Οι φυλακες της Ανατολιας

Ο συμπολίτης μας, Αλεξανδρουπολίτης πλέον εξ επιλογής, αν και γεννήθηκε στις Σέρρες, Πασχάλης Λαμπαρδής επανέρχεται καλοκαίρι καιρό με το νέο του μυθιστόρημα, το τρίτο στη σειρά της συγγραφικής του πορείας, αφού διήνησε για μια ακόμη φορά το κρίσιμο για τη συγγραφή ιστορικού μυθιστορήματος χρονικό διάστημα της τριετίας.

«Οι φύλακες της Ανατολίας» είναι ό,τι λέει ο τίτλος τους… Το μυθιστόρημα αφιερούται δηλαδή σε δυο λογίους που ανιστορούν τα πάθη μιας οικογένειας που είχε την τύχη να υποστεί τις χαρές και τα δεινά των ελλήνων που βίωσαν, σε χρόνια πολύπαθα, τις τύχες του ελληνισμού στις χώρες της καθ’ημάς Ανατολής…

Συγκεκριμένα, ο Πασχάλης Λαμπαρδής – στη θέση των λογίων- εμπνέεται από ένα λαϊκό ποίημα του 19ου αιώνα, αφιερωμένο στον Σουλεϊμάν Αγά ή στον Γεώργιο Ερυθριάδη, όπως ήταν το χριστιανικό του όνομα. Τον Γεώργιο Ερυθριάδη που είχε επαφές τόσο με την Υψηλή Πύλη, όσο και με τους Φαναριώτες και τα μέλη της Φιλικής Εταιρείας. Σχέδιό του ήταν να αλλάξει η φυσιογνωμία της Οθωμανική Αυτοκρατορίας και να γίνει η Κωνσταντινούπολη το κέντρο του Οικουμενικού Ελληνισμού.

«Με αφετηρία αυτή την ιστορία», όπως γράφει το σχετικό ενημερωτικό δελτίο, «ο συγγραφέας γράφει για ένα ξεχασμένο κομμάτι του ελληνισμού, ένα κομμάτι που μοιάζει χαμένο και παραδομένο στη λήθη της ιστορίας, τους Έλληνες της Ανατολίας και τους κρυφοχριστιανούς που συνέχισαν, μετά από τόσους διωγμούς και τόσες περιπέτειες, να ζουν στα βάθη της Μικράς Ασίας παραμένοντας Φύλακες της ελληνικής κληρονομιάς.»

Το βιβλίο εστιάζει στην πορεία της μεγάλης οικογένειας του Ερυθριάδη, της οποίας τρεις γενιές ταξίδεψαν από την Κρώμνη ως τη Βαγδάτη, στο δρόμο του μεταξιού με καραβάνια, από την Οδησσό ως τον Καύκασο και από κει στην Κωνσταντινούπολη και μέχρι την Αθήνα, έως το τέλος, όταν η αυλαία θα πέσει στην ερειπωμένη πολιτεία Σάντα του Πόντου. Άνθρωποι δυναμικοί και ατρόμητοι, θα πρωταγωνιστήσουν στα σημαντικά γεγονότα που θα σημαδέψουν το ταξίδι του ελληνισμού στον αιώνα: από τις μεταρρυθμίσεις τις γνωστές ως Τανζιμάτ και τα σχέδια των Φαναριωτών που θα φέρουν τη χρυσή εποχή για τη ρωμιοσύνη, μέχρι τον ξεριζωμό τους, που θα τους οδηγήσει στη Ρωσία της Οκτωβριανής Επανάστασης.

Το βιβλίο ξεχειλίζει από προσωπικές ιστορίες, βιώματα, μοιραίες συναντήσεις, ανατροπές, όνειρα και απογοητεύσεις, με λίγα λόγια ξεχειλίζει από ζωή.

Ακροβατώντας ανάμεσα στην ιστοριογραφία και τη μυθοπλασία, ο Πασχάλης Λαμπαρδής πραγματοποιεί έρευνα στα ιστορικά αρχεία, συνομιλεί με τους ερευνητές, μαθαίνει για τη ζωή των χριστιανών της Ανατολίας, ταξιδεύει αναζητώντας τα ίχνη τους στον Πόντο, στη Μαύρη Θάλασσα, στον Καύκασο και στη ρωσική γη, συναντά και συνομιλεί με τους ανθρώπους που άφησαν πίσω τους.

Ιδού όμως πώς μας αφηγείται την προσωπική του περιπέτεια με την οικογένεια Ερυθριάδη στον πρόλογο του βιβλίου ο συγγραφέας Πασχάλης Λαμπαρδής…

«Ένα λαϊκό ποίημα του 19ου αιώνα, άγνωστου ποιητή, αφιερωμένο στον Σουλεϊμάν αγά ή με το χριστιανικό όνομα Γεώργιο, ήταν το κίνητρο που με ώθησε να γράψω αυτό το βιβλίο. Τα τριάντα δύο στίχων ποίημα υμνεί τη ζωή του και μιλάει για τα κατορθώματά του. Περισώθηκε από τον Κρωμναίο Σπυρίδωνα Φουντόπουλο.

Γνώριζα για την πολυσχιδή ύπαρξη των κρυφοχριστιανών και για τη μυθιστορηματική ζωή τους. Κατά καιρούς, τους συναντούσα σε πολλά μέρη της Μικράς Ασίας. Ώσπου μια σειρά γεγονότων με έφερε αντιμέτωπο με το συναρπαστικό ζήτημα αυτής της ελληνικής κληρονομιάς, που μοιάζει να είναι χαμένη και παραδομένη στη λήθη της ιστορίας.

Το 2002 έγραψα τον «Ταξιδευτή του Βοσπόρου», αρχή μιας τριλογίας όπου αποσκοπώ να ολοκληρώσω το χώρο της Μικράς Ασίας που έχει πολλά να μας αποκαλύψει ακόμα και για την οικουμενικότητα του Ελληνισμού. Συνέχισα με το επόμενο βιβλίο. Είχα προχωρήσει αρκετά, όταν πήρα το χειρόγραφο – γιατί γράφω στο χέρι – και πήγα στην Κωνσταντινούπολη για έρευνα. Εκεί έπεσα θύμα κλοπής και ανάμεσα στ’ άλλα έχασα και το χειρόγραφο. Για καιρό αναρωτιόμουν με τι να καταπιαστώ εκ νέου. Το ίδιο δεν το ξανάγραφα, το πήρα σαν οιωνό να μη γραφτεί. Άρχισα ένα άλλο βιβλίο και οι αναζητήσεις μου με έφεραν σε ερευνητικά κέντρα και στην Ανατολία. Τότε έτυχε να γνωρίσω ένα καλοσυνάτο γέροντα, βαθιάς ηλικίας, με κατάλευκα μαλλιά και γένια, με καθάρια μάτια και σοφό λόγο – ήταν κισμέτ να συγκλίνουν οι δρόμοι μας; Ο ίδιος θέλησε να μείνει στην κρυφία, για λόγους προσωπικούς, και να μην αναφερθεί το όνομά του. Ήταν η πρώτη φορά που αισθάνθηκα ότι με επισκέφθηκε η Ιστορία, και το λέω αυτό με όλη τη σημασία των λέξεων γιατί καταγόταν από τη γενιά του Σουλεϊμάν αγά. Ανάμεσα στις φωτεινές διηγήσεις του, μου εκμυστηρεύτηκε την ύπαρξη ενός βιβλίου, που είχε γραφτεί κάποτε, για το βίο του Σουλεϊμάν αγά και των απογόνων του. Ανέλυε εν μέσω αυτών τη ζωή των κρυφοχριστιανών και το ιστορικό πλαίσιο εκείνων των χρόνων. Στη μαύρη εποχή των μεγάλων διώξεων και του πολέμου το βιβλίο χάθηκε και έμελλε να παραδοθεί με προφορικό λόγο, από όσα η μνήμη είχε καταγράψει, όπως παραδιδόταν παλιά η ιστορία μας.

Η υπόθεση με συνεπήρε με έλκυε ως ερωτική υπόσχεση, σαν να περίμενε εμένα να φανερωθεί. Διέκοψα στη μέση το βιβλίο που έγραφα και προσηλώθηκα στα νέα αποκαλυπτικά δεδομένα που εμφανίστηκαν μπροστά μου. Ανέτρεξα σε πηγές και, με τη βοήθεια του καθηγητή ιστορίας Κωνσταντίνου Φωτιάδη του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, που έχει κάνει την πιο εμπεριστατωμένη έρευνα για τους κρυφοχριστιανούς, ξεκίνησα να συναντήσω την πορεία των ηρώων του, αναζητώντας τα ίχνη τους στα μέρη και στους δρόμους τους – από την Ανατολία στο δρόμο του μεταξιού, στον Πόντο, στη Μαύρη Θάλασσα, στον Καύκασο, στη ρωσική γη και στους ανθρώπους που άφησαν πίσω τους.

Όσα αποκόμισα από την έρευνα και τις πληροφορίες που συνέλεξα διέγειραν τη φαντασία μου να ενταχθώ στην ατμόσφαιρα εκείνων των χρόνων και στη ζωή των ηρώων. Το κείμενο του βιβλίου αυτού είχε γραφτεί από δύο συγγραφείς, και επιδίωξα η γραφή μου να μοιάσει στο δικό τους ύφος, έχοντας πάντοτε ως γνώμονα την εντύπωση που θα σχημάτιζαν για το δικό μου γραπτό αποτέλεσμα. Προσπάθησα να πλησιάσω την αλήθεια στα συμβάντα των εποχών ή σε όσα θα μπορούσαν να έχουν γραφτεί στο χαμένο βιβλίο – εγχείρημα αρκετά επικίνδυνο ως προς τη δέσμευσή μου να αποδώσω το αυθεντικό βιβλίο. Και αν υποτεθεί πως με βλέπουν από ψηλά οι συγγραφείς αυτού του βιβλίου, ας με συγχωρέσουν αν τυχόν δε στάθηκα στο ύψος τους και θα χρησιμοποιήσω κι εγώ τους λόγους του Πανάρετου – ενός από τους συγγραφείς – , όπως αναφέρει σε άλλα του βιβλία, ότι «θα φανούν επιεικείς στην κρίση τους, αποβλέποντας στην πρόθεση».

Για το ίδιο το βιβλίο εμείς καθόλου δεν χρειάζεται όμως να αξιολογήσουμε μόνον την πρόθεση… «Οι φύλακες της Ανατολίας» είναι ούτως ή άλλως συναρπαστικοί…

Κείμενα – επιμέλεια Τ.Β.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.