Σιλας Σεραφειμ και Αντωνης Ρουπγιδης σε μια ραδιοφωνικη «αυτοψυχαναλυση»
«Geyser» were created by Uli Chris in 1987. Και το ταξίδι ξεκινά. Παράλληλοι κύκλοι, ζωές ανθρώπων που απομακρύνθηκαν χωροταξικά αλλά δεν ξέχασαν ο ένας τον άλλον. Τουναντίον κράτησαν επαφή. Η συνέντευξη που έγινε την Πέμπτη στο στούντιο του ΠτΘ δεν ξεκίνησε με συγκεκριμένο θέμα γιατί έτσι το είχαμε υποσχεθεί. Ο ψυχολόγος Αντώνης Ρουπγίδης συνάντησε τον ηθοποιό Σίλα Σεραφείμ και οι δυο μαζί τους γνώριμους στίχους του Οδυσσέα Χριστοδούλου, ή άλλως στιχουργό των «Geyser», που σημαίνει θερμοπίδακας. Οι λέξεις είναι τόσο ελεύθερες όσο το επιτρέπει η κουβέντα, όσο και οι άνθρωποι είναι ο εαυτός τους αν το επιτρέψουν οι συνθήκες. Ακολουθούν κάποια αποσπάσματα και προβληματισμοί.
Οι συμμαθητές
Μ.Α.: Ήσασταν συμμαθητές;
Σ.Σ.: Πώς είναι δυνατόν να ήμασταν συμμαθητές; Ο ένας είναι 157 χρονών.
Μ.Α.: Θυμόσαστε κάποια ονόματα εκείνης της εποχής;
Σ.Σ.: Ο Κολοκοτρώνης, ο Αριστοτέλης, ο Σόλωνας…
Α.Ρ.: Ο Αθανάσιος Διάκος.
Μ.Α.: Αν και είμαι μικρότερη, αρκετά χρόνια, συμμετείχα…
Σ.Σ.: Εσύ έκανες ρεπορτάζ, όχι παρέα. Ερχόταν να μάθει τι λέγαμε για να το μεταδώσει στους υπόλοιπους.
Α.Ρ.: Ήταν μια αναγνωρισμένη δημοσιογράφος.
Σ.Σ.: Αναγνωρισμένη, ναι. Δημοσιογράφος… Αυτή που πήγαινε και τα έλεγε…
Μ.Α.: Εννοείς την εικόνα με την κουκούλα, ε, μια φορά έγινε στις Αποκριές.
Ακολουθεί μια συζήτηση για «καρφώματα» και δημοσιογράφους και περνάμε στην ψυχανάλυση και στην προοπτική μιας ομαδικής ψυχοθεραπείας. Ο Σίλας αναζητά τους λόγους που ώθησαν τον Αντώνη να γίνει ψυχολόγος.
Σ.Σ.: Ισχύει ότι ένα μεγάλο ποσοστό ψυχολόγων γίνονται ψυχολόγοι γιατί έχουν κάποιο πρόβλημα, από ό,τι διάβασα.
Α.Ρ.: Ψιλοπροβληματάκι έχει ο καθένας. Με βάσει το σκεπτικό ότι οι ψυχολόγοι έχουν προβλήματα γιατί έρχεται ο κόσμος;
Σ.Σ.: Δεν ξέρουν, δε ρωτάνε…
Μουσικά
Η συζήτηση επιστρέφει στη μουσική και σ’ ένα σχήμα των εφηβικών χρόνων όπου μεταξύ άλλων συμμετείχαν ο Αντώνης Ρουπγίδης και ο Οδυσσέας Χριστοδούλου.
Α.Ρ.: Κάποια στιγμή, παιδιά ήμασταν τότε, μάς μπήκε η ιδέα να κάνουμε ένα συγκρότημα.
Σ.Σ.: Και οι Rolling Stones έτσι ξεκίνησαν. Μικρά παιδιά και δες που έφτασαν.
Μ.Α.: Ναι, αλλά τούς βγήκε η γλώσσα.
Α.Ρ.: Δε θέλαμε να γίνουμε Rolling Stones, αλλά να κάνουμε το χαβαλέ μας. Είχαμε ένα μικρό αλλά πάρα πολύ ενθουσιώδες κοινό.
Σ.Σ: Να φανταστείς, το κοινό ήμασταν πιο λίγοι από το συγκρότημα.
Α.Ρ.: Κάποια παιδιά της γενιάς μας ακολουθούσαν.
Σ.Σ.: Στο Άμστερνταμ συναυλία με 4 άτομα.
Α.Ρ.: Μεγάλη υπόθεση οι πρόβες. Το πρώτο σπίτι που ξεκινήσαμε τις πρόβες ήταν το υπόγειο του ντράμερ μας και σαν υπόγειο είχε περίεργη ηχητική. Ο ήχος έβγαινε προς τα πάνω και κάποια στιγμή μάς έδιωξαν. Μάς νοίκιασε ένα δωμάτιο ένας πεθαμενατζής. Δίπλα στο δωμάτιο που ήμασταν ήταν αυτό με τις κάσες, σε διάφορα σχέδια και χρώματα.
Σ.Σ.: Είχαν το καλύτερο κοινό, τους άκουγαν και δε διαμαρτυρόταν κανείς.
Α.Ρ.: Βγάζαμε και αρκετά δικά μας κομμάτια…
Σ.Σ.: Το «Ανάσταση» εκεί το έγραψαν.
Μ.Α.: Να πούμε τα ονόματα;
Α.Ρ.: Ήταν ο Πέτρος, ο ντράμερ μας, ο οποίος ξεκίνησε από πανκ, ο Οδυσσέας και ο Σαλούνας -πολύ «μέταλλο» το παιδιά…
Σ.Σ.:Ο Οδυσσέας έκανε οικονομικά στην Αμερική και επέστρεψε στην Ελλάδα.
Α.Ρ.: Ήταν επίσης κι ένας κιθαρίστας που ήταν της μπαλάντας, όπως κι εγώ.
Σ.Σ.: Εσύ ήσουν στα πλήκτρα.
Α.Ρ.: Ήταν μια από τις καλύτερες περιόδους της ζωής μου, γιατί ήταν πολύ δυναμική παρέα.
Στην πρώτη συναυλία που κάναμε «μπήκαμε μέσα». Στη συνέχεια βρήκαμε ανεπίσημους σπόνσορες, ο Μένιος ο Συκάκης.
Παραολυμπιακά
Μ.Α.: Σίλα, τι έκανες με τη φυσαρμόνικα;
Σ.Σ.: Δεν ανέβηκα ποτέ στο πάλκο να παίξω, αυτοί ήταν προχωρημένοι. Στην τελετή έναρξης ενδεχομένως να έπαιζα, αλλά είναι το γνωστό πρόβλημα που έφυγα από τους Ολυμπιακούς για λόγους ασφαλείας.
Μ.Α.: Του κοινού, εννοείς.
Σ.Σ.: Των Ολυμπιακών. Το προηγούμενο μπλακ- άουτ εγώ το έκανα. Δεν έβλεπα, ήμουν στην ΕΡΑ, πήγα ν’ ανοίξω το φως κι έγινε το μπλακ- άουτ.
Α.Ρ.: Και ξαφνικά βλέπει μπροστά του την Αγγελοπούλου.
Σ.Σ.: Ήταν ο ένας διακόπτης παραπάνω.
Μ.Α.: Έφυγες κι έλειψε και η Φάνη από τους Ολυμπιακούς.
Σ.Σ.: Έπαθε ένα σοκ που έφυγα.
Μ.Α.: Πήγε κι έκλαψε κάτω από τον ίσκιο της ελιάς.
Σ.Σ.: Αν την ξαναδείξουν θα μεταναστεύσω.
Μ.Α.: Η Γιάννα Αγγελοπούλου – Δασκαλάκη τι σού λέει;
Α.Ρ.: Αυτά τα ονόματα εκπέμπουν κάτι…
Σ.Σ.: Όσο πιο πολλά είναι… Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα. Σίλας Σεραφείμ Χαραλαμπίδης. Εκεί ποντάρω κι εγώ.
Α.Ρ.: Αν επικυρωθεί η προσφορά και η ερμηνεία του Σίλα μ’ ένα βραβείο στο φεστιβάλ Βερολίνου…
Σ.Σ.: Λος Άντζελες.
Α.Ρ.: Θες και Όσκαρ;
Σ.Σ.: Ναι.
Α.Ρ.: Τρομάρα σου.
Σ.Σ. : Εσύ πώς θες Νόμπελ;
Α.Ρ.: Τι Νόμπελ; Ταπεινή μου επιθυμία ήταν να κάνω κάποιους ανθρώπους να χαμογελούν.
Σ.Σ.: Την ίδια επιθυμία είχαμε; Γιατί δεν έγινες ηθοποιός;
Ξέρεις πότε χαμογελούν οι ασθενείς του; Τους λέει δεν πληρώνομαι.
Ενδόμυχες σκέψεις
Ακολουθεί μια κουβέντα για το διαπολιτισμικό σήριαλ που γυρίζεται σε Ξάνθη και Κομοτηνή και οι θαυμάστριες του Σίλα και του Αντώνη αρχίζουν και τηλεφωνούν.
Στο στούντιο τίθεται επί τάπητος το θέμα των Ολυμπιακών, του Κεντέρη και της Θάνου – οι οποίοι κατά την εκτίμηση του Σίλα ίσως τρέξουν στον ιππόδρομο – του σπιτιού της Γιάννας και το κατά πόσο τα πλακάκια είναι χειροποίητα. Τα πλακάκια οδηγούν στην ψυχανάλυση και στο ψηφιδωτό της ψυχολογίας μας.
Α.Ρ.: Το θέμα είναι τι κουβαλάει ο καθένας μέσα του και πώς το εκφράζει. Το παιχνίδι παίζεται στο ότι άλλα πράγματα έχουμε μέσα μας, άλλα έχουμε στα χέρια μας και άλλα προσπαθούμε να δείξουμε.
Σ.Σ.: Δηλαδή τα κάνουμε πλακάκια.
Α.Ρ.: Με ποιον τα κάνουμε πλακάκια;
Μ.Α.: Με τον εαυτό μας. Ο μεγαλύτερος συνένοχός μας είναι ο εαυτός μας.
Σ.Σ.: Η μεγαλύτερη διαφωνία που έχουμε να λύσουμε είναι μ’ αυτόν.
Α.Ρ.: Το θέμα είναι ότι ο εαυτός μας διαρκώς το σκάει.
Μ.Α.: Στο διάλειμμα συζητούσαμε την άνεση που έχει ένας άντρας ή μια γυναίκα να πλησιάσει ένα άτομο που γουστάρει και κάθεται στην άλλη άκρη του μαγαζιού. Νιώθουμε άνετα;
Α.Ρ.: Καθόλου. Οι κανόνες απολαμβάνουν την ισχύ τους εξαιτίας των εξαιρέσεων.
Μ.Α.: Είμαστε ντροπαλοί;
Α.Ρ.: Γενικώς υπάρχει μία απροθυμία. Την προδιάθεση την έχει ο καθένας, αλλά δεν εκδηλώνεται.
Σ.Σ.: Εσύ, αν δεις μια γυναίκα στην άλλη γωνιά του μαγαζιού θα της μιλήσεις χωρίς να την ξέρεις;
Α.Ρ.: Δεν έχει γίνει πάρα πολλές φορές, είναι μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού.
Σ.Σ.: Και τι κατάληξη είχε;
Α.Ρ.: Ποικίλη.
Ο Σίλας δε δείχνει διατεθειμένος να κάνει το πρώτο βήμα χωρίς να ξέρει το αποτέλεσμα. Σ.Σ.: Να διασχίσω το δρόμο, να προετοιμαστώ και να μην ξέρω τι θα προκύψει…
Α.Ρ.: Από τη στιγμή που σ’ ενδιαφέρει τι θα προκύψει μπαίνεις στον πειρασμό;
Σ.Σ.: Όχι.
Α.Ρ.: Γιατί;
Σ.Σ.: Βαριέμαι.
Το κυνήγι
και οι συμβάσεις
Μ.Α.: Φοβάσαι την απόρριψη;
Σ.Σ.: Απόρριψη εγώ! Και γιατί να μη διαλέξω τα χιλιάδες κορίτσια που έρχονται να μου ζητήσουν αυτόγραφο;
Μ.Α.: Γιατί έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον αυτό που κυνηγάς και όχι αυτό που σε κυνηγάει.
Σ.Σ.: Θεωρώ ότι αυτό που λέτε κυνήγι είναι σαν το ψαροντούφεκο. Έχει διαφορετικά είδη κυνηγιού, το κυνήγι, το καρτέρι και το πλανάρισμα. Και ο κυνηγός του καρτεριού κυνηγάει αλλά στέκεται σ’ ένα σημείο και περιμένει.
Α.Ρ.: Το θέμα είναι ότι τα τελευταία χρόνια όλοι καρτερούν κάτι. Αυτό το κάτι δε μπορώ να το καταλάβω. Με τη λογική του καρτεριού κάπου μένουμε μόνοι μας.
Σ.Σ.: Γεννιόμαστε και πεθαίνουμε μόνοι μας αλλά στο ενδιάμεσο υπάρχει πολύ κυκλοφορία.
Ακολουθεί η συμβουλή του Αντώνη για το πώς θα είμαστε καλά. Α.Ρ.: Να είμαστε με τους ανθρώπους που επικοινωνούμε και μάς αρέσουν, να δίνουμε στη ζωή μας ένα νόημα, να έχουμε κάποιες ανησυχίες και να περνάει ευχάριστα ο χρόνος μας. Οι συμβάσεις δεν αποφεύγονται, αλλά κατά προσέγγιση να βάζεις τις δικές σου συνθήκες, απαιτήσεις και να ζητάς από τους άλλους ένα «συμβιβασμό».
Η συμβουλή του Σίλα στις γυναίκες είναι να παντρευτούν ένα ναυτικό ή δημοσιογράφο για να λείπει συνέχεια. Ο ίδιος θα προτιμούσε μια γυναίκα που φεύγει και μία που μένει.
Ο Αντώνης συμβουλεύει να κάνει ο καθένας αυτό που αισθάνεται, να εκφράζει τις επιθυμίες του.
Μαρία Αμπατζή
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
