Αναβιωνουν τα «Παρχαρια»

Αναβιώνει την Κυριακή 18 Ιουλίου στις 9:30 το πρωί στο άλσος της Νυμφαίας το ποντιακό έθιμο «Παρχάρια» από το Σύλλογο Ποντιακής Νεολαίας Ροδόπης σε συνεργασία με την Παμποντακή Ομοσπονδία Ελλάδας. Ο Πρόεδρος του Συλλόγου Γιάννης Νικολαίδης μιλά σήμερα για το έθιμο και την αναβίωσή του τονίζοντας ότι στόχος τους είναι να δημιουργηθεί «Παρχάρι» και στην περιοχή μας το οποίο να χρησιμοποιείται για την αναβίωση του εθίμου αλλά και γενικότερα για οικοτουρισμό. Στο πλευρό τους για την υλοποίηση του στόχου αυτού ο ιδιοκτήτης της κλινικής Άγιος Γεώργιος κ. Στασινόπουλος καθώς και ο διευθυντής κ. Μαρούδας.

Το έθιμο

«Παρχαρεύω για τον πόντιο σημαίνει περνώ από ένα καθεστώς καταπιεστικό στην ελευθερία όπου μπορούσε να τραγουδά, να χορεύει, να μιλά και να συμπεριφέρεται ρωμαίικα.

Το έθιμο αναφέρεται στις μετακινήσεις κτηνοτρόφων από τον Πόντο από τα χαμηλά σε ψηλές τοποθεσίες, μία συνήθεια αιώνων, για να αποφύγουν οι κάτοικοι της περιοχής την υγρασία και τις υψηλές θερμοκρασίες, καθώς επίσης για να βρουν βοσκή για τα ζωντανά τους. Όταν έλιωνε το χιόνι φύτρωναν διάφορα χόρτα και αγριολούλουδα τα οποία αποτελούσαν πλούσια τροφή για τα ζώα γαλακτοπαραγωγής και καθοριστικό παράγοντα για την παραγωγή άριστης ποιότητας γαλακτοκομικών προϊόντων.

Κάθε χωριό και κάθε κωμόπολη έχει τη δική του τοποθεσία, το δικό του συνοικισμό, πάνω στο παρχάρι. Μ’ αυτόν τον τρόπο δημιουργήθηκαν ολόκληρα χωριά πάνω στα βουνά, χωριά που έμεναν έρημα για εννιά ή δέκα μήνες το χρόνο. Στα βουνά του Πόντου και του Καυκάσου υπήρχαν σπίτια, ξύλινα ή πέτρινα είτε πέτρινα στη βάση τους και ξύλινα στο επάνω μέρος.

Η θερινή διαμονή στα παρχάρια ξεκινούσε τέλη Απριλίου και τελείωνε στα τέλη Σεπτεμβρίου. Η έναρξη και ο τερματισμός αυτής της περιόδου συνοδευόταν από εκδηλώσεις γενικής ευωχίας και χαράς.

Στα παρχάρια που κρατούσαν μία εβδομάδα υπήρχε έκθεση γαλακτοκομικών προϊόντων όπου οι κάτοικοι των πόλεων αγόραζαν καλύτερης ποιότητας τυριά. Οι πόντιοι να σημειώσουμε ότι δεν ξεχωρίζουν τη φέτα από το κασέρι και όλα τα είδη τα ονομάζουν τυριά. Λένε διπλό τυρί κάτι αντίστοιχο του κασεριού και μονόν τυρί που είναι το αντίστοιχο της φέτας. Μάλιστα από περιοχή σε περιοχή διαφέρουν τα τυριά. Επίσης έφτιαχναν το παρχαροτήρι το οποίο ήταν καπνιστό και παρασκευαζόταν το φθινοπωρο γιατί το χόρτο ήταν ξερό και γινόταν πιο παχύ το βούτυρο, το παρχαρί τυρί, το γαίς τυρί το οποίο είναι ανάλατο κασέρι , και επίσης την τυροκλωστή ανάλατο τυρί που το έτρωγαν για πρωινό μαζί με το φρούστορο(ομελέτα).

Στα παρχάρια γίνονταν επίσης αθλοπαιδιές, έπαιζαν ομαδικά παιχνίδια όπως την γαϊσίτσα, τη σκοινί που αποτελεί διαγωνισμό δύναμης, τη γαϊδουρί, κάτι αντίστοιχο της τσανταλίνας μανταλίνας, την τσάλτικα, παιχνίδι που παίζεται με βέργες ξύλου.

Πολλές φορές τα παρχάρια συνδυάζονταν και με χριστιανικές γιορτές»
κυρίως στην περιοχή της Τσάλκας στην Γεωργία.

Διατήρηση του εθίμου

«Το έθιμο διατηρήθηκε από τους Πόντιους που μετανάστευσαν στις πρώην δημοκρατίες του Καυκάσου αλλά και στην Ελλάδα στον Νομό Κοζάνης, σε δύο περιοχές, στον Άγιο Δημήτριο και στην περιοχή Κομνηνών Πτολεμαϊδος στο Βέρμιο όπου υπάρχουν παρχαρόσπιτα και διοργανώνονται πανηγύρια που συγκεντρώνεται πλήθος κόσμου. Είναι μία συνέχεια αιώνων. Εκείνο που πρέπει να σημειώσουμε είναι ότι τα Παρχάρια γίνονται κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο σε όλα τα μέρη, τόσο στην Τσάλκα, στην Αρμενία και στο Σοχούμ οσο και στην Ελλάδα».

Η αναβίωση του εθίμου

Τα παρχάρια φέτος θα γίνουν στο Άλσος της Νυμφαίας από το Σύλλογο Ποντιακής Νεολαίας Ν.Ροδόπης ‘Η Τραπεζούντα’ που εδώ και τρία χρόνια έχει αναλάβει την αναβίωση του εθίμου. «Με αίσθημα ευθύνης, αίσθηση των υποχρεώσεων και του καθήκοντός μας πήραμε την απόφαση για την αναβίωση του εθίμου Παρχάρια. Η ιδέα ξεκίνησε από το Σύλλογο μετά από συμμετοχή σε συγκεκριμένο δρώμενο σε διάφορες περιοχές της Ελλάδος, καθώς και από τις μαρτυρίες των παππούδων αλλά και τις μαρτυρίες των νεοπροσφύγων κυρίως της Γεωργίας και της Αρμενίας και ειδικά από την περιοχή του Σοχούμ οι οποίοι νοσταλγούσαν και ζητούσαν να θυμηθούμε του «Παρχαρι τον βίον» όπως λέγεται χαρακτηριστικά.

Φέτος στα Παρχάρια, θα συμμετέχουν 450 χορευτές από όλη την Ελλάδα Συγκεκριμένα θα συμμετέχουν 9 σύλλογοι Δράμας, 9 Ημαθίας,2 Κοζάνης, 2 Καστοριάς, 1 Κιλκίς, 4 Θεσσαλονίκης, 1 Σερρών, 1 Καβάλας, 1 Αλεξανδρούπολης, 2 Κομοτηνής, 1 Πτολεμαίδας, 1 Πέλλας καθώς και πολλοί άλλοι σύλλογοι μέλη της Παμποντιακής Ομοσπονδίας Ελλάδας. Θα αναβιώσουν κάποια παιχνίδια όπως τη Γαϊδουρί, της Γαϊσίτσας. Οι επισκέπτες θα έχουν την ευκαιρία να δοκιμάσουν νόστιμα ποντιακά εδέσματα ετοιμασμένα από ανθρώπους που γνωρίζουν την τέχνη της μαγειρικής και δέχτηκαν αφιλοκερδώς να τα ετοιμάσουν. Μιλάμε για χιλιάδες πισία και πιροσκία εκατοντάδες λίτρα της ποντιακής σούπας τανοσούρ, πιλάφι Καύκασου δηλαδή πιλάφι με κομμάτια αρνίσιο κρέας και άφθονο ταν (αριάνι) σήμα κατατεθέν των Ποντίων. Θα υπάρξει επίσης έκθεση τυριών και όποιος επιθυμεί θα έχει τη μοναδική ευκαιρία να τα γευτεί. Επίσης θα υπάρχουν ζωντανές μαρτυρίες από ανθρώπους όπως τα βίωσαν οι ίδιοι σε περιοχές της Αρμενίας, της Γεωργίας και του Πόντου».

Καταγραφή της ποντιακής παράδοσης

Ο Γιάννης Νικολαίδης εδώ και χρόνια επισκέπτεται διάφορες περιοχές και καταγράφει ήθη και έθιμα αλλά και γενικότερα πολιτιστικά στοιχεία που αφορούν στη ζωή και την παράδοση των ποντίων. «Έχω σαν χόμπι να καταγράφω οτιδήποτε έχει σχέση με τον πολιτισμό γενικά του Πόντου όχι μόνο για να μένουν τα έθιμα αλλά και για να μείνει η μουσικότητα της ποντιακής διαλέκτου. Ψάχνω και βρίσκω ανθρώπους που έλκουν την καταγωγή από διαφορετικά μέρη του Πόντου αλλά και που εγκαταστάθηκαν σε διαφορετική περιοχή της Ελλάδος, είτε κατοίκων από τις δημοκρατίες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. Βλέπω ότι υπάρχει αξιοσημείωτη διαφορά στη διάλεκτο και ως προς τον τρόπο ομιλίας από περιοχή σε περιοχή, για αυτό και η Τραπεζούντα είχε άλλη προφορά, η Κερασούντα άλλη, η Σαμψούντα άλλη, οι έλληνες του Καυκάσου άλλη, οι Αργυρουπολίτες άλλη. Κάποιοι χρησιμοποιούν περισσότερες λέξεις αρχαΐζουσες, κάποιοι έχουν περισσότερα ξένα στοιχεία, κάποιοι μιλάνε πιο καθαρά, κάποιοι πιο βαθιά. Θέλω να τις καταγράψω αυτές τις διαφορές γιατί σε λίγα χρόνια δεν θα έχουμε αυτή την πολυτέλεια, θα μιλάμε βέβαια ποντιακά κάποιοι αλλά με ευρωπαϊκή προφορά και όχι των προγόνων. Είναι θέμα περιοχής η προφορά.»

Εν κατακλείδι…

«Χωρίς μνήμη δεν υπάρχει ιστορία και λαός χωρίς ιστορική μνήμη είναι καταδικασμένος σε αφανισμό. Εμείς η Ποντιακή Νεολαία του Νομού Ροδόπης μέσα από το Σύλλογο που φέρει το όνομα «Τραπεζούντα», άλλοτε πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας των Κομνηνών, κινηθήκαμε ωθούμενοι από την αγάπη μας για τον πολιτισμό και αισθανόμενοι το χρέος να δημιουργήσουμε μία οργανωμένη εστία ποντιακού πολιτισμού στη φιλόξενη γη της ακριτικής Θράκης»

Ζωντανές μαρτυρίες

Το όνομα μ’ έν’ Ηλίας Τσουλφάς. Εγενέθα ’ς σο χωρίο Χούρμαλουχ του Σοχούμ της Γεωργίας ’ς σον Καύκασο.

Απ’ έσ ’ς σον Απρίλ εχπάσκουμες για τον παρχάρ. Εμάζευαμε τα ζώγα, χτήνια, αιγίδια, άλογα και πρόγατα και κάμποσα οικογένειας μαζί και τα ζώγα τη καλχαζί και έμπαιναμε σο δρόμο τη παρχαρί.

Τα ζώγα εγροίκαναν ατό και λάλειναν χαρεμένα, χιλιάδες κωδώνα εκωδώνιζαν, αντιβώαναν τα λαγκάρια και τα ορμία.

Το χιον ελύουτον και εμείς επαίγναμε ύψος, έβγαινε πράσινο χορτάρ, λογής τη λογιών έβγαιναν άγρια λουλούδια, μανουσάκια, άγρια τριφύλλε, κοτσάκια, σιλέκια, λεφόρε. Πρώτα έφταναμε ’ς σον παρχάρ χολχόνια. Εκεί εκάθουμνες δέκα ημέρας. Επ’ εκεί επαίγναμε σ’ εμέτερο ’ς σον παρχάρ που έτον η Τσούχα, όπου το χορτάρ χορτούμ( έδινε της καλύτερης ποιότητηας βούτυρο και τυρί)εκεί έτον σαράντα πόντους. Το χωρίο Άκαπα και Ραχίν επαίγνε σ’ Ηλεκάμας τον παρχάρ. Το χωρίο Χαλατσιδόν επαίγναν ’ς σον παρχάρ Πουγιχι. Η ημέρα ντο έφευγαμε ασο χωριό για τον παρχάρ έτον ημέρα χαράς γιατί επαίγναμε για τα κρύα τα νερά, το κλίμα, τα κέφε, τα γλέντια. Εξέρτς εκεί ’ς σα παρχάρια έρχουνταν για διακοπές πολλά κόσμος και γίνουνταν τρανά πανογύρια. Έπαιζαμε και παιχνίδια όπως τη γαϊσίτσας, τη γαϊδουρί, την τσάλτικα και εποίναμε και παλαιστικά αγώνας. Σ’ ατά τα πανογύρια επούλναμε τα τυρίαν εμούν. Τυρίν εποίναμε το διπλόν τυρί, το μονό τυρί, τα τσοκαλίκια, τα τσορτάνια, το παρχαροτύρι, το τουλουμί τυρίν και το καπνιστόν.

«Το όνομά μου είναι Ηλίας Τσουφλιάς. Γεννήθηκα στο χωριό Χούρμαλουχ του Σοχούμ της Γεωργίας στον Καύκασο. Μέσα Απριλίου ετοιμαζόμασταν για το Παρχάρι. Μαζεύαμε τα ζώα τα πρόβατα τα γίδια τα άλογα και κάμποσες οικογένειες και μπαίναμε στο δρόμο του παρχαριού. Τα ζώα το καταλάβαιναν αυτό και φώναζαν χαρούμενα, χιλιάδες κουδούνια κουδούνιζαν, αντιλαλούσαν τα λαγκάδια και τα ρουμάνια. Το χιόνι έλιωνε και εμείς προχωρούσαμε ψηλά, όπου έβγαινε πράσινο χορτάρι, λογής –λογής άγρια λουλούδια, μανουσάκια, άγρια τριφύλλια, κοτσάκια, σιλέκια, λεφόρε. Πρώτα φτάναμε στο παρχάρ Χολχόνια. Εκεί καθόμασταν δέκα ημέρες. Από εκεί πηγαίναμε στο δικό μας παρχάρ στην Τσούχα, όπου το χορτάρι χορτούμ( έδινε της καλύτερης ποιότητας βούτυρο και τυρί)εκεί ήταν σαράντα πόντους. Το χωριό Άκαπα και Ραχίν πήγαινε στο παρχάρ της Ηλεκάμας . Το χωριό Χαλατσιδόν στο Πουγιχι. Η ημέρα που φεύγαμε από το χωριό για το παρχάρ ήταν ημέρα χαράς γιατί πηγαίναμε για τα κρύα τα νερά, το κλίμα, τα κέφια, τα γλέντια. Ξέρετε εκεί στα παρχάρια έρχονταν για διακοπές πολύς κόσμος και γίνονταν μεγάλα πανηγύρια. Παίζαμε και παιχνίδια όπως τη γαϊσίτσας, τη γαϊδουρί, την τσάλτικα και κάναμε και παλαιστικούς αγώνες. Σ’ αυτά τα πανηγύρια πουλούσαμε τα τυριά μας. Τα τυριά που κάναμε ήταν το διπλόν τυρί, το μονό τυρί, τα τσοκαλίκια, τα τσορτάνια, το παρχαροτύρι, το τουλουμί τυρίν και το καπνιστόν.

Η μαρτυρία της Μάρθας Μπαταλίδου από το χωριό Αγκαβάν της Αρμενίας

Το όνομα μ’ έν’ Μάρθα Μπαταλίδου. Εγενέθα ’ς σο χωρίο Αγκαβάν της Αρμενίας.

Σον Παρχάρ εβγαίναμε ασον Απρίλ’ ούς τον Οκτώβριο. Τον Απρίλ’ ελύουτον το χιόν’ και έβγαινε το χορτάρ’ και τον Οκτώβριο η γη εσκεπάουτον το χιόν’ και εκλώσκουμνες σα χαμηλά. Εκεί στα παρχάρια έτον το κλίμα καλό, το χορτάρ’ πολλά, το νερό κρύο. Εβόσκουσαν τα ζώα και εδίναν γάλα πολλά με καλό βούτορο. Εκεί αν’ ο κάθα εις εποίνεν τα τυρία τ’, όπως το τσιτσίλ τυρί, την φέτα, μοταλί τυρί, τυρομιτζίν και το κουτί τυρί. Εποίναμεν και τυρικλωστήν, ατό έτρωγαμ’ ατό για πρωινό. Σα παρχάρια εγίνουνταν πανηγύρια ασο πρωί ως αργά το βράδο. Φως ’κ’ είχαμεν για τ’ ατό έφτυναμε τα μερμέλας. Ο κύρη μ’ έπαιζεν την λύρα, και έπαιζαν και ζουρνά με το ταούλ. Φουρνία ’ς σα ψηλά ’κ’ έχναμεν αλλά έχναμεν οτσάγα και εποίναμε λαβάσια. Σα παρχάρια επαίγναν ολόκληρα οικογένειας, εγενίουνταν και μωρά. Η γιαγιά μ’ είχε δεκαέξι μωρά. Όντες εκάθουσαν ’ς σο φαΐ εμέτρανεν ατά. Εποίναμε και το έθιμο «Φιτσέκ παρχάτς». Το φιτσέκ εν’ λουλούδι και το παρχάτς ένα τρανό σκεύος. Κάθε ένα κορίτσ’ εβάλνεν απές ’ς σο παρχάτς ένα φυλαχτό. Το παρχάτς ατό έκρυφταμ’ ατό. Τα παιδία επολέμαναν να εβρήκνατο. Αν έβρηκαν ατό είχαν δικαίωμα να έρχονταν ’ς σο γλεντίν εμούν τ’ άλλ’ την ημέρα. Τ’ άλλ’ την ημέρα ένα μικρό κορτσόπον εβγάλνε όλα τα φυλαχτά ένα – ένα και είνας γυναίκα, η παρχαρομάνα, έλεγεν τραγωδία χωρίς να ελέπ’ τίνος έν’ το φυλαχτό. Αν η τραγωδία έτον χαρούμενο σήμαινε ότι η τύχη τη κοριτσί θα έτον καλό, αν ’κ ’ έτον ατόσον χαρεμένο η τύχη τη κοριτσί ’κ ’ θα έτον ατόσο καλό. Αμά πάντα χαρεμένα τραγωδίας έλεγαν και αέτς όλ’ έσαν ευχαριστημέν».

Το όνομά μου είναι Μάρθα Μπαταλίδου. Γεννήθηκα στο χωριό Αγκαβάν της Αρμενίας. Στο Παρχάρι βγαίναμε από τoν Απρίλιο έως τον Οκτώβριο. Τον Απρίλιο έλιωνε το χιόνι και έβγαινε το χορτάρι και τον Οκτώβριο η γη σκεπάζονταν με χιόνι και γυρνούσαμε στα χαμηλά. Εκεί στα παρχάρια ήταν το κλίμα καλό, το χορτάρι πολύ, το νερό κρύο. Βοσκούσαν τα ζώα και έδιναν γάλα πολύ με καλό βούτυρο. Εκεί ο καθένας έφτιαχνε το τυρί του, όπως το τσιτσίλ τυρί, την φέτα, μοταλί τυρί, τυρομιτζίν και το κουτί τυρί, Κάναμε και την τυροκλωστή που την τρώγαμε για πρωϊνό. Στα παρχάρια γίνονταν πανηγύρια από το πρωί έως το βράδυ. Φως δεν είχαμε για αυτό φτιάχναμε τα φαναράκια. Ο πατέρας μου έπαιζε λύρα και άλλοι έπαιζαν ζουρνά και νταούλι. Φούρνους στα ψηλά δεν είχαμε αλλά είχαμε τζάκια και κάναμε λαβάσια. Στα παρχάρια πήγαιναν ολόκληρες οικογένειες και γεννιόνταν και μωρά. Η γιαγιά μου είχε δεκαέξι μωρά. Όταν κάθονταν για φαγητό τα μετρούσαν. Κάναμε και το έθιμο «Φιτσέκ παρχάτς». Το Φιτσέκ είναι λουλούδι και το παρχάτς ένα μεγάλο σκεύος. Κάθε ένα κορίτσι έβαζε μέσα στο παρχάτς ένα φυλακτό. Το παρχάτς αυτό το κρύβαμε. Τα παλικάρια πολεμούσαν να το βρουν. Αν το έβρισκαν είχαν το δικαίωμα να πάνε στο δικό μας γλέντι την άλλη μέρα. Την άλλη μέρα ένα κοριτσάκι τραβούσε ένα- ένα τα φυλαχτά και μία γυναίκα η παρχαρομάνα έλεγε ένα τραγούδι χωρίς να βλέπει τίνος είναι το φυλαχτό. Αν το τραγούδι ήταν χαρούμενο σήμαινε ότι η τύχη του κοριτσιού θα ήταν καλή, αν δεν ήταν τόσο χαρούμενο η τύχη του κοριτσιού δεν θα ήταν τόσο καλή. Αλλά πάντα χαρούμενα τραγούδια έλεγε και όλες ήταν ευχαριστημένες».

To έθιμο στην περιοχή της Τσάλκας από την Αφροδίτη Καρελιάδου

Ο Νομός της Τσάλκας είναι αγροτική περιοχή που βρίσκεται στα ορεινά της Νότιας Γεωργίας. Καλύπτει εκταση 1050,6 τ.μ και ο πληθυσμός του Νομού το 1989 ανερχόταν στα 44.438 άτομα. Η πλεοψηφία των κατοίκων ήταν ελληνικής καταγωγής (“γκρεκι” τους λέγανε οι ντόπιοι πληθυσμοί), που εμφανίστηκαν στη περιοχή το 1829 με το τέλος του Ρωσοτουρκικού πολέμου, ακολουθώντας τα ρωσικά στρατεύματα για να αποφύγουν τις τούρκικες σφαγές.

Οι Έλληνες της Τσάλκας, σεμνοί και θρήσκοι επέμεναν να διατηρούν τις συνήθειες και παραδόσεις των προγόνων τους. Μια από τις συνήθειες των Ελλήνων αγροτών ήταν να ανεβάζουν τα κοπάδια τους για βοσκή ψιλά στον ορεινό όγκο. Οι κτηνοτρόφοι μένανε για μήνες ολόκληρους πάνω στα βουνά και σπάνια κατέβαιναν στα χωριά τους. Κάθε χωριό είχε τα δικά του εδάφη για αυτό το σκοπό. Τα εδάφη αυτά λεγότανε “γιαϊλα” ή στα ποντιακά “παρχάρια”. Οι περισσότερες από τις τοποθεσίες αυτές με την πάροδο του χρόνου έγιναν τόπος μόνιμης κατοικίας των Ελλήνων κτηνοτρόφων. Έτσι δημιουργήθηκαν τα “παρχάρια” του χωριού Αυριανή ο οικισμός Χαντό, τα “παρχάρια” του Μπεστάς – ο οικισμός Ιμέρα, τα “παρχάρια” του Μπασκόβ – ο οικισμός Λιβάδ κλπ . Σχεδόν έξω από κάθε χωριό υπήρχαν μία ή και περισσότερες εκκλησίες χτισμένες στις ορεινές τοποθεσίες. Στη κυριότερη εκκλησία του χωριου γινότανε και το ετήσιο συναπάντημα των Ελλήνων κατοίκων. Την ημέρα που γιόρταζε ο Αγιος της εκκλησιάς αυτής οι Έλληνες όλου του Νομού της Τσάλκα μαζευότανε στο χωριό εκείνο. Την τιμητική τους είχαν οι “απόδημοι Τσαλκαλίδες”, που ερχοτανε απ΄όπου και αν βρισκόταν, από κάθε άκρη της πρώην Σοβιετικής Ενωσης, στο «Αι-Γιωρ», την γιορτή του προστάτη του χωριού. Τα περισσότερα «Αι-Γιωριά» γιορταζόταν τους καλοκαιρινούς μήνες. Σημειωτέον, ότι οι Έλληνες της Τσάλκα γιόρταζαν τις θρησκευτικές τους γιορτές με το Παλιό Ημερολόγιο, ακριβώς όπως έκαναν και οι πρόγονοί τους στον Πόντο. Έτσι, στο χωριό Αυριανή 19 Αυγούστου γιορταζόταν το «Μεταμορφώζ» (ή Μεταμόρφωση), 28 Ιουλίου στα χωριά Τζίνις και Κερεκή γιορταζόταν η «ΜεριαΜανά» (Παναγία Μαρία) , 12 Ιουλίου στο Κουμπάτ γιορταζόταν «Αγί- Παυλός», 14 Ιουλίου στο Εντικκιλισά γιορταζόταν «Κοσμάς-Δαμιανός», 2 Αυγούστου στο Χαντό και Χαραμπά γιορταζόταν ο «Αγί- Ηλιά» κλπ. Στα «Αι-Γιώρια» αυτά μαζευότανε χιλιάδες κόσμος, οργανώνονταν πανηγύρια, στήνονταν «παζάρια»-οι αγρότες πουλούσανε τα προϊόντα παραγωγής τους, οι νοικοκυρές – διάφορα χειροποίητα αντικείμενα και γαλακτομικά προϊόντα. Κυρίως παρασκευαζόταν τα τυριά “κελλέ – πεϊνίρ και “τζιβίλ πεϊνίρ” και το “σουλ-νγουλ”. Οργωνόταν επίσης και « γουλιάς” – με διάφορες μορφές πάλης και λάμβαναν χώρα διάφορες μουσικοχορευτικές εκδηλώσεις . Στα παλιά τα χρόνια παιζόταν πολύ ο ζουρνάς, το νταβούλ και ο κεμεντζές, αργότερα καθιερώθηκε και το αρμόνιο. Οι χοροί που χορευόταν περισσότερο – το κότσαρι, το σαλαχό και το ομάλ. Σύμφωνα με τις παραδόσεις των Ελλήνων της Τσάλκα στα «Αι-Γιώρια» κατά τη διάρκεια του γλεντιού έβγαζαν να χορέψουν στη μέση τα νέα ζευγάρια, που είχαν παντρευτεί στη διάρκεια όλης της χρονιάς και οι συγγενείς και γνωστοί, χορεύοντας μαζί τους τους χάριζαν «σαμπάς» (χρήματα).

Με τη πάροδο του χρόνου οι Σοβιετικές Αρχές επηρεασμένες από τις εκδηλώσεις των Ελλήνων δημιούργησαν τον θεσμό «ΤΡΙΑΛΕΤΟΜΠΑ», το μεγαλύτερο ετήσιο Συναπάντεμα των Ελλήνων της Γεωργίας, που γινότανε στον όρο Τριαλέτης και στο οποίο λάμβαναν χώρα όλες οι δραστηριότητες που γινότανε και στα «Αι-Γιώρια», εκτός από το θρησκευτικό περιεχόμενό τους, αφού γινόταν υπό την αιγίδα του Κράτους.

Με τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και τη Μετανάστευση των Ελλήνων στην Ελλάδα και τη Νότια Ρωσία- Καύκασο ο θεσμός αυτός κοντεύει να διαλυθεί, αφού οι Τσαλκαλίδες που απέμειναν είναι λίγοι, ενώ στη περιοχή έχουν εγκατασταθεί Γεωργιανοί-μετανάστες.

Α.Π.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.