Οταν λεμε ονειρο την τεχνη, εννοουμε ονειρο του ξυπνιου
Οι δυο παραστάσεις του «Δον Κιχώτη» του Θερβάντες από το ΔΗΠΕΘΕ Βέροιας έφεραν για μια ακόμη φορά κοντά μας τον πρώτο καλλιτεχνικό διευθυντή του δικού μας ΔΗΠΕΘΕ, Βασίλη Κυρίτση, ως καλλιτεχνικό διευθυντή του ΔΗΠΕΘΕ Βέροιας τώρα, και, φυσικά, μας πρόσφεραν την ευκαιρία για μιαν εφ’ όλης της ύλης συζήτηση μαζί του για το παρόν και το μέλλον των ΔΗΠΕΘΕ, τις αιτίες της σημερινής τους δυσπραγίας, τα κριτήρια επιλογής ρεπερτορίου, τις παρεμβάσεις ή μη που αυτά υφίστανται από τους πολιτικούς τους προϊσταμένους.
Ανέσυραν επιπλέον,- όπως και ήταν φυσικό σε μια συζήτηση που προσπαθεί να καταλάβει το τώρα και τη κουβέντα που γίνεται για το μέλλον τους,- μνήμες από εκείνες τις πρώτες, γεμάτες γλυκειά αναμονή και προσδοκία, παραστάσεις του ΔΗΠΕΘΕ Κομοτηνής, τότε που όλα για τις τύχες των ΔΗΠΕΘΕ προδιαγράφονταν με τον καλύτερο τρόπο…
Βασίλης Κυρίτσης όμως…
ΠτΘ: κ. Κυρίτση, εξακολουθείτε να αναγιγνώσκετε τον πολιτισμό και το θέατρο με τρόπο πολιτικό, παρόλο που οτιδήποτε ενέχεται με την πολιτική δεν θεωρείται της μόδας σήμερα, αντιθέτως ενοχλεί μάλιστα;
Β.Κ.: Δεν πρέπει όμως, όλοι είμαστε πολιτικά όντα. Πιστεύω στην πολιτική πράξη του καθενός και θέλω να πιστεύω ότι είμαι ένας καλός πολίτης με την αρχαιοελληνική έννοια, κάτι που είναι εντελώς διαφορετικό από την κομματικοποίηση των πάντων.
ΠτΘ: Σήμερα υπάρχει μία ασάφεια περί του πολιτισμού και της δυναμικής του. Εσείς με ποια κριτήρια επιλέξατε Θερβάντες; Για να υπενθυμίσετε την επικαιρότητα του οράματος και των αγώνων για μια κοινωνία καλύτερη για τον άνθρωπο;
Β.Κ.: Ακριβώς, γιατί έχουμε ανάγκη από όνειρο, ελπίδα, ευφορία, προσμονή για το καλύτερο, από ήθος για να μη ξεχνιόμαστε, να μη βαλτώνουμε, να έχουμε αντίδοτα στη μονοχρωμία. Ελπίζουμε, είμαστε ρομαντικοί, πατούμε όμως γερά τα πόδια πάνω στη γη, έχοντας ένα εκλεκτό επιτελείο συνεργατών, που θεωρώ ότι μπορούν να παράγουν έργο ικανό «να ταξιδέψει» το κοινό μας. Έχουμε τα μέσα, το ταλέντο και την καλή συνεργασία κι ένα αποτέλεσμα άξιο να το δει ο θεατής. Ο τωρινός θίασος του ΔΗΠΕΘΕ Βέροιας είναι ένας θίασος συνόλου με ποιοτικά χαρακτηριστικά, με την έννοια του σταρ να υπάρχει στην παράστασή μας, να υπάρχει στην εγκυρότητα του θιάσου, στα ποιοτικά χαρακτηριστικά αυτής της συγκεκριμένης παράστασης.
ΠτΘ: Πέρυσι ανεβάσατε Μολιέρο, φέτος Θερβάντες. Πιστεύετε στη διαχρονία των κλασικών κειμένων;
Β.Κ.: Απολύτως ναι. Για ορισμένα πράγματα πρέπει να είμαστε σίγουροι, γιατί αλλιώς δεν ξέρουμε πού πατάμε και πού βρισκόμαστε. Γι’ αυτό και είναι μεγάλος ο Θερβάντες, ουσιαστικά για ένα μόνον έργο, τον «Δον Κιχώτη».
ΠτΘ: Υπάρχει όμως και ο αντίπαλος λόγος, που διατείνεται ότι το κοινό επιθυμεί τη φάρσα, τον εύκολο λόγο, αυτόν που έχει μάθει από την τηλεόραση…
Β.Κ.: Μα επειδή υπάρχει ο αντίπαλος λόγος ισχυροποιείται το κλασικό και το μεγάλο. Αν δεν υπήρχε ο αντίπαλος λόγος δεν θα ξέραμε την αξία του.
ΠτΘ: Παρόλα ταύτα είναι ισχυρή ή άποψη – σάς το έλεγαν και εσάς, το αντιμετωπίσατε τα πρώτα χρόνια στην Κομοτηνή, – ότι ο λαός θέλει λαϊκό θέατρο. Εσείς πώς εκλαμβάνετε το λαϊκό θέατρο; Ο κόσμος θέλει τελικά κωμωδία, αίμα, θεριά στην αρένα, σενάριο με καθημερινό λόγο, ριάλιτι;
Β.Κ.: Όσον αφορά το πρώτο σκέλος της ερώτησής σας, στο τι δηλαδή θέλει ο κόσμος, όταν βλέπετε να γίνεται μεγάλη συζήτηση για το αν θέλει φάρσα ή το ένα ή το άλλο σημαίνει ότι υπάρχει κρίση, σοβαρή κρίση ουσίας, και δεν έχει να κάνει με το θέατρο, έχει να κάνει με την ικανότητα ανθρώπων. Είναι αυτό που έλεγαν οι παλιοί, «όποιος δεν θέλει να ζυμώσει, όλη μέρα κοσκινίζει». Ο κόσμος μπορεί να μη ξέρει να αναλύσει με ειδικές γνώσεις γιατί η ερμηνεία του ηθοποιού είναι καλή, γιατί αυτή η παράσταση είναι καλή, ξέρει όμως να απολαμβάνει μία καλή παράσταση. Δουλειά δική μας είναι να κάνουμε καλές παραστάσεις και αν έχουμε την ικανότητα να αξιοποιούμε τους συνεργάτες, να επιλέγουμε τους συνεργάτες, να μας επιλέγουν καλύτεροι από εμάς και πάει λέγοντας. Παρενθετικά, αν θέλετε να μιλήσουμε για την έννοια της λέξης επιλέγω, είναι καθαρά πολιτικό το περιεχόμενό της κι αξιοκρατικό. Εκεί κάπου μπερδευτήκαμε και αρχίσαμε να μιλάμε αν χρειάζεται φάρσα ή όχι , και η φάρσα έχει θέση, μόνον που κι αυτή θέλει καλούς συνεργάτες, θέλει καλούς ηθοποιούς, καλό σκηνοθέτη, καλή παράσταση, οπότε πράγματι θα τη χαρεί ο κόσμος. Ο «Δον Κιχώτης» έχει λόγο γεμάτο σκέψη, ευαισθησία, στοχασμό και σοφία. Σας διαβεβαιώνω ότι δεν υπάρχει περίπτωση ν’ ακούσει αυτό το λόγο λαϊκός κόσμος και να μη συγκινηθεί και να μη φύγει χαρούμενος και γεμάτος. Γιατί όλα τα στοιχεία που συναποτελούν την παράσταση είναι φροντισμένα.
ΠτΘ: Μήπως έχουμε παραποιήσει και την έννοια του λαϊκού λόγου; Γιατί, στο πλαίσιο του λαϊκού λόγου, το δημοτικό τραγούδι είναι ένα διαμάντι. Μήπως τελικά οι «από πάνω», οι πολιτικοί, οι διευθυντές, οι λοιποί φθηναίνουν, «κόβουν και ράβουν», κατά το δοκούν, το λαϊκό λόγο; Και ο Ερωτόκριτος στηρίχθηκε στο λαϊκό λόγο και ο Σολωμός από τον λαϊκό λόγο προέκυψε, από τα ελληνικά της νόνας του, της νταντάς του… Μήπως λοιπόν αυτός ο λαϊκός λόγος, όπως τον εννοούμε σήμερα και όπως τελικά μας αρέσει να τον εισπράττουμε και από την τηλεόραση, είναι ένας φτωχός λαϊκός λόγος που όμως μας βολεύει;
Β.Κ.: Νομίζω ότι τα πράγματα είναι πιο απλά. Έχει περιεχόμενο αυτό που θέλεις να πεις, έχει στοχασμό, έχει ευαισθησία, έχει σκέψη, προάγει κάτι, κεντρίζει τη φαντασία σου, την ευαισθησία σου; Για να συμβούν όλα αυτά, θα πρέπει εσύ να διαθέτεις πρώτα απ΄ όλα τέτοια χαρακτηριστικά. Διαθέτεις ή βρέθηκες εκεί τυχαία και, βεβαίως, είσαι κακός αγωγός των πραγμάτων και των δεδομένων; Αυτό συμβαίνει και σε επίπεδο κοινωνικό ή ακόμη και επιχειρηματικό, γιατί και οι έλληνες επιχειρηματίες έχουν ανεβάσει πολύ τον κύκλο των απαιτήσεών τους από τους συνεργάτες τους. Στην επιχειρηματικότητα, αυτοί οι κανόνες λειτουργούν και οι επιλογές και η αξιοκρατία είναι δεδομένη, γιατί ο άλλος βάζει τα λεφτά του, δεν είναι δυνατόν να ρισκάρει και να μην επιλέξει τους καλύτερους συνεργάτες. Τα ίδια κριτήρια πρέπει να διακρίνουν και τους άλλους χώρους και το θέατρο είτε μας αρέσει είτε δεν μας αρέσει. Και μέσα απ’ αυτή τη διαδρομή θα προκύψουν οι καλύτερες δυνατές επιλογές προσώπων, τα οποία με τις δικές τους ικανότητες θα μπορέσουν να αξιοποιήσουν το λόγο του Σολωμού, του Ερωτόκριτου, του Σαίξπηρ ή του Θερβάντες. Αυτά είναι αυτονόητα. Θα μου πείτε στις μέρες μας τα αυτονόητα είναι που δεν λειτουργούν και θα συμφωνήσω.
ΠτΘ: Αν υπάρχει ένα μυαλό που κάνει κουμάντο όμως σ’ ένα ΔΗΠΕΘΕ και θεωρεί τον Σαίξπηρ ή τον Θερβάντες ελιτίστικο θέατρο, τότε τι γίνεται;
Β.Κ.: Πριν καταλήξουμε σε τίτλους, αν κάτι είναι λαϊκό ή δεν είναι, κάνουμε μία καλή παράσταση σε επίπεδο θεάτρου. Κατά συνέπεια, λέμε ότι αυτό είναι καλό λαϊκό θέατρο ή δεν είναι, η δουλειά δηλαδή καταξιώνει τα πράγματα. Αν επιλέξεις ένα έργο του Σαίξπηρ, θ’ ανακαλύψεις ότι ο Σαίξπηρ είναι και λαϊκός και θυμόσοφος και θείος. Οι παππούδες μας, που δεν έχουν σπουδάσει οι περισσότεροι, γιατί είναι σοφοί; Χαιρόμαστε όλοι αυτή τη γνώση, τη λιγόλογη. Δεν λένε οι περισσότεροι από αυτούς κατεβατά, λένε τρεις κουβέντες και είναι γεμάτες με νοήματα, με γνώση, με πείρα, έχουν μια πυκνότητα εκφραστική. Δεν ξέρω αν θα μας χαίρονται και εμάς τα παιδιά μας, αν θα διακριθούμε και σ΄ αυτό τον τομέα, αλλά οι παππούδες μας το είχαν αυτό το χάρισμα και εγώ χαίρομαι πολύ γιατί το είχα ζήσει από τους παππούδες και τις γιαγιάδες.
ΠτΘ.: Οι διαδικασίες της ζωής τους ήταν πιο κοντά στο Θερβάντες, στο Μολιέρο, στο Σαίξπηρ…
Β.Κ.: Η ζωή τούς είχε μάθει τα ουσιαστικά, γιατί παλαιότερα για να ζήσουν και για να επιβιώσουν, έπρεπε να είναι κοντά στη φύση και να γνωρίζουν του κανόνες της, γιατί αλλιώς έχαναν τα πάντα.
ΠτΘ.: Κύριε Κυρίτση, είστε γνώστης του κλίματος εκείνης της «γενναίας» εποχής που διακρίνονταν από συναισθήματα κοινωνικής ανάτασης κι όλοι ξεκινούσαν να αλλάξουν κάτι … Όταν και η Μελίνα έφτιαξε τα ΔΗΠΕΘΕ, θέλοντας να δώσει στο λαό αυτό που πίστευε, το θέατρο ως μορφή τέχνης που διαπαιδαγωγεί, εξυψώνει, προβληματίζει. Ζήσατε καλά εκείνη ατμόσφαιρα. Συμμετείχατε. Θυμάμαι το πώς στεριώθηκε αυτό το ΔΗΠΕΘΕ, τι αγωνία είχατε, τι καρέκλες είχατε κουβαλήσει…
Β.Κ.: …Η Λέσχη Κομοτηναίων να είναι καλά που μας κατέβαζε από το παράθυρο τις καρέκλες, γιατί δεν είχαμε. Κι ο Ιορδάνης ο Ταουκίδης, που δεν θυμάμαι αν ήταν πρόεδρος ή αντιπρόεδρος της Λέσχης, έπεισε και τ’ άλλα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου και μας βοήθησαν πολύ, όταν παίζαμε το «Μιας πεντάρας νιάτα». Θυμάμαι ότι το Σάββατο ήταν διπλή παράσταση, το θέατρο ήταν γεμάτο και το απόγευμα και το βράδυ. Δεν είχαμε πού να βάλουμε τον κόσμο που ερχόταν για την βραδινή παράσταση, θυμάμαι ψιλόβρεχε και κρατούσαμε τον κόσμο στο περίπτερο απέναντι μέχρι να τελειώσει η πρώτη παράσταση. Και μια και είναι εδώ ο Χρήστος ο Καρχαδάκης, τωρινός συνεργάτης και περυσινός, γείτονας στη Λέσχη, ήταν από τους πρώτους μας θεατές, το πρώτο εισιτήριο του ΔΗΠΕΘΕ Κομοτηνής. Και επειδή δεν έφτανε τότε, γιατί το σκηνικό κομμάτι δεν ήταν υπερυψωμένο, και δεν έβλεπε καλά, ήταν ένα τραπέζι πίσω -πίσω, και τον πήρα αγκαζέ και τον έβαλα επάνω για να βλέπει την παράσταση, που συνήθως την έβλεπε δεύτερη και τρίτη φορά. Ήταν χρόνια δημιουργικά που το όνειρο και η ελπίδα ήταν εκεί ζωντανά μπροστά μας, παλεύαμε και είχαμε στήριξη καταπληκτική. Σύσσωμη η Κομοτηνή συμμετείχε στη δημιουργία του ΔΗΠΕΘΕ, με αγάπη και πίστη. Έρχονταν και βοηθούσαν με κάθε τρόπο γι΄ αυτό και τα έργα υποδομής έγιναν μέσα σε δυο χρόνια. Και μέσα σε τρία χρόνια είχε ήδη γίνει και το θερινό.
ΠτΘ.: Κύριε Κυρίτση, μπορεί όντως τα ΔΗΠΕΘΕ να ξεκίνησαν με τους καλύτερους όρους και να μπόλιασαν τις νεότερες γενιές με αγάπη για το θέατρο, σήμερα όλοι λένε όμως ότι τα ΔΗΠΕΘΕ δεν περνούν την καλύτερή τους φάση. Τι κατά την άποψή σας φταίει;
Β.Κ.: Όλοι μας λίγο – πολύ τα τελευταία χρόνια διαπιστώνουμε ότι κάτι δεν πάει καλά με τα ΔΗΠΕΘΕ, κάτι έχει αλλάξει. Θυμάμαι παλιά για πολλά χρόνια η Μελίνα που τα δημιούργησε, τα φρόντιζε. Συνεχώς καλούσε τους Δημάρχους, τους καλλιτεχνικούς διευθυντές, έκανε συσκέψεις, έδινε οδηγίες, δεν επέτρεπε να γίνονται αυθαιρεσίες, παρεμβάσεις, άλλου είδους χρήσεις. Ήξερε το αντικείμενο καλά, από μέσα, καθώς ήταν καλλιτέχνης και μάλιστα μεγάλη, ήταν και πολιτικό πρόσωπο με εμβέλεια και αντίληψη, έβλεπε σε βάθος χρόνου και τα φρόντιζε διαρκώς. Ήξερε ότι για να κατακτήσεις ένα υψηλό στόχο πρέπει τα υποστυλώματα να είναι ισχυρά και τα θεμέλια επίσης. Και μέχρι την τελευταία στιγμή φρόντιζε τα ΔΗΠΕΘΕ, όπως φρόντιζε και για άλλα πράγματα του υπουργείου της. Οφείλω φυσικά να ομολογήσω ότι και ο Θάνος Μικρούτσικος έσκυψε με πολύ αγάπη και ενδιαφέρον στα ΔΗΠΕΘΕ. Τα φρόντισε, έφτιαξε την προγραμματική σύμβαση, πέρασαν οι χρηματοδοτήσεις – γιατί υπήρχε πρόβλημα,- στον κρατικό προϋπολογισμό, έγιναν πολλά θετικά βήματα αλλά μετά άρχισε μια κάθετη, γρήγορη πτώση, μια αδιαφορία επί της ουσίας και ένα τρομερό ενδιαφέρον επί της διαφημίσεως. Διότι κάποιοι ανακάλυψαν ότι οι τέχνες είναι ένα καλό μέσο για να προβάλλουν τα κομματικά τους όνειρα. Ο πολιτισμός τιμωρεί όμως και τιμωρεί πολύ αυστηρά. Δεν είναι ορατή, άμεση η τιμωρία του πολιτισμού. Ένα «πράγμα» στον πολιτισμό απαιτεί πολύ χρόνο και αγώνα για να το στήσεις και να καταξιωθεί σε μια κοινωνία, σ’ ελάχιστο χρονικό διάστημα μπορεί να καταρρεύσει και να εξαφανιστεί και μετά θέλεις διπλάσιο χρόνο για να το ξαναστήσεις, για να ξανακερδίσεις την εμπιστοσύνη του κόσμου. Δεν είναι ένα όνειρο κούφιο του ύπνου. Όταν λέμε όνειρο την τέχνη, εννοούμε όνειρο του ξύπνιου. Εδώ υπάρχει μια μεγάλη σύγχυση. Κάποιοι έχουν ταυτίσει το όνειρο του ύπνου με το όνειρο του ξύπνιου. Η διαφορά είναι τεράστια.
ΠτΘ.: Κύριε Κυρίτση, τι γίνεται και τι υποθέτετε ότι θα γίνει στο μέλλον με τα ΔΗΠΕΘΕ;
Β.Κ.: Είναι αλήθεια ότι τα τελευταία χρόνια διαπιστώνουμε όλο και περισσότερο ότι χάθηκε το σφρίγος, το περιεχόμενο, η πυκνότητα των στόχων και των οραμάτων των ΔΗΠΕΘΕ. Κάπου στη διαδρομή θόλωσαν τα νερά. Και υπάρχει ένας προβληματισμός, και μάλλον πρέπει να γίνει μια καθαρή επέμβαση από την πολιτεία τέτοια που να τα επανατοποθετήσει, όχι να τα κλείσει γιατί δεν πιστεύω ότι υπάρχει τέτοια πρόθεση, αλλά να τα διαφοροποιήσει σίγουρα.
ΠτΘ.: Δεν θα τα κλείσει για λόγους πολιτικού κόστους ή γιατί τελικά είναι πολύ σημαντικό να έχει θέατρο η επαρχία;
Β.Κ.: Πιστεύω μάλλον για πολιτικούς λόγους, γιατί τα περισσότερα ΔΗΠΕΘΕ δεν παράγουν θέατρο επαγγελματικής ποιότητας. Τα τελευταία χρόνια υπάρχει μια καθίζηση κι αυτήν την καθίζηση οφείλουμε να την αντιμετωπίσουμε. Βέβαια, έχουμε το μερίδιο ευθύνης και εμείς οι θεατράνθρωποι, θα εισπράξουμε αυτό που μας αναλογεί, αλλά οφείλουμε πάνω από όλα στην κοινωνία μέσα στην οποία ζούμε να είμαστε πιο αυστηροί, να είμαστε πιο ποιοτικοί και να ικανοποιούμε κάποιους στόχους. Να μην πορευόμαστε στην τύχη κι ανάλογα με τις επιθυμίες των σημερινών καλών αρχόντων ή κακών αρχόντων. Δηλαδή κορώνα γράμματα θα παίζεται αυτή η ιστορία; Πρέπει η πορεία των ΔΗΠΕΘΕ να αποκτήσει πιο σίγουρες σταθερές . Και νομίζω ότι δεν είναι μακριά η στιγμή που θα γίνουν κάποιες παρεμβάσεις εκ μέρους της πολιτείας. Ας ελπίσουμε ότι αυτές οι παρεμβάσεις θα γίνουν επ΄ αγαθώ, δηλαδή θα βελτιώσουν τα πράγματα.
ΠτΘ.: Οι πολιτικοί είναι η διαρκέστερη πηγή όχλησης των ΔΗΠΕΘΕ; Στον τύπο έχει καταγραφεί ότι συνήθως πίσω από κάθε ΔΗΠΕΘΕ υπάρχει ένας ή πολλοί κύριοι ή και κυρίες, που θέλουν να έχουν υπό τον έλεγχό τους διοικητικά συμβούλια και καλλιτεχνικούς διευθυντές. Από τη δική σας εμπειρία ισχύει αυτό;
Β.Κ.: Ναι, ισχύει. Παρεμβάσεις υπάρχουν. Υπάρχει μια προγραμματική σύμβαση που έγινε ακριβώς για να προβλέψει τέτοιες περιπτώσεις, που είναι πάμπολλες, και η οποία δημιούργησε ένα κώδικα σωστής λειτουργίας ενός επαγγελματικού θεατρικού χώρου. Μην ξεχνάτε ότι τα ΔΗΠΕΘΕ είναι επαγγελματικοί θεατρικοί χώροι, επομένως οι τάσεις ερασιτεχνικοποίησής τους που διευκολύνουν τον πήχη κάποιων, δεν είναι ευθύνη της πολιτείας και των θεσμών αλλά των τοπικών αρχόντων οι οποίοι, – πολλές φορές δεν το κάνουν συνειδητά, – νομίζουν ότι έτσι υπηρετούν καλύτερα την κοινωνία στην οποία ζουν. Όμως αυτό δεν είναι σωστό. Γιατί όπως όλα τα επαγγέλματα, – για παράδειγμα, ο νομικός κόσμος έχει ένα κώδικα λειτουργίας, δεν μπορείς να κάνεις ό,τι θες και να ερμηνεύεις όπως θέλεις τον κώδικα είτε Κομοτηναίος είσαι, είτε Αθηναίος είτε Χανιώτης. Αυτόν τον κώδικα τον μαθαίνεις, τον σπουδάζεις και τον διακονείς με συνέπεια και μόνον αυτόν και δεν μπορεί κανένας άρχοντας να τον αλλοιώσει, και το ίδιο συμβαίνει και στην ιατρική και σε όλους τους επαγγελματικούς κλάδους. Έτσι και εδώ υπάρχει ένας κώδικας, κάποιοι κανόνες λειτουργίας του επαγγελματικού θεάτρου όπως είναι τα ΔΗΠΕΘΕ. Δεν μπορεί ο καθένας ανάλογα με τη βούλησή του, τους στόχους του και τις επιθυμίες του να τους χρησιμοποιήσει, όπως συμβαίνει συνήθως, σαν όργανα προβολής και ως γέφυρες για διαφήμιση. Όπως όλοι οι χώροι διακονούνται από τους επαγγελματίες, έτσι και τα θέατρα οφείλουμε να τα δώσουμε στους υπεύθυνους. Καθήκον μας είναι να βρούμε ικανούς, σωστούς, ταλαντούχους διευθυντές που να ξέρουν, που να κατέχουν την τέχνη του θεάτρου αλλά και την τέχνη της διοίκησης. Πρέπει να έχουν γνώσεις στοιχειώδους οικονομικής διαχείρισης, όχι να είναι λογιστές, αλλά να μπορούν να ελέγχουν ώστε η κάθε παραγωγή να μην πέφτει έξω και να είναι σε λογικά πλαίσια. Να ξέρουν τι σημαίνει τεχνική υποδομή, να ξέρουν πώς θα μιλήσουν και θα απευθυνθούν στο κοινό της πόλης, γιατί η πρώτη επιτυχία θα έρθει απ’ αυτό και όχι από την γειτονική περιοχή.
ΠτΘ.: Πιστεύετε ότι η δυσπραγία των τελευταίων ετών στα ΔΗΠΕΘΕ έχει σχέση και με την καθυστέρηση στις επιχορηγήσεις;
Β.Κ.: Όχι, ότι δεν υποβοηθάει η καθυστέρηση ή η μείωση των ετήσιων επιχορηγήσεων, αυτό είναι βέβαιο. Κατ’ αρχήν όμως η σωστή οργάνωση, η σωστή διοίκηση δεν εξαρτάται άμεσα από τα οικονομικά, για παράδειγμα κάνεις δυο παραγωγές αντί για τρεις ή για τέσσερις. Αν έχεις περισσότερα χρήματα, κάνεις περισσότερες παραγωγές και απευθύνεσαι στον κόσμο με έναν πλουραλισμό. Έχουν όμως τα ΔΗΠΕΘΕ να διανύσουν ακόμα μεγάλο δρόμο, παρουσιάζοντας Ίψεν, Μπρεχτ, μεγάλους θεατρικούς συγγραφείς. Τα ΔΗΠΕΘΕ στην Ελλάδα έχουν 20 χρόνια ζωής. Στην Ευρώπη, περισσότερο από μισό αιώνα, λειτουργούν αντίστοιχα δημοτικά θέατρα. Σαφώς είναι άλλες οι συνθήκες ζωής εκεί, αλλά και εμείς πρέπει να σπρώχνουμε τα πράγματα, να τα αναλύουμε, να τα κατανοούμε σωστά, να κάνουμε σωστές διαγνώσεις για να μπορέσουμε να δώσουμε σωστές λύσεις στο πώς αυτά θα πορευτούν αύριο. Ελπίζω και εύχομαι οι νέες τομές που ετοιμάζονται στο υπουργείο πολιτισμού να είναι επ΄ αγαθώ των ΔΗΠΕΘΕ.
ΠτΘ: Ας το ελπίσουμε…Σας ευχαριστούμε όμως για τη συζήτηση κι ευχόμαστε καλή επιτυχία και στη συνέχεια στον «Δον Κιχώτη σας».
Β.Κ.: Κι εγώ σας ευχαριστώ.
Τ.Β.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
