λειτουργία των Χριστουγέννων. Εντούτοις, ανάμεσα στην υστερική χιτλερική αγέλη, υπήρξαν και αυτοί που παρέμειναν «Άνθρωποι». Που πρόσφεραν βοήθεια στα άμοιρα ανθρώπινα ράκη. Τους ομήρους. Ο Γκούτας μ’ ευγνωμοσύνη και συγκίνηση εξιστορεί αυτές τις ανθρώπινες στιγμές που έζησε.

Κοντά στο τέλος του πολέμου, διαλεγμένος από τους «τσολιάδες», που όσοι από αυτούς δεν επιστρατεύτηκαν βίαια και έγιναν «Εφιάλτες» της ελληνικής κοινωνίας, κατακάθια που βασάνισαν τον ελληνικό λαό, τον παρέδωσαν στα χέρια των βασανιστών του, επιτέλους είδε τη χολέρα του ναζισμού ξεδοντιασμένη να σφαδάζει ετοιμοθάνατη. Αυτός και οι άλλοι όμηροι πανηγύριζαν έτοιμοι για «το γυρισμό» στην πατρίδα και είχαν την τόλμη, όταν το θηρίο δεν είχε εντελώς ξενυχιαστεί κι άντεχε, να γιορτάσουν την εθνική επέτειο της 25ης Μαρτίου υψώνοντας στον τόπο που τους κρατούσαν σκλάβους την ελληνική σημαία. Και η διήγησή του προχωρεί συνταρακτική. Τον ενθουσιασμό διαδέχτηκε η απογοήτευση καθώς ξεκινούσε νέα Οδύσσεια γι’ αυτούς τους βασανισμένους. Εξίσου δύσκολη και οδυνηρή ξεκίνησε κι η «κάθοδος» προς την πατρίδα.

Στην πατρίδα, αλαφιασμένο το κράτος από τη λαίλαπα του εμφύλιου που είχε ξεκινήσει, όταν όπως γράφει ο David Close «η γερμανική αποχώρηση δημιούργησε τις συνθήκες για ένα ευρείας έκτασης και παρατεταμένο εμφύλιο πόλεμο», δεν έσπευσε να τα φροντίσει. Άφησε και τούτα τα τραγικά Ελληνόπουλα να γίνουν έστω για λίγο βέβαια, όπως λέει για τον εαυτό του ο Άρθουρ Καίσλερ, «βούρκος της γης», και να κλειστούν ακόμα και σε φυλακές που κρατούνταν προδότες. Τούτη η συμπεριφορά του επίσημου κράτους που εκπροσωπούσε την πατρίδα απέναντί τους ήταν γι’ αυτούς τους βασανισμένους δοκιμασία εξίσου πικρή με όση τους πότισε και το μαρτύριο της ομηρίας τους.

Τελικά, μετά από ανατριχιαστικές περιπέτειες, κατάφεραν να μην καταποντιστούν στα βάραθρα της κόλασης που τους είχαν πετάξει. Άντεξαν. Ο Γκούτας γύρισε κοντά στη μάνα και την αδελφή του για να βρεθεί όμως ξανά προδομένος, αυτή τη φορά απ’ εκείνη που της είχε χαρίσει την καρδιά του.

Ο συγγραφέας, θύμα και μάρτυρας ο ίδιος, γίνεται με τη διήγησή του «ζωντανή μνήμη στην υπηρεσία της Ιστορίας». Η διήγησή του αποτελεί συγκλονιστική κατάθεση ενός αυτόπτη που με λογοτεχνικά συναρπαστική δεξιότητα περιγράφει την τρομερή τοπογραφία των αναμνήσεων που είχε καταφέρει να καταγράψει. Διηγείται τα συμβάντα και τα παραθέτει φωτισμένα από την ανάκλαση του ταλαιπωρημένου και δοκιμασμένου ψυχικού του κόσμου δείχνοντας τον τρόπο που «η μοίρα (του)», όπως λέει για τον εαυτό του ο Μιχ.Δ. Στασινόπουλος, «έκανε τη διάρθρωση της «οδοιπορίας» (του) στη ζωή».

Ο λόγος του μεστός, σαγηνεύει με τη λογοτεχνική του ευπρέπεια ζωντανεύοντας τραγικές πραγματικότητες του παρελθόντος.

Είναι «έγκλημα η Λήθη». Αλλά αιματηρά γεγονότα δεν έπαψαν δυστυχώς να βαραίνουν και τις μέρες μας. Τραγικοί σκοτωμοί αθώων κάνουν να ξεθωριάζει όλο και περισσότερο το όραμα για κόσμο όπως τον ήθελε ο Γούντροου Γουίλσον, «ασφαλή για τη Δημοκρατία», και τον επαγγελόταν ο Λένιν, ως μια κοινοτική κοινωνία απαλλαγμένη από τις εκμεταλλευτικές ιεραρχίες του παρελθόντος. Ανεξάρτητα από τις δικαιολογίες που τα συνοδεύουν, τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας που εξακολουθούν να μεταβάλλουν την προσδοκία για κόσμο πραγματικά και δημοκρατικά ελεύθερο, κοινωνικό στόχο δονκιχωτικό. Απελπιστικά απραγματοποίητο.

Αθήνα, Γενάρης 2005

Οι γερμανικές ψείρες ήταν κάποτε κι αυτές της αρίας φυλής… Ευτυχώς κάποτε…Ή μήπως και σήμερα ακόμη, οι ευρωπαϊκές ψείρες είναι της αρίας φυλής έναντι τινών κάποιων λαών της Ασίας;

Κείμενα- Επιμέλεια: Τ.Β.

* Ο Ιωάννης Γκούτας ζει σήμερα στην Αθήνα με την οικογένειά του. Έχει σπουδάσει νομικά και έχει διατελέσει νομικός σύμβουλος της Εθνικής Τράπεζας. Τώρα είναι συνταξιούχος και πατέρας δύο παιδιών.

Το βιβλίο αυτό είναι το πρώτο που εκδίδει και βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα που βίωσε ο ίδιος.

«20 Απριλίου

Σήμερα έχουμε μια θαυμάσια λιακάδα, είδος σπάνιο για τις χώρες του Βορρά. Όλοι οι άρρωστοι της παράγκας βγήκαμε σαν τα σαλιγκάρια στον ζωοδότη ήλιο, απάνω στα ορύγματα, έτοιμοι να πηδήσουμε μέσα μόλις σημάνει συναγερμός. Τώρα βρισκόμαστε σε διαρκή κίνδυνο – χθες, για παράδειγμα, σήμανε συναγερμός 12 φορές! Και οι συνάδελφοι που πηγαίνουν στη δουλειά με τους συναγερμούς κάθονται όλη μέρα…

Ξύπνησα κεφάτος, αισθάνομαι πολύ καλύτερα. Τα νέα για την εξέλιξη του πολέμου είναι συνταρακτικά. Επίκειται, λένε, η πτώση του Βερολίνου, οπότε, τέρμα ο πόλεμος…

Ευκαιρία τώρα εδώ στον ήλιο για ξεψείριασμα, γιατί, όσο και αν βελτιώθηκε η κατάσταση μας με την αραίωση που μας έγινε, όσο και αν επιμένουμε στην καθαριότητα την οποία τηρούμε με σχολαστικότητα, οι ψείρες μας δεν εξαφανίστηκαν ολότελα. Έχουμε ν΄ αντιμετωπίσουμε τις πανέξυπνες γερμανικές ψείρες – σίγουρα ανήκουν και αυτές σε κάποια… αρία ράτσα φθειρών – που δεν συλλαμβάνονται εύκολα…

Ο λάγκα φύρερ αποτρελάθηκε. Γυρίζει τρέχοντας μ΄ ένα ραβδί στο χέρι και μας κυνηγάει. Δεν μπορεί να μας ανεχθεί σαν αρρώστους και πολύ περισσότερο να… καθόμαστε στον ήλιο.

– Τα ορύγματα είναι για τους γερμανούς, ξεφωνίζει…

Εμείς τώρα τον απολαμβάνουμε και γελάμε. Τον βλέπουμε σαν ανθρωπάκι, που τα’ χει χαμένα, και αυτό τον εξοργίζει περισσότερο.

-Νιξ μπροτ, νιξ σουπ, νιξ σιγαρέτ, ωρύεται και μας απειλεί.

Τη νύχτα η κατάστασή του χειροτερεύει. Κρατάει το πιστόλι στο χέρι του, μονολογεί και απειλεί τους… Αμερικανούς! Θα ζητήσει, λέει, να καταταγεί στα τανκς για να τους διώξει. Στον παραμικρό όμως κίνδυνο εξαφανίζεται…

Τα βράδια που επιστρέφουν οι σύντροφοι απ’ τη δουλειά, σε κάθε θάλαμο γίνεται και ένα πανηγύρι. Δεν μπορούμε να κρατήσουμε τη χαρά μας. Τα συμμαχικά στρατεύματα βρίσκονται σε απόσταση αναπνοής. Λίγα χιλιόμετρα μας χωρίζουν.

Όλοι οι θάλαμοι δονούνται από ζωή. Γέλια, φωνές, τραγούδια, πού να μας κολλήσει ύπνος με την υπερένταση που έχουμε.

Είναι και αυτό ένα ξέσπασμα γιατί ο πόλεμος των νεύρων μας διέλυσε. Κυκλοφορούν ακόμα οι πιο απίθανες, οι πιο τρελές φήμες: μίλησε, λένε, ο Γκαίμπελς (Υπουργός Προπαγάνδας της Γερμανίας) και είπε ότι η Γερμανία θα χρησιμοποιήσει (τώρα πια!) νέα όπλα που «θα σταματήσουν οι καρδιές των ανθρώπων και θα διώξει μ΄ αυτά τον εχθρό έξω από τα εδάφη της…». Όταν το είπαμε αυτό στο ζανιτέετερ, εκείνος ξεκαρδίστηκε στα γέλια.»

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.