Τα τραγουδια των μεταναστων

Στο νέο τεύχος του περιοδικού «η λέξη» παρέχει το λόγο σήμερα η στήλη για να φιλοξενήσει τις απόψεις του συντοπίτη μας συγγραφέα για τα τραγούδια των μεταναστών που γράφτηκαν βέβαια από τους μέσα δημιουργούς. Ένα κείμενο με υποδόριο χιούμορ – καταλυτικό στοιχείο στη γραφή του Χαρτοματσίδη – που ισοφαρίζει την πίκρα κι επιτρέπει με καθαρότητα να μας ανοίγει νέες προοπτικές πλουτίζοντάς μας με συναισθήματα κατανόησης για ζητήματα, όπως η μετανάστευση κι η ξενητειά, που οι περισσότεροι εξ ημών θεωρητικά τα έχουν μόνον ζήσει…

Ένα εξαιρετικό πολιτικό κείμενο που θεραπεύει από τις φοβίες μας και τον οικείο, εθνικό ρατσισμό μας για τις καινούριες γενιές μεταναστών που ευτυχώς για όλους … της ελληνικής γλώσσης μετέχουν … [ Αν τους έπαιρνε, ας έκαναν, στην πολυδιαφημιζόμενη παγκοσμιοποιημένη κοινωνία, διαφορετικά…]

Χρήστος Χαρτοματσίδης όμως…

Σαν ασπρόμαυρες σκηνές του παλιού ελληνικού κινηματογράφου έχουν αποτυπωθεί μέσα μας οι εικόνες που πηγάζουν από τα τραγούδια για τους μετανάστες. Μιλάμε για τους Έλληνες μετανάστες βέβαια, της δεκαετίας του ’60, και τη ζωή τους, έτσι όπως την περιγράφουν τα τραγούδια του Καζαντζίδη, του Γιάννη Μαρκόπουλου με την εντυπωσιακή βαθιά φωνή του Λάκη Χαλκιά, μέχρι και το «Φεύγει το τραίνο σαν χελιδόνι» του Κηλαηδόνη. Στο νου μας έρχεται πάντα κάποια μεγαλούπολη του ευρωπαϊκού βορρά, όπου πέφτει χιονόνερο, κι ο δικός μας μόνο με το σακάκι, αξύριστος, να τριγυρνάει από δω κι από κει ψάχνοντας όχι τόσο δουλειά, παρά μια ανθρώπινη κουβέντα. Πρόκειται για τραγούδια, που γράφτηκαν για τους μετανάστες κι όχι από τους ίδιους τους μετανάστες. Η πραγματικότητα που παρουσιάζεται είναι όπως την βλέπει ο Έλληνας μη μετανάστης δημιουργός, πιθανόν όπως την έχει ακούσει από τις αφηγήσεις γνωστών και φίλων. Σίγουρα έχει πιάσει τα συναισθήματα «αυτών που μένουν» και πειραματίζεται με θάρρος στις εικόνες και στα συναισθήματα «αυτών που φεύγουν», καταφέρνοντας πολλές φορές να τα αποδώσει σωστά.

Στην εποχή μας οι περισσότεροι Έλληνες μετανάστες έχουν επιστρέψει στην πατρίδα. Τώρα η χώρα μας δέχεται μετανάστες. Αναμφίβολα, αυτή η μεγάλη κίνηση ανθρώπων θα βρει τη θέση της στο σύγχρονο φολκλόρ και λογοτεχνία, τόσο των λαών που στέλνουν τα δικά τους παιδιά στην ξενιτιά, όσο και στους τόπους που τους φιλοξενούν. Θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον αν θα μπορούσαμε να δούμε μέσα από τα μάτια των δημιουργών τους την εικόνα που θα δώσουν για την χώρα μας και τους ανθρώπους της. Φαντάζομαι πρώτα-πρώτα θα γίνεται αναφορά στο εργασιακό τοπίο. Δεν αναφέρομαι στις φυσικές ομορφιές, αυτές που προσελκύουν τους τουρίστες. Η χώρα μας ξεχωρίζει για την ιδιαιτερότητα της φύσης της, που είναι αρκετά διαφορετική, μα και εντυπωσιακή για τους πιο βόρειους λαούς. Οι πορτοκαλεώνες με το πυκνό πράσινο φύλλωμά τους και τα πορτοκάλια να προβάλλουν ανάμεσα, είναι εικόνα που δεν μπορεί να αφήσει αδιάφορο κανέναν, πόσο μάλλον ανθρώπους που την αντικρίζουν για πρώτη φορά και συνειδητοποιούν πώς εκεί πρόκειται να βγάλουν το μεροκάματό τους. Το ίδιο ισχύει και για τους ελαιώνες. Στα ελαιοτριβεία, πάλι, δημιουργείται, μια ξεχωριστή ατμόσφαιρα. Κάτω από τις λάμπες νέον, μέσα στην ελαφρά ομίχλη, από τις αναθυμιάσεις των μηχανών, ρέει το λάδι. Είναι πηχτό και θολό και η μεθυστική μυρωδιά του σκορπάει παντού. Είναι εκείνες οι μελαγχολικές βραδιές του Νοεμβρίου, με τα πρώτα κρύα και την ψιλή βροχή, όπου οι μοναχικοί άνθρωποι, όπως είναι οι μετανάστες, νιώθουν πιο δυνατό τον πόνο της ξενιτιάς.

Οπωσδήποτε στα καινούργια τραγούδια θα γίνεται αναφορά και στα μεγάλα έργα, στην ολοκλήρωση των οποίων συμμετείχαν και πολλοί μετανάστες. Σίγουρα θα βλέπανε από τις σκαλωσιές και τον φωτεινό πίνακα, με την αντίστροφη μέτρηση μέχρι την έναρξη των αγώνων. Γι’ αυτούς θα σήμαινε όμως, πως λιγοστεύουν τα σίγουρα μεροκάματα. Ο καύσωνας του καλοκαιριού θα επικρατεί σ’ αυτές τις εικόνες. Με την ανυπόφορη ζέστη, τα ατέλειωτα μποτιλιαρίσματα στις λεωφόρους και τον μαύρο στη μεσαία γραμμή να πουλάει φιάλες νερό, ή σακούλες με μπανάνες.

Οι εργασιακές σχέσεις θα ήταν το άλλο μεγάλο θέμα αυτού του φολκλόρ. Το αφεντικό που δεν πληρώνει, οι επιχειρήσεις «σκούπα», το κρυφτούλι με την αστυνομία και οι ουρές για την πράσινη κάρτα, δεν θα μπορούν να λείψουν, στολισμένες με τις όποιες υπερβολές, που έχουν για σκοπό όχι τόσο να διαστρεβλώσουν την πραγματικότητα, όσο να εντείνουν το συναίσθημα. Είπαμε, οι ίδιοι οι μετανάστες σπανίως γράφουν μόνοι τους τα τραγούδια για την ξενιτιά. Συνήθως αυτή την δουλειά αναλαμβάνουν οι «επαγγελματίες» του χώρου, που σαν τους αρχαίους αοιδούς βρίσκονται φιλοξενούμενοι στις μελαγχολικές συνεστιάσεις των μεταναστών.

Άλλο ένα θέμα είναι οι οικογένειες και η προσωπική ζωή. Οι δικοί μας μετανάστες αφήνανε τα παιδιά τους στην Ελλάδα, όπου τα μεγαλώνανε οι γιαγιάδες. Οι σύγχρονοι μετανάστες, ειδικά όταν νομιμοποιηθούν, φέρνουν τα παιδιά τους εδώ, αν και σίγουρα αντιμετωπίζουν προβλήματα μη αποδοχής και αδικαιολόγητου ρατσισμού, αυτά τα παιδιά μεγαλώνουν αφομοιώνοντας την ελληνική κουλτούρα. Ξέρουν και ομιλούν καλύτερα την ελληνική γλώσσα, παρά την μητρική τους. Σκέφτονται στα ελληνικά. Όσο και να μην το αναγνωρίζουν, αποκτούν ελληνική νοοτροπία και στο μέλλον θα τους είναι ιδιαίτερα δύσκολο να προσαρμοστούν πίσω, στις ιδιαίτερες πατρίδες τους. Στις χώρες τους θα νιώθουν ξένοι. Ουσιαστικά γίνονται Έλληνες, κι αυτό καθιστά ακόμη πιο άδικη τη ρατσιστική τους απόρριψη. Ίσως αυτά τα παιδιά θα γράψουν στο μέλλον το πραγματικό μεταναστευτικό φολκλόρ και λογοτεχνία. Τα γραπτά τους θα είναι στα ελληνικά και, το βασικότερο, ανεξάρτητα από τις πικρές αλήθειες στη ρεαλιστική τους αφήγηση, κατά βάθος θα υπάρχει η αγάπη για την Ελλάδα.

Κείμενα – Επιμέλεια: Τ.Β.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.