«Το εντεχνο τραγουδι καλα κρατει»
Ξεκίνησε από την Κομοτηνή στις αρχές της δεκαετίας του 80 και πήρε το τραίνο για το σταθμό Λαρίσης, ξεκινώντας όπως λέει και ο ίδιος «το δικό του παραμύθι». Νεαρός βρέθηκε στην Αθήνα και παρά τις δυσκολίες που συνάντησε κατόρθωσε να επιβάλλει την παρουσία του σε ένα πολύ δύσκολο τομέα, αυτόν του έντεχνου τραγουδιού. Συνεργάστηκε με γνωστά ονόματα του χώρου, όπως τον Νταλάρα, τον Δαβαράκη, τον Θαλασσινό με τον οποίο συνεχίζει να συνεργάζεται και φέτος στη μπουάτ «Zoom», συνεχίζοντας έτσι την πορεία του και το παραμύθι του.
Είναι ο μουσικοσυνθέτης Σάκης Βαριεμτζίδης, Σάκης ο Κομοτηναίος, όπως τον αποκαλούν όλοι. Σήμερα μιλά στον ΠτΘ για το δικό του ταξίδι στη μουσική, αλλά και γενικότερα για τη θέση του σήμερα.
ΠτΘ: Ξεκινώντας κ. Βαριεμτζίδη θα ήθελα να μιλήσουμε για τη διαδρομή σας. Πώς ξεκίνησε η ενασχόλησή σας γενικότερα με τη μουσική;
Σ.Β.: Ξεκίνησα τις σπουδές μου στο Θρακικό Ωδείο στην Κομοτηνή και όταν τελείωσα πήρα το τραίνο για το σταθμό Λαρίσης. Ξεκίνησα κάτι σαν παραμύθι, το δικό μου παραμύθι…
Στην Αθήνα συνέχισα τις σπουδές, πήρα τα πρώτα πτυχία ωδικής, πιάνου, αρμονίας, αντίστιξης, φούγκα, σύνθεσης και σιγά-σιγά, δειλά-δειλά μέσα απ’ όλα αυτά άρχισα να γράφω και τα δικά μου τραγούδια, τις δικές μου μουσικές.
Η πρώτη συνεργασία και στην ουσία το πρώτο μου ξεκίνημα, έγινε το 1996 με το δίσκο, «Στην εποχή των λύκων», με ερμηνευτή το Φάνη Μεζίνη σε στίχους Φίλιππου Γράψα, Χρήστου Θεσσαλονικέα με σολίστες το Βασίλη Σαλέα και 25 μουσικούς, μια μεγάλη παραγωγή. Ήταν το πρώτο ξεκίνημα. Αργότερα έκανα πολλές συμμετοχές, όπως το ’99 «Στους Ακροβάτες του Αιώνα». Το 2001 ήταν η χρονιά μου δισκογραφικά, γιατί συμμετείχα σ’ ένα CD σε διεύθυνση παραγωγής Νίκου Αντύπα, στίχους Άρη Δαβαράκη, «Σαν παλιό σινεμά» με ερμηνεύτρια τη Μέλη Βαβάση. Η ηχογράφηση, έγινε στο ηχογραφικό κέντρο Μεγάρου Μουσικής. Την ίδια χρονιά κάνω το πρώτο ολοκληρωμένο άλμπουμ, «Τραγουδάκι μου» με την Ερωφύλλη σε στίχους Λάζαρου Παριανού, παραγωγή του Κώστα Χατζηδουλή, όπως επίσης συνεργάζομαι και με το Γιώργο Νταλάρα, σ’ ένα δίσκο με τίτλο «Ασεβή τροπάρια», παραγωγή του Κώστα Χατζηδουλή.
ΠτΘ: Πώς προέκυψε η συνεργασία με τον Παντελή Θαλασσινό;
Σ.Β.:Εδώ και 2,5 χρόνια περίπου συνεργάζομαι με το «Τρίφωνο», φωνητικό σχήμα, στο οποίο συμμετέχουν τρεις τραγουδιστές, ο Νίκος Κουρουπάκης, η Ερωφίλη και ο Δημήτρης Υφαντής. Με αυτούς και με μια ορχήστρα στα μέτρα μας περιοδεύσαμε σε όλη την Ελλάδα, παίξαμε σε πανέμορφα θέατρα, -όπως η πρώτη Βουλή των Ελλήνων στο Ναύπλιο, μια συγκινητική παράσταση,- και σε μια από αυτές τις παραστάσεις συναντηθήκαμε με τον Παντελή Θαλασσινό, που μας αγκάλιασε με τις φτερούγες του και ταξιδεύουμε μαζί μέχρι και σήμερα.
ΠτΘ: Αυτό τον καιρό βρίσκεστε μαζί του στο «Zoom», στη μπουάτ της Πλάκας που την εποχή του ‘60 άνοιξε το δρόμο στο έντεχνο λαϊκό τραγούδι. Εξακολουθεί και σήμερα να έχει την ίδια ατμόσφαιρα;
Σ.Β.: Δεν ξέρω αν είναι ακριβώς η ίδια ατμόσφαιρα πάντως θεωρώ ότι στις βάσεις έχει κάτι από εκείνο τον καιρό. Μπαίνοντας εξάλλου μέσα οι φωτογραφίες τα λένε όλα, δηλαδή Χατζηδάκις, Μαρκόπουλος, Σαββόπουλος, Νταλάρας, Αλεξίου, όλοι όσοι έχουν περάσει από αυτό το χώρο.
Σήμερα στο «Zoom», εμφανίζεται ο Παντελής Θαλασσινός και το «Τρίφωνο». Εγώ έχω την επιμέλεια της Ορχήστρας, την οποία αποτελούν δέκα μουσικοί.
ΠτΘ:κ. Βαριεμτζίδη ασχολείστε με το έντεχνο τραγούδι. Ποια είναι η άποψή σας γενικότερα για το ελληνικό τραγούδι σήμερα;
Σ.Β.:Νομίζω ότι, όπως σε όλα τα πράγματα υπάρχει το καλό και το κακό, το ίδιο ισχύει και για το τραγούδι. Υπάρχει η καλή πλευρά και η κάπως πιο εύκολη, η πιο χαλαρή, την οποία όμως κάποιος που έχει σπουδάσει, έχει γνωρίσει και έχει μυηθεί στη μουσική την αποφεύγει. Για μένα βάση υπήρξε η καταγωγή, η παράδοση, οι ρίζες σε συνδυασμό με τη μόρφωση και τη γνώση από τα ωδεία. Όλα αυτά συνδυασμένα σε εκτοξεύουν να φτάσεις κάπου.
ΠτΘ: Ποια είναι η θέση του έντεχνου σήμερα;
Σ.Β.:Νομίζω ότι κρατά καλά γιατί σίγουρα υπάρχει κοινό και γι’ αυτό κάνουμε και αυτή τη συζήτηση σήμερα. Κάποιοι και σήμερα νομίζω ότι ενδιαφέρονται για το λόγο, για την ποίηση.
ΠτΘ:Κάποιοι κ. Βαριεμτζίδη δεν δέχονται τον όρο έντεχνο, υποστηρίζοντας ότι και το λαϊκό και το παραδοσιακό είναι εξίσου έντεχνο…
Σ.Β.: Συμφωνώ με αυτό, δηλαδή ένα καλό ρεμπέτικο γιατί να μην είναι έντεχνο, γιατί να μην έχει την τέχνη του, είτε ένα λαϊκό είτε ένα παραδοσιακό τραγούδι. Νομίζω γενικά σε όλους τους χώρους υπάρχουν καλά και έντεχνα τραγούδια.
ΠτΘ: Η νεολαία γνωρίζει το έντεχνο τραγούδι;
Σ.Β.:Ναι, το γνωρίζει. Θεωρώ ότι αυτό έχει να κάνει με την παιδεία του καθενός, με τα ερεθίσματα που δέχεται από το σπίτι του, με το τι ακούει με το τι «μασάει». Η τηλεόραση κάνει κακό, όπως και τα ραδιόφωνα τα στιγματισμένα, γενικότερα όμως αρκετοί είναι οι νέοι οι οποίοι ακούνε έντεχνη μουσική. Και το λέω αυτό γιατί έρχομαι σε επαφή μαζί τους, διδάσκω μουσική σε μαθητές, και το νοιώθω έντονα. Ο καθένας από μας λοιπόν βάζει κι ένα λιθαράκι και εγώ επειδή είμαι εκπαιδευτικός μιλάω στα παιδιά, τους δείχνω τουλάχιστον το δρόμο του καλού τραγουδιού.
ΠτΘ:Πρέπει όμως να παραδεχθούμε ότι προβάλλεται περισσότερο το εμπορικό παρά το ποιοτικό τραγούδι…
Σ. Β: Αυτό ίσως είναι αδικία αλλά νομίζω ότι αυτό όσο φορτώνει –φορτώνει σε κάποια στιγμή θα σκάσει και θα επανέλθουμε πάλι στα πιο κανονικά πράγματα.
ΠτΘ:Οι δισκογραφικές εταιρείες στηρίζουν την έντεχνη μουσική και γενικότερα το έντεχνο τραγούδι;
Σ.Β.:Νομίζω όχι όσο θα έπρεπε. Τους ενδιαφέρει το εύκολο και γρήγορο κέρδος και γι’ αυτό το λόγο βγάζουν ένα δισκάκι για τέσσερις μήνες και μετά πάνε σε άλλο. Δεν τις ενδιαφέρει η διαχρονικότητα, να μείνει ένα τραγούδι, όπως για παράδειγμα το «Σαν παλιό σινεμά», να ακούγεται με την πάροδο του καιρού. Δεν τους ενδιαφέρει, και γι’ αυτό πέφτουν γενικά στη λούμπα του εύκολου και γρήγορου τραγουδιού.
ΠτΘ:Σήμερα σε μία ισχνή μουσικά εποχή το έντεχνο τραγούδι θα μπορούσε να προσφέρει κάτι καινούργιο;
Σ.Β.: Θεωρώ ότι υπάρχουν πολλοί σημαντικοί άνθρωποι που ασχολούνται και γράφουν έντεχνο τραγούδι, που είναι και μια χημεία γενικά και του στίχου και της μουσικής, τα οποία δύο πρέπει να παντρεύονται κάπως.
Το έντεχνο τραγούδι μπορεί να λάμψει κάποια στιγμή, αλλά θέλει το χρόνο του.
ΠτΘ: κ. Βαριεμτζίδη, τι σας εμπνέει για να γράψετε μουσική;
Σ.Β.: Είναι συναισθηματικό το θέμα, νομίζω η ίδια η ζωή και το πώς είσαι καθημερινά, πως σου βγαίνει δηλαδή. Θα έλεγα ότι η καθημερινότητα είναι αυτή που με αγγίζει αλλά πάνω απ’ όλα το συναίσθημα, πότε είσαι στις κλειστές σου, πότε είσαι κάπως πιο χαρούμενες, και όλα αυτά περνάνε μέσα σ’ ένα πεντάγραμμο με δύο νότες. Όπως επίσης με εμπνέουν οι παρέες, οι φίλοι, το σπίτι, όλα.
ΠτΘ: Έχετε συνθέσει πολλά τραγούδια;
Σ.Β.:Είναι περισσότερα από 25, τα οποία έχουν βγει στη δισκογραφία. Βέβαια, στο συρτάρι μπορεί να έχω άλλα 200, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είμαι πολύ παραγωγικός. Κάθομαι ασχολούμαι, γράφω μία μουσική, τη σβήνω, την ξαναλλάζω, θέλω να είναι στα μέτρα μου.
ΠτΘ:Και τα μελλοντικά σας σχέδια;
Σ.Β.:Προς το παρόν συνεχίζεται η συνεργασία με τον Παντελή Θαλασσινό, και το «Τρίφωνο». Συνθέτω όμως και άλλα τραγούδια, βρίσκομαι συνέχεια στο στούντιο. Αυτή τη στιγμή γράφω τραγούδια για το Μιχάλη Δημητριάδη και συγκεκριμένα για το δίσκο «Αύριο-μεθαύριο», στο μέλλον θα προκύψει κάτι με τον Παντελή Θαλασσινό, παραστάσεις σε όλη την Ελλάδα, το καλοκαίρι συναυλίες.
ΠτΘ:Η συνεργασία σας με τον Παντελή Θαλασσινό τι σας έχει αφήσει;
Σ.Β.:Είναι δεύτερη χρονιά φέτος που συνεργαζόμαστε και όπως σας είπα έχουμε ταξιδέψει σε όλη την Ελλάδα, από το «Μύλο» στη Θεσσαλονίκη, «Στο σταυρό του Νότου» στην Αθήνα, «Δίπλα στο ποτάμι», παντού έχουμε πάει. Είναι ένας σπουδαίος καλλιτέχνης κα συνάμα σπουδαίος άνθρωπος. Αυτό που γίνεται πάνω στη σκηνή δεν είναι τίποτα μπροστά σ’ αυτό που γίνεται πίσω στα καμαρίνια, είναι γλέντι, ένα γλέντι διαρκείας. Είναι ένας αξιόλογος και συνθέτης και τραγουδοποιός.
ΠτΘ: Αν και νέος κ. Βαριεμτζίδη έχετε συνεργασθεί με σημαντικούς καλλιτέχνες. Αισθάνεστε τυχερός;
Σ.Β: Είναι η διαδρομή του παραμυθιού που λέγαμε στην αρχή, γιατί δε έγιναν αυτά από τη μια μέρα στην άλλη, ήθελαν χρόνο. Δεν έφτασα το 1983 στο σταθμό Λαρίσης και χαιρέτησα το Νταλάρα. Ήθελε χρόνο αλλά και πολύ δουλειά, και γνώση, και μόρφωση.
ΠτΘ: Θα πρέπει να συναντήσατε πολλές δυσκολίες. Ξεκινήσατε νεαρό παιδί από μία επαρχιακή πόλη και φθάσατε στην Αθήνα…
Σ.Β. Ενα παιδάκι το οποίο ξεκινάει 16-17 χρονών το ’82-’83 να βρεθεί σε μια μεγάλη πόλη, πρώτα απ’ όλα έχει να αντιμετωπίσει τον τρόπο της ζωής και την εξέλιξή της. Σαφώς δυσκολίες συνάντησα περισσότερο όταν μπήκα στο δισκογραφικό χώρο καταθέτοντας την δική μου πρόταση. Οι σπουδές σε οδηγούν κάπου, δε σ’ αφήνουν και πολύ ελεύθερο. Όταν παίρνεις μια κιθάρα και γράφεις τραγούδια αισθάνεσαι μια χαρά, μπαίνεις σε φόρμες, σε φούγκα, σε αντίστιξη, γνωρίζεις τι έγραφαν τότε για παράδειγμα ο Μπαχ… Μετά όμως έχεις να αντιμετωπίσεις αρκετό κόσμο ο οποίος αναρωτιέται τι είναι αυτό, τι φόρμα είναι, είναι τραγούδι, πού είναι η αρχή του, πού είναι το τέλος του και εκεί πράγματι συναντάς δυσκολίες για να επιβληθείς.
ΠτΘ: Υπήρξαν κάποιοι που σας στήριξαν στην πορεία σας;
Σ.Β.:Ναι, αρκετοί, μεταξύ των οποίων ο παραγωγός μου ο Κώστας Χατζηδουλής, ο οποίος έχει όλο το μουσικό αρχείο του Χατζηδάκι και του Τσιτσάνη, και γενικότερα όλων των σπουδαίων μουσικών και τραγουδιστών.
ΠτΘ:Τέλος κ. Βαριεμτζίδη, την πατρίδα σας, την Κομοτηνή, την επισκέπτεστε συχνά;
Σ.Β.:Τώρα μόνο καλοκαίρια. Παλιότερα ήμουνα εκεί τις απόκριες, το Πάσχα, τα Χριστούγεννα, το καλοκαίρι. Αισθάνομαι όμως και είμαι Κομοτηναίος. Αυτό λένε και οι συνάδελφοί μου όπου και αν βρεθώ είτε τηλεόραση είτε ραδιόφωνο, ο Σάκης ο Κομοτηναίος. Πάντα το Κομοτηναίος συνοδεύει το Σάκης.
ΠτΘ: κ. Βαριεμτζίδη σας ευχαριστούμε πολύ.
Σ.Β. Κι εγώ σας ευχαριστώ.
Α.Π.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
