Ξεφυλλιζοντας τη σιωπη
Εδώ και καιρό, έναν περίπου χρόνο ένα μικρό τετράχρωμο βιβλιαράκι μας συμπαραστέκεται, παίρνοντας μακριά την κατήφεια της ημέρας…
Τις ώρες του δειλινού τότε που όλα καταλαγιάζουν κι οι φωνές είναι περιττές…Τότε που αρχίζουν οι έσωθεν διάλογοι και ως συνήθως πρωταγωνιστούν εκείνος κι εκείνη…Με παρούσα μόνον εκείνη … Μέσω της γραφής της Αλκυόνης Παπαδάκη που ξεφυλλίζει και για τους δυο τους τόσο εύγλωττα τη σιωπή…
Σιωπή τόσο καίρια…Ομιλούσα…
[Εκείνη για εκείνη…]
Πού βρίσκομαι; Ρωτάς
Σε μια έρημο και περιφέρομαι άσκοπα.
Σε λίγο θα νυχτώσει και φοβάμαι.
Μου λείπει η σιγουριά της πάχνης στο τζάμι του δωματίου μου.
Μου λείπει το κόκκινο σάλι μου.
Οι πικροδάφνες στους μεγάλους δρόμους.
Οι μενεξέδες στα παρτέρια των πάρκων.
Μου λείπει η φλυαρία της ξεγνοιασιάς μου.
Ο ζεστός καφές παρέα με το φίλο μου.
Τα σοκολατάκια στην παλιά φοντανιέρα της μάνας μου.
Η μαρμελάδα από βατόμουρο.
Μου λείπει η τζανεριά στην άκρη του ακάλυπτου.
Το κλουβί με τα καναρίνια στο αντικρινό μπαλκόνι.
Η γάτα μου, η Μάργκω.
Τα χαρτιά και τα μολύβια μου
(κι ας μην κατάφεραν ποτέ να δώσουν άσυλο στην ψυχή μου).
Σε μια έρημο βρίσκομαι. Και σε παρακαλώ, μη με ρωτάς γιατί.
Ξέρεις πως είμαι ανίκανη να δίνω εξηγήσεις.
Όμως. Απ’ όλα περισσότερο, θέλεις να μάθεις τι μου λείπει;
Το παραμύθι.
Το παραμύθι πως μια μέρα θα βρίσκαμε μια όαση μαζί!
[Εκείνη για εκείνον…]
Δε λέω πως δεν έχεις δίκιο να πικραίνεσαι.
Γέμισε ο τόπος σαλτιμπάγκους, που ξεπουλούν
Στους πάγκους τους το μέλλον σου.
Γέμισε ο τόπος καταπατητές, που μεταμφιεσμένοι
σε σωτήρες ακολουθούν σαν τα σκυλιά τα βήματά σου.
Δε λέω πως δεν έχει δίκιο να μπλοκάρεις.
Σου σερβίρουν σε κονσέρβες αποφάσεις που δε διάλεξες.
Ψάχνουν μεθοδικά να σε απελάσουν από την ψυχή σου.
Να κρεμάσουν τα σχέδιά σου ανάποδα, σαν νυχτερίδες,
Στους πασσάλους που οριοθέτησαν τον ορίζοντά σου.
Δε λέω πως δεν έχεις δίκιο να φρικάρεις.
Όμως, κρατήσου. Μην αφεθείς.
Τα πέντε πράγματα που κρύβεις μέσα σου, υπεράσπισέ τα.
Κάτι θα γίνει. Δεν μπορεί.
Η ζωή ποτέ δεν περιφρόνησε τους εραστές της.
Και κάτι άλλο ίσως πιο ποιητικό.
Φύτεψε άνθη στις ρωγμές της πίκρας σου.
Κι ύστερα βρες ένα μικρούλι ξέφωτο και κάθισε
ν’ απολαύσεις το άρωμά τους.
Α! Κι αν θέλεις, μην ξεχάσεις πως υπάρχουν πάντα κάποιοι
που αξίζει να τους προσφέρεις ένα σου χρυσάνθεμο!
[Εκείνη προς εκείνον…]
Μήπως πρέπει… Μήπως… Μια γνώμη λέω.
Να βάλεις «φραγή» σε ορισμένα πρόσωπα που σε περικυκλώνουν
και ισχυρίζονται ότι αποτελούν το πλαίσιό σου;
Την κορνίζα σου, και καλά.
(Και τι κορνίζα Θε μου! Όλο χρυσόσκονη!)
μήπως πρέπει να απενεργοποιήσεις ορισμένα συναισθήματα,
που αποδείχτηκαν υπερβολικά και ανώφελα;
Η γενναιοδωρία, φίλε, έχει κάποια όρια. Κάποια στοπ.
Όταν τα ξεπεράσεις, ξέρεις πού οδηγείσαι;
Στο διασυρμό και στην αυτοκαταστροφή.
Έτσι είναι. Κι ας μη σ’ αρέσει να το δεις.
Αυτή πια η ανόητη προσαρμογή σου,
πως οι «άλλοι» κάποτε θ’ αλλάξουν.
Ξέχνα τη, να χαρείς.
Οι «άλλοι» την έχουν καταβρεί στην πουπουλένια σου πλατούλα.
Εσύ ν’ αλλάξεις ρότα. Τώρα. Αν μπορείς.
Αν δεν μπορείς, τουλάχιστον μη θορυβείς.
Έχεις ακούσει μήπως για τη μητέρα Τερέζα;
Καμία σχέση!
[Εκείνη για εκείνον…]
Πόσες φορές, αλήθεια, συναρμολόγησες τη διαμελισμένη σου
ψυχή; Σάμπως θυμάσαι;
Πόσες νύχτες τρύπησες, για να βρεις στο φως;
Πόση βροχή κατάπιες;
Πόσους ανέμους έκρυβες στην αγκαλιά σου;
Τώρα μου γράφεις… «Είμαι καλά, βρήκα μια θέση στη ζωή.
Μπορεί προσωρινά. Αλλά να ξέρεις, είναι θεωρείο!
Επιτέλους, μου χαρίστηκε ο Θεός».
Αμ, δε στη χάρισε ο Θεός τη θέση, μάτια μου.
Στην πούλησε. Και μάλιστα, πανάκριβα.
Ε! Τι κι αν δεν έχεις βρει ταυτότητα, όπως λες.
Αφού σε κάθε σταθμό –και καλά κάνεις- αλλάζεις τα στοιχεία σου.
Αφού συχνάζεις σε μια… Πώς να το πούμε… Ποιητική ασάφεια.
Πολύ ωραίο στέκι. Να ‘σαι καλά και να το χαίρεσαι.
Μην ακούς αυτούς που θέλουν να σε πείσουν
να βάλεις συρματόπλεγμα στο βλέμμα σου.
Πρόσεξες, μήπως το δέρμα τους; Λειψό και άγονο.
Κανένα φύλλο δεν έσταξε το δάκρυ του στα μάγουλά τους.
Πρόσεξες τα χείλη τους; Στεγνά. Ξεφλουδισμένα.
Καμιά κερασιά δεν ξέχασε ανάμεσά τους τον καρπό της.
[Εκείνη για εκείνη…]
Θέλω λοιπόν να σου εμπιστευθώ
κάποιες πολύ σπουδαίες απορίες μου.
Πώς κρύφτηκε όλο το πέλαγος στα μάτια σου.
Πόσοι ανεμόμυλοι λυμαίνονται την ψυχή μου.
Γιατί απ’ όπου κι αν ξεκίνησε, έφτανα πάντα σε μια απουσία.
Πώς κάρφωσες τον ήλιο στην παλάμη σου.
Πώς ζούνε τόσα χρόνια οι Ευκάλυπτοι μέσα στη θλίψη τους.
Γιατί γλιστράει πάντα η άνοιξη μόλις πάτησε στο κατώφλι μου.
Πώς χωράει, αλήθεια, τόσος Θεός σ’ ένα μικρό κόκκινο ρόδι.
«Αυτός ο κόσμος, ο κερατάς, μου ‘λεγε μια φορά
η φίλη μου, λες κι είναι καμωμένος μόνο γι’ αυτούς
που ξέρουν να καταπατούν. Γι’ αυτούς που στήνουν ταμπέλες.
Που κάνουν περιφράξεις και βάζουν μέσα άγρια σκυλιά για φύλακες.
Αυτός ο κόσμος, ο κερατωμένος κερατάς,
λες κι είναι καμωμένος τελικά για ψυχές από μαντέμι».
Είχε δίκιο. Οι… από φίλντιτσι, που βρίσκουνε παρηγοριά;
Δε μου είπε.
[Εκείνη για εκείνη…]
Όσες φορές νόμισα, -και το νόμισα πάμπολλες-
πως θα μεταμορφώσω κάποιο βάτραχο σε κύκνο,
ήρθε η πραγματικότητα, με μια βρεγμένη σανίδα
και μ’ άλλαξε τα φώτα.
Καλέ… Πειράζει που το νομίζω ακόμα;
Κάποιοι δεν είδαμε ποτέ καθαρά
το τοπίο που θα επιθυμούσαμε να ριζώσουμε.
Ξέρουμε όμως πως υπάρχει. Και τ’ ονειρευόμαστε.
Ωστόσο, ζούμε σαν νομάδες.
Με τ’ όνειρο πάντα μιας ακαθόριστης επιστροφής.
[Εκείνη για εκείνον…]
Επειδή κατάφερες να κρύβεσαι καλά μέσα στη σκιά σου,
νόμιζες ότι ξέφυγες από το βλέμμα μας;
Επειδή έβαλες φτερά αγγέλων στις αμαρτίες σου,
νόμισες πως κέρδισες τη σωτηρία της ψυχής σου;
Αλήθεια, δε φοβάσαι εμάς τα κωλόπαιδα, τους χάκερς,
μήπως κάποια στιγμή σπάσουμε τους κωδικούς της υποκρισίας σου;
Ξέρεις τι σκέφτομαι; Φαντάσου, λέει, να μπορούσες,
σ’ όλους αυτούς που δηλητηριάζουν τη ζωή σου,
να τους κολλούσες μια ταμπέλα στη ράχη, όπως αυτή που έχουν κολλήσει στα τσιγάρα.
«Το άτομο αυτό βλάπτει σοβαρά εσάς και τους γύρω σας!»
γέλια που θα κάναμε! Αυτή κι αν ήταν προειδοποίηση!
[Εκείνη για εκείνον…]
Αφού δε σ’ άφησαν ν’ ανακαλύψεις τον κόσμο, ως παιδί.
Σε στόλισαν στο σαλόνι σαν λουλούδι εσωτερικού χώρου.
Σαν κατοικίδιο ράτσας, που η θέση του ήταν μόνο στον καναπέ.
Αφού δε σ’ άφησαν να γραζουνιστείς. Να φοβηθείς.
Να πληγωθείς. Να διεκδικήσεις. Να χάσεις και να κερδίσεις.
Αφού δε σ’ άφησαν, με δύο λόγια, να ξύσεις τα νύχια σου
στα βράχια της ζωής.
Τι άλλο περίμενε κανείς να γίνεις.
Ένας χοντρομαλάκας, με λοφίο!
[Εκείνη για εκείνον…]
Πάτα τον άλλον. Αφού πήρες φόρα, δε σταματάς με τίποτα εσύ.
Έτσι σε δίδαξαν. Μπορεί και να μην είναι όλο το φταίξιμο δικό σου.
Πάτα τον άλλον, παλίκαρά μου εσύ! Πρωταθλητή μου!
Αλλά δε γίνεται, ρε μεγάλε, να βγάλεις τουλάχιστον τις αρβύλες;
Είσαι για ένα ταξίδι, στ’ ανοιχτά;
Είσαι για ένα ρίσκο;
Θέλω να μου υποσχεθείς πως δε θα πάρεις μετεωρολογικό δελτίο.
Πως δε θα ‘χεις μαζί σου προμήθειες κι αποσκευές.
Πως δε θα γεμίσεις το πλεούμενο με σωσίβια.
Θα δέσουμε την άγκυρά μας στα φτερά των γλάρων.
Και θα ορίσουμε τιμονιέρη μας το πιο τρυφερό δελφίνι.
Θα σου χαρίσω όλο το γαλάζιο του πελάγου.
Όλο το χρυσάφι του ήλιου.
Όλο το ροζ του δειλινού.
[Εκείνη για εκείνον…]
Μου ‘λεγες:
«Ό,τι κι αν κάνουμε στη ζωή μας, χρειαζόμαστε υποστηρικτές.
Αβανταδόρους.
Σ’ όλες τις φάσεις της ζωής μας. Δε γίνεται αλλιώς.
Χρειαζόμαστε οπαδούς φανατισμένους. Πορωμένους.
Να κάθονται στις κερκίδες και να ουρλιάζουν.
Έτσι έχει γούστο το παιχνίδι.
Να λάμπουνε τα χρώματα της «φανέλας κάτω από το
φως των βεγγαλικών! Για ένα κύπελλο ρε ζούμε.
Τι άλλο θέλεις να σου πω».
Τι θα καταλάβαινες αν σου απαντούσα πως εγώ παίζω
μέχρι τελικής, σ’ ένα παιχνίδι που το μόνο που ξέρω
είναι πως οι διαιτητές είναι πουλημένοι.
Πως η φανέλα μου έχει ξεθωριάσει και μόνο να
ονειρευτώ μπορώ τα χρώματά της.
Τι θα καταλάβαινες αν σου απαντούσα
πως εγώ δεν παίζω ποτέ γι’ αυτούς που έχουν εισιτήριο.
Για τους απ’ έξω παίζω. Τους περαστικούς.
Τόση προπόνηση για ένα παιχνίδι χαμένο από χέρι,
πώς θα μπορούσες να το διανοηθείς;
Θα μπορούσε;
Κείμενα- Επιμέλεια: Τ.Β.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
