Γιωργος Kιμουλης: «Η εννοια του συγχρονου, του παιζω δηλαδη τωρα, ειναι το στοιχειο που χαρακτηριζει την υποκριτικη μου»
Η σημερινή ημέρα είναι αυτή που μας παρέχει την ευκαιρία να δούμε θέατρο. Πραγματικό, ζωντανό θέατρο, όπως ο ίδιος ο πρωταγωνιστής της παράστασης, Γιώργος Κιμούλης με θέρμη υποστηρίζει. Ήτοι, θέατρο που δεν παίζεται «εις ανάμνησιν» αλλά γεννιέται κάθε στιγμή επάνω στη σκηνή, δημιουργώντας συγκίνηση μέσω της επικοινωνίας του ηθοποιού με τον θεατή.
Φανταστείτε πόσο μεγαλύτερη θα είναι αυτή η επικοινωνία αλλά και η συγκίνηση όταν υπάρξουμε ως συν- διαμορφωτές ενός γεγονότος που έχει ως συγγραφέα τον Αισχύλο, επιγράφεται «Επτά επί Θήβας» και έχει ως πρωταγωνιστή έναν ηθοποιό όπως ο Γιώργος Κιμούλης, που οι απόψεις του για την «παροντοποίηση» του θεατρικού γεγονότος οδήγησαν στον πρωτοφανή, για τα ελληνικά θεατρικά πράγματα, παρόλο το νεαρόν της ηλικίας του, χαρακτηρισμό του ως διάδοχο ιερών της τραγωδίας υποκριτών.
Γιώργος Κιμούλης όμως…Ο λόγος του εξάλλου έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον, καθότι προέρχεται από έναν άνθρωπο που γνωρίζει τη διάσταση ανάμεσα στο βλέπω και το ορώ…Γιατί τελικά πόσα μπορεί να δει ο άνθρωπος κι ας διατείνεται άλλα…
ΠτΘ: κ. Κιμούλη, είστε ένας άνθρωπος που πειραματίστηκε πολύ με το θέατρο και με τους λεγόμενους κλασικούς του θεάτρου αλλά δεν είσθε στερεότυπος στις επιλογές σας. Πώς αντιλαμβάνεσθε τους αρχαίους τραγικούς; Θεωρείτε ότι διατηρούν την επικαιρότητά τους, τη διαχρονία τους;
Γ.Κ.: Στο θέατρο πάντα ασχολούμαι μ’ αυτό που μπορεί να λέγεται σύγχρονο και όχι μ’ αυτό που μπορεί να λέγεται επίκαιρο. Θέλω να πω ότι πάντα με ενδιέφερε η θεατρική πράξη που παρουσιάζεται πάνω στη σκηνή να γίνεται τη στιγμή που ο θεατής βλέπει την παράσταση. Πολλές φορές παίζουμε πάνω στη σκηνή εις ανάμνησιν, αντιμετωπίζοντας ένα θεατρικό έργο μ’ έναν τρόπο καθαρά μουσειακό, γιατί και για μας τους ηθοποιούς είναι πιο ξεκούραστο να προσπαθούμε να θυμηθούμε τι είχαμε κάνει την προηγούμενη μέρα ή τι είχαμε κάνει στις πρόβες. Αυτή η έννοια του σύγχρονου, δηλαδή παίζω τώρα και παίζω σαν να είναι η τελευταία μου φορά, είναι το στοιχείο που διακατέχει όλο τον τρόπο της υποκρισίας μου και, κατ’ επέκταση, και τον τρόπο της ερμηνείας μου απέναντι σ’ ένα κείμενο. Πιστεύω λοιπόν ότι η αρχαία ελληνική τραγωδία επειδή γράφτηκε σε μία άλλη εποχή αυτό δεν την καθιστά άξια παρουσίασης, άξια θεατρικής πράξης. Αντίθετα, από τη στιγμή που αντιμετωπίζεις την ίδια τη θεατρική πράξη με την έννοια της παροντοποίησης, στην οποία αναφέρθηκα πριν, τα έργα αυτά ίσως είναι τα πολυτιμότερα που έχουν μείνει στο παγκόσμιο δραματολόγιο.
ΠτΘ: Το συγκεκριμένο έργο, τους «Επτά επί Θήβας» του Αισχύλου, το επιλέξατε για κάποιο λόγο; Είναι ένα έργο που αναφέρεται και στον πόλεμο, γενικά οι επιλογές σας ενέχουν, με εμμονή θα έλεγε κάποιος, στοιχεία πολιτικής σκέψης.
Γ.Κ.: Οι «Επτά επί Θήβας» θεωρείται ως η τραγωδία του πολέμου και έτσι την έχει ορίσει και ο ίδιος ο Αριστοφάνης. Προηγουμένως μιλήσατε για εμμονή, εγώ προτιμώ τη λέξη εμμένεια, ως χαρακτηρίζουσα θετικότερα την εμμονή. Ναι, υπάρχει σε μένα ένα είδος εμμένειας. Θεματικά το έργο δεν κινείται πουθενά αλλού παρά μόνο, για άλλη μια φορά, στην προσπάθεια που κάνει το θηλυκό να πείσει το αρσενικό να αντιμετωπίζει τον περιβάλλοντα χώρο, τον κόσμο, το σύμπαν σαν κάτι μη εχθρικό. Δυστυχώς, ο άνθρωπος έχει αποφυσικοποιηθεί, έχει χάσει δηλαδή την αίσθηση ότι και αυτός είναι μέρος του κόσμου, του σύμπαντος, ότι κι αυτός είναι ένα φυσικό πρόσωπο. Επειδή κατασκεύασε ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα που είναι η πόλις, κάποια στιγμή πίστεψε ότι η πόλις είναι κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν του σύμπαντος. Πίστεψε ο άνθρωπος, και, ιδιαίτερα, το αρσενικό μυαλό ότι ο κόσμος βρίσκεται απέναντι από τον άνθρωπο, ότι ο κόσμος φτιάχτηκε για να τον κατανοήσει ο άνθρωπος και, στη συνέχεια, να τον καταλάβει, να τον κατακτήσει. Κι’ αυτό δημιούργησε αυτή την ανταγωνιστική αρσενική στάση, που οδήγησε την ανθρωπότητα, εδώ που την έχει οδηγήσει. Το μόνο πλάσμα το οποίο διατηρεί εκ φύσεως τη συγγένεια με το φυσικό, είναι η γυναίκα. Ακόμη και η γυναίκα που δεν έχει γίνει μητέρα. Είναι εν δυνάμει μητέρα, κουβαλά κάτι μ’ ενδιαφέροντα τρόπο, σκοτεινό, κάτι το φωτεινά σκοτεινό, μια συγγένεια μ’ αυτό το φυσικό, που είπα πριν, και, ίσως, είναι η μοναδική αχτίδα ελπίδας που μπορεί να έχουμε για τον μέλλοντα χρόνο.
ΠτΘ: Ήταν αφετηρία οι πόλεμοι, που ουσιαστικά συμβαίνουν μετ’ επιτάσεως ακόμη και σήμερα, η αφορμή για την επιλογή αυτού του έργου;
Γ.Κ.: Ήταν.
ΠτΘ: Με αφορμή την παρουσία σας στο στούντιο και τις απόψεις σας για την πόλη αλλά και την επισήμανση για την εμμένεια διαπιστώνουμε ότι το ίδιο με γνωστούς φιλολόγους που ασχολούνται με το θέατρο όπως ο Ευαγγελάτος, ο Μαρωνίτης ή ο Χουρμουζιάδης, κι ένας ηθοποιός δύναται να είναι φορέας θεωρίας περί του κλασικού θεάτρου, εμπεριστατωμένης μάλιστα. Και είναι ιδιαίτερα σημαντικό να συνειδητοποιούμε ότι και στο χώρο του θεάτρου υπάρχουν ακόμη πρόσωπα που είναι εκτός της εικόνος που μας διοχετεύεται για την υποκριτική από την τηλεόραση…
Γ.Κ.: Η δουλειά του ηθοποιού είναι πνευματική και αυτό το λέω και στους μαθητές της σχολής που έχω στην Αθήνα. Δυστυχώς, ο χώρος μας βρίθει αντιπνευματικότητας, αλλά αυτό δεν σημαίνει τίποτα. Παραμένουμε υποκριτές και η λέξη υποκριτής βγαίνει από το ρήμα αποκρίνομαι, που δεν σημαίνει μόνο απαντώ. Έχει αμφισημία μέσα του το ρήμα. Σημαίνει απαντώ ερμηνεύοντας, κατ’ επέκτασιν η υποκριτική είναι πάνω απ’ όλα ερμηνεία. Και επειδή πλέον η ερμηνεία δεν κινείται μόνο στο επίπεδο τού να καταλάβουμε καλύτερα ένα κείμενο, ένα βιβλίο, αλλά ερμηνεία είναι όλη μας η ζωή, το γιατί υπάρχει κι αν υπάρχει αυτό το οποίο βλέπουμε απέναντί μας, – όλη η ζωή του ανθρώπου κινείται μ’ αυτή την κίνηση που κάνει το μυαλό να ερμηνεύσει, – πιστεύω λοιπόν ότι ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της ανθρώπινης σκέψης είναι ο σύγχρονος ηθοποιός. Μη βλέπουμε το ότι υφίσταται περιπέτεια η λέξη υποκριτής, ο οποίος από ερμηνευτής έγινε ηθοποιός, αυτός που ποιεί τα ήθη, και στη συνέχεια, στην σύγχρονη αγγλική έγινε αυτός που πράττει. Πάνω απ’ όλα πιστεύω ότι η δουλειά του υποκριτή, του ηθοποιού κινείται στο χώρο της πνευματικότητας, χωρίς αυτό, προς θεού, να σημαίνει ότι εγώ κινούμαι σ’ αυτόν. Λέω απλά πώς πρέπει να είναι και τι πρέπει να είναι ένας ηθοποιός.
ΠτΘ: κ. Κιμούλη, οι αρχαίοι θεατές όταν παρακολουθούσαν αρχαία τραγωδία, ήξεραν την υπόθεση, αλλά πήγαιναν τελικά να δουν τη διαπραγμάτευση του μύθου από τον εκάστοτε τραγωδό. Σήμερα, ως νεοέλληνες αποδέκτες της τραγωδίας εκκινούμε και πάλι από την ιστορία, καταφέρνουμε όμως να συνεγειρόμαστε το ίδιο από τον λόγο του τραγικού και από το πώς αυτός διαπραγματεύεται το μύθο;
Γ.Κ.: Πιστεύω, και αλίμονο αν δεν το πιστεύω, ότι το θέατρο δεν υπάρχει περίπτωση να πεθάνει, αν και πολλές Κασσάνδρες διατυμπανίζουν το τέλος του. Το θέατρο πάντα θα είναι ένα από τα τελευταία καταφύγια, όπου ζωντανοί άνθρωποι θα συναντιούνται μ’ άλλους ζωντανούς ανθρώπους, ιδίως σε μια εποχή, που το σύστημα που μας περιβάλλει και στο οποίο είμαστε μέσα, μάς σπρώχνει πιο πολύ κοντά στα είδωλα των πραγμάτων. Η τηλεόραση έχει αρχίσει να πείθει τον άνθρωπο ότι μπορεί σχεδόν να συνομιλήσει με το είδωλο ενός άλλου ανθρώπου. Έτσι, ο άνθρωπος αποκτά μια ιδιαίτερη απόσταση από τον άλλο, κι, ακόμη, συγχωρεί πολλές πράξεις ανόητες, βλακώδεις και τρισάθλιες, από τη στιγμή που βλέπει το είδωλο αυτών των πράξεων. Δείτε, το πώς παρακολουθούμε τον πόλεμο στο Ιράκ, τον πόλεμο στα Βαλκάνια μέσω της τηλεόρασης, επειδή υπάρχει αυτή η απόσταση. Εκτός των άλλων, η τηλεόραση μάς έχει ωθήσει στο να θεοποιούμε και να μυθοποιούμε το παραφύσιν. Μ’ αυτό θέλω να πω ότι μια είδηση στην τηλεόραση είναι η εξαίρεση στον κανόνα. Πετάνε εκατοντάδες, χιλιάδες αεροπλάνα, η είδηση είναι το αεροπλάνο που πέφτει, δηλαδή, η εξαίρεση. Αυτό σιγά – σιγά «λερώνει» όλο τον τρόπο σκέψης του ανθρώπου μ’ αποτέλεσμα να πιστεύει ότι το σημαντικότερο είναι η εξαίρεση και όχι ο κανόνας. Πιστεύω, λοιπόν, ότι ειδικά ο θεατρικός χώρος, και ιδιαίτερα αν συμβαίνει αυτό που είπα πριν, η παράσταση και η θεατρική πράξη να είναι σύγχρονη, να συμβαίνει εκείνη τη στιγμή που λέω τη φράση, εκείνη τη στιγμή που κινούμαι, να είμαι ψυχή τε σώματι αφοσιωμένος και αφιερωμένος σ’ αυτή μου τη δράση, και ο θεατής αυτό να το εισπράττει, για τη στιγμή αυτή πιστεύω ότι ποτέ δε θα πεθάνει το θέατρο. Βεβαίως, κι έχει ανάγκη το μύθο, την ιστορία και, βεβαίως μπορεί να είναι ακόμη πιο γοητευτικό, αν η ιστορία ή ο μύθος δεν είναι γνωστός, αλλά αυτό το οποίο κατά τη γνώμη μου συγκινεί περισσότερο το θεατή είναι αυτό που είπα πριν, ένας ζωντανός άνθρωπος κάτω από τη σκηνή να παρακολουθεί ένα ζωντανό άνθρωπο επάνω στη σκηνή. Ιδιαίτερα αυτές τις εποχές που η μοναξιά μας αρχίζει να πλησιάζει σιγά- σιγά τα όρια του αυτισμού.
ΠτΘ: Τελικά, σ’ αυτό το έργο η Θήβα καταστρέφεται αν και είναι τύποις η πόλη που έχει νικήσει. Δέχεστε, ότι κάθε πόλεμος είναι στην ουσία του κάδμειος νίκη;
Γ.Κ.: Ναι.
ΠτΘ: Τελικά, αν μιλάμε και αποδίδουμε στους τραγικούς την έννοια, τον χαρακτηρισμό του κλασικού, του διαχρονικού αυτό οφείλεται στο ότι είχαν διείδει από πολύ νωρίς, απ’ τον 5ο αιώνα, αξίες, πραγματικότητες διαρκείς;
Γ.Κ.: Ναι. Οι αρχαίοι έλληνες τραγωδοί, ας μη κοροϊδευόμαστε, μεγαλύτερη σχέση έχουν με τους προσωκρατικούς και τους σοφιστές και λιγότερη με τον Αριστοτέλη. Η πρώτη σκέψη, ο πρώτος στοχασμός των προσωκρατικών είναι αυτός που ουσιαστικά έχει ακουμπήσει και «έχει βρέξει» τη σκέψη των αρχαίων τραγικών συγγραφέων. Κατά τη γνώμη μου πάνω απ’ όλα, αυτό που έχουν δει οι αρχαίοι έλληνες συγγραφείς είναι αυτή η πλάνη που ουσιαστικά είχε αρχίσει να βυθίζεται ο άνθρωπος. Εξόρισε τον εαυτό του σ’ ένα χώρο έπαρσης μ’ αυτή την τέλεια κατασκευή που λέγεται πόλις.
ΠτΘ: Αυτό που λέτε, ενέχει πολιτική. Το εννοείτε στην κυριολεξία; Υποβάλλετε σε αυστηρή, αλλά και ανατρεπτική ακόμη και για τις ημέρες μας, κριτική το κατασκεύασμα της πόλεως.
Γ.Κ.: Τα αρχαία ελληνικά είναι μια σοφή γλώσσα. Η ίδια η λέξη στο θέμα της κουβαλάει τη λέξη πλάνη. Η πόλις και η πλάνη έχουν το ίδιο θέμα. Σαν να θέλει να μας υπενθυμίσει «ο κατασκευαστής» της λέξης ότι ναι, έχετε φτιάξει το μεγαλύτερο επίτευγμα αλλά, σας παρακαλώ πολύ, μην πέσετε ποτέ στην πλάνη να νομίσετε ότι αυτό που κατασκευάσατε είναι κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν του σύμπαντος. Δε μπορεί ο άνθρωπος να βγει έξω από το σύμπαν και να εξηγήσει το σύμπαν, είναι σα να τρελαίνεται ξαφνικά το κουκούτσι ενός μήλου, να θέλει να βγει έξω από το μήλο για να εξηγήσει πώς είναι το μήλο.
ΠτΘ: Στο έργο «Επτά επί Θήβας» έχουμε τέσσερα παιδιά, τα παιδιά του Οιδίποδα και της Ιοκάστης, τον Ετεοκλή, τον Πολυνείκη, την Αντιγόνη και την Ισμήνη, που, καθώς λέγεται, κουβαλάνε το τραγικό πεπρωμένο του οίκου των Λαβδακιδών. Αυτό το πεπρωμένο εσείς ως σύγχρονος άνθρωπος, πώς το αντιλαμβάνεστε; Ως πεπρωμένο, αρνητική προδιαγραφή που υφίσταται για κάθε άνθρωπο, ως ό,τι ονομάζουμε μοίρα, ως τι;
Γ.Κ.: Είναι η μοίρα. Αλλά, μοίρα τι είναι; Μοίρα είναι αυτό που μας έχει μοιραστεί, ουσιαστικά ο τόπος που μας έχει δοθεί. Μας έχει δοθεί ένας τόπος, ένας χώρος και αυτός ο χώρος είναι και ο χρόνος της ζωής μας. Στον καθένα έχει μοιραστεί ένας τόπος. Η δουλειά μας με την έννοια της παραγωγής του έργου, η ίδια η έννοια του γίγνεσθαι δεν είναι τίποτα άλλο παρά η καθημερινή ιχνηλασία αυτού του τόπου από τη στιγμή που θα γεννηθούμε μέχρι τη στιγμή που θα πεθάνουμε. Δεν πρέπει, κατά τη γνώμη μου, ο άνθρωπος ούτε για μια μέρα, ούτε για μια ώρα, να σταματήσει αυτήν την ιχνηλασία. Γιατί, έτσι, ουσιαστικά μπορεί κάποτε να γίνει αυτό που είναι, όπως έλεγε και ο στοχαστής.
ΠτΘ: Δηλαδή, απεκδύετε τελείως τη μοίρα από τη μοιρολατρία, από τη μιζέρια, τη θεωρείτε ως μοιράδι, ως αυτό που μάς έτυχε να διαχειριστούμε; Με τον ίδιο τρόπο αντιλαμβάνεστε τη μοίρα και για τους τραγικούς ήρωες;
Γ.Κ.: Πιστεύω ότι με τον ίδιο τρόπο ορίζεται η μοίρα και για τους τραγικούς ήρωες. Με την έννοια του τόπου. Ξέρετε ο χρόνος δεν μπορεί να συνειδητοποιηθεί από τον άνθρωπο. Είναι σχηματικές οι έννοιες του χρόνου. Ακόμη και με τα ρολόγια, τις ώρες, τις ημερομηνίες που έχουμε, δεν συνειδητοποιείται η έννοια του χρόνου. Ο μόνος τρόπος για να κατανοήσουμε την έννοιά του είναι να τον αντιμετωπίσουμε ως τόπο, ως χώρο που μας έχει μοιραστεί, και με το σώμα μας το μυαλό μας, το αίμα μας, τον ιδρώτα μας, το γέλιο μας, το κλάμα μας να κάνουμε την ιχνηλασία του.
ΠτΘ: Απ’ αυτήν τη διαρκή προσπάθεια ιχνηλασίας αντλείται μάλλον και η αξιοπρέπεια του ανθρώπου, όπως συμβαίνει και με τους τραγικούς ήρωες.
Γ.Κ.: Σαφώς.
ΠτΘ: Οι πρώτες φωτογραφίες που είδαμε από τη συγκεκριμένη παράσταση κατ’ αρχήν παραπέμπουν σε τραγωδία μ’ ένα σύγχρονο τρόπο. Είναι έτσι; Και βέβαια έχετε και ένα νεαρό θίασο…Εσείς παίζετε τον Ετεοκλή, ήρωα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αφού αυτός έχει τελείως παρασυρθεί από τη γοητεία της εξουσίας.
Γ.Κ.: Στο κείμενο αναφέρεται ότι ο χορός αποτελείται από παρθένες. από νέα κορίτσια της περιοχής των Θηβών. Από την άλλη πλευρά, ο Ετεοκλής, ο γιος του Οιδίποδα, ένα από τα δύο αδέλφια, δεν είναι τίποτα άλλο παρά αυτό που λέει το ίδιο του το όνομα. Το πρώτο συνθετικό του ονόματός του έχει την έννοια του καθαρού, του βέβαιου, εν αντιθέσει με το δεύτερο που έχει σχέση με τη δόξα, τη φήμη, το αβέβαιο. Είναι σαν μέσα στο όνομά του να είναι παντρεμένη η έννοια της βεβαιότητας, με την έννοια της αβεβαιότητας, ουσιαστικά δηλαδή ό,τι είναι ο άνθρωπος. Αυτό σημαίνει Ετεοκλής. Είναι ένα αρσενικό ον, επηρμένο. Όσες φορές έχω δει τους «Επτά επί Θήβας», τον παρουσιάζουν σαν ένα ήρωα. Ξεχνούν ότι αυτός είναι εν αδίκω, έπρεπε να είχε δώσει την εξουσία στον αδελφό του, ασχέτως αν είναι αδιανόητο αυτό που ο Πολυνείκης κάνει, που επιτίθεται στην ίδια του την πόλη, στην ίδια του τη γη, στην ίδια του τη μάνα. Επίσης στην παράσταση, διαχέεται μια αίσθηση συνέχειας της άρρωστης εναλλαγής εξουσίας που υπάρχει από τον Οιδίποδα. Μην ξεχνάμε ότι και ο Ετεοκλής είναι από τον οίκο τον Λαβδακιδών και η ίδια η λέξη δεν κουβαλά τίποτα άλλο, παρά κάτι το χωλό, κάτι το κουτσό. Από εκεί βγαίνει και το γράμμα Λάμδα. Λάμδα. είναι κάτι το χωλό, σαν να υπάρχει πάντα μια δυσκολία στο περπάτημα, σ’ αυτό το περπάτημα, που σας είπα πριν, στον τόπο του χρόνου της ζωής μας. Ο ήρωας νομίζει ότι όλα μπορεί να τα δει. Και, σ’ αυτό το έργο, υπάρχει σχέση με το ρήμα βλέπω. Οράω -ορώ, ξέρω, γνωρίζω αυτό που βλέπω.
ΠτΘ: «Δέδορκα και ουχ ορώ». Συμβαίνει κατ’ εξοχήν αυτό με τους τραγικούς ήρωες.
Γ.Κ.: Άλλωστε το ρήμα οίδα, που σημαίνει γνωρίζω, έχει ως απαρέμφατο το ειδέναι που έχει άμεση σχέση με τον αόριστο του οράω – ορώ. Η έννοια, λοιπόν, του βλέπω, η σχέση του βλέπω με το γνωρίζω είναι άμεση. Αυτό ουσιαστικά κάνει και ο Οιδίποδας. Σκοτώνει το εργαλείο της όρασής του από τη στιγμή που καταλαβαίνει, συνειδητοποιεί, ότι τίποτα στην ολότητά του δεν μπορεί να γνωρίσει. Ο Ετεοκλής σαν το ξέρει γι’ αυτό και έχει και κάποια άλλα μάτια, τα μάτια του Αγγέλου. Είναι σαφές στο κείμενο, το δηλώνει και ο Άγγελος, το άλλο πρόσωπο στην τραγωδία αυτή, με τη φράση «εγώ θα είμαι τα μάτια σου, εγώ θα βλέπω πλέον έξω.»
ΠτΘ: Δεν δυσκολεύεστε πάντως να είστε πολίτης του κόσμου στο θέατρο. Και πολωνό συνεργάτη σ’ αυτή την παράσταση έχετε αλλά και μουσική γεωργιανού συνθέτη χρησιμοποιείτε… Γενικά κυκλοφορείτε στο παγκόσμιο θέατρο.
Γ.Κ.: Ναι, συνεργάζομαι πάντα. Και στην «Αντιγόνη» είχα συνεργασθεί με κάποιες από τις μεγαλύτερες φυσιογνωμίες που έχει το παγκόσμιο θέατρο. Το Μαρτσέλο Μάνι που είναι συνιδρυτής του Θεάτρου Κομπλισιτέ στην Αγγλία, ό,τι πιο σημαντικό υπάρχει στο θέατρο αλλά και με τον Ρουσταβέλι στην Τιφλίδα και με τον Ρόμπερτ Στούρουα και τον χορογράφο Αλεξίτζε. Πιστεύω σ’ αυτή την ανταλλαγή θέσεων και οπτικής που μπορεί να έχουν οι άλλοι καλλιτέχνες.
ΠτΘ: Ένας θεατής γιατί θα έπρεπε να έρθει να δει την παράστασή σας;
Γ.Κ.: Θα ήθελα να έρθει για να δει μία θεατρική πράξη που γίνεται τώρα. Πιστεύω πρώτα απ’ όλα στο ότι ο θεατής δεν θα πρέπει να βαριέται στο θέατρο. Αυτή είναι επικίνδυνη σαν φράση, γιατί αμέσως σπρώχνει το θέατρο μόνο σ’ ένα χώρο διασκέδασης. Το θέατρο είναι και διασκέδαση. Δεν είναι μόνο διασκέδαση είναι και ψυχαγωγία. Είναι ένας τρόπος για να μπορεί να σκεφθεί ο θεατής κατά τη διάρκεια της παράστασης αλλά και μετά την παράσταση, αλλά πάνω από όλα ο θεατής δεν γίνεται να βαριέται. Δεν γίνεται ο θεατής να αντιμετωπίζει την αρχαία ελληνική τραγωδία σαν κάτι το παλιό, το βαρύγδουπο το δύσκολο. Λέω αυτή τη στιγμή εκφράσεις που χρησιμοποιεί ο θεατής, τις περισσότερες φορές, όταν βλέπει μία αρχαία ελληνική τραγωδία, αλλά, αν έρθει στη δική μας παράσταση, πιστεύω ότι θα δει μία θεατρική πράξη που γίνεται εκείνη τη στιγμή, μπροστά του. Αυτό, η επικοινωνία, η συνεννόηση του θεατή και του ηθοποιού ή των ηθοποιών που παίζουν επάνω στη σκηνή, δημιουργεί μία ιδιαίτερη συγκίνηση, κι αυτό είναι θέατρο. Στη δική μας παράσταση ο θεατής θα δει λοιπόν θέατρο.
ΠτΘ: Συνδέετε τη συγκεκριμένη παράσταση και με το «Τέλος του παιχνιδιού» του Μπέκετ; Γιατί;
Γ.Κ.: Μα το «Τέλος του παιχνιδιού» του Μπέκετ είναι ακριβώς αυτό. Κάποιος ο οποίος δεν βλέπει και κάποιος άλλος που βλέπει απ’ έξω, και εξηγεί σ’ αυτόν που είναι μέσα, αυτά που γίνονται έξω. Πιστεύω στην άμεση σχέση του Αισχύλου με τον Μπέκετ. Αν θέλετε ο Αισχύλος είναι ο πρώτος τραγικός και ο Μπέκετ ο τελευταίος. Υπάρχει ένα κλείσιμο του κύκλου του τραγικού έργου.
Αλλά μέχρι εκεί η έννοια της διακειμενικότητας και των αναφορών στα έργα του Αισχύλου. Εμένα πάνω απ’ όλα, αυτό που μ’ ενδιαφέρει σε μία παράσταση είναι ο κοινός λόγος, που έλεγε ο συγχωρεμένος φίλος μου, ο Γιώργος ο Χειμωνάς που, κατά τη γνώμη μου, είναι ό,τι πιο σημαντικό πέρασε από τα γράμματα τα τελευταία χρόνια. Μιλούσε γι’ αυτή την έννοια του κοινού λόγου και έλεγε ότι ένα έργο, είτε θεατρικό είναι, είτε λογοτεχνικό, ένα καλλιτεχνικό έργο πρέπει να μπορεί την ίδια στιγμή να μιλά σ’ όλους τους ανθρώπους λέγοντας διαφορετικά πράγματα.
ΠτΘ: Ν’ αναφερθούμε και στους συντελεστές της παράστασης;
Γ.Κ.: Εκτός από την μετάφραση και τη σκηνοθεσία που τα έχω κάνει εγώ, τα σκηνικά και τα κουστούμια του Pawel Dobrzyckύ, που είναι ένας από τους σημαντικότερους σκηνογράφους της Πολωνίας και κατέχει την έδρα της Σχολής Καλών Τεχνών στην Βαρσοβία, συνεργάτης μου και σε άλλες παραστάσεις στην «Αντιγόνη», στον «Άμλετ»… Η μουσική είναι του Μιχάλη Χριστοδουλίδη, ενώ ακούγονται, κατά τη διάρκεια της παράστασης, μουσικά θέματα του Γκία Καντσέλι του Γεωργιανού μουσικοσυνθέτη. Εκτός από μένα στην παράσταση παίζουν ο Γιώργος Ζιώβας η Γεωργία Γεωργαντοπούλου, η Νατάσσα Τριανταφύλλη, η Αγάπη Βατιάνου, η Μαρία Δημητράτου, η Σύλβια Λιούλιου, η Δήμητρα Μάγιου, η Λιλή Τσεζματζόγλου, η Μυρτώ Δαρούσου και η Ρεγγίνα Μανδηλάρη.
ΠτΘ: Κύριε Κιμούλη για τη συνομιλία πολύ σας ευχαριστούμε…Καλή επιτυχία στην παράστασή σας…
Γ.Κ.: Κι εγώ σας ευχαριστώ.
Τ.Β.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
