Γιατι θεατρο αραγε;
Θέατρο. Το δέος του απλού ανθρώπου μπροστά που βλέπει και σ΄ αυτό που φαντάζεται. Ποιος το χρειάζεται; Γιατί υπάρχει; Ερώτημα που θέτει όχι μόνο ο ειδικός, αλλά και κάθε άνθρωπος που αγαπά το θέατρο. Αναμφίβολα σκοπός της τέχνης είναι να εξηγήσει στον ίδιο τον δημιουργό και στους γύρω του, γιατί ζει ο άνθρωπος, πού είναι το νόημα της ύπαρξής του, να εξηγήσει στους ανθρώπους για ποιο λόγο εμφανίστηκαν σ΄ αυτόν τον πλανήτη, ή τουλάχιστον να θέσει το ερώτημα: Από πού ήρθα; Ποιος είμαι; Πού πάω;
Αυτό το γλυκό καθημερινό βάσανο να συντονιστεί με τον κόσμο γύρω του, το ανέφικτο της κατάκτησης του σύμπαντος, δια μέσου της επιστήμης, τον οδηγεί όλο και περισσότερο στην καλλιτεχνική δημιουργία. Έτσι του δίνεται η δυνατότητα να γνωρίσει καλύτερα τον εαυτό του και τον άνθρωπο. Γιατί σε τελευταία ανάλυση ο λειτουργικός ρόλος της τέχνης έγκειται στη μετάδοση της γνώσης, μιας γνώσης που εκφράζεται σαν σοκ, σαν κάθαρση κάθε φορά που η καλλιτεχνική ανακάλυψη παρουσιάζεται σαν μία, και μοναδική, εικόνα του κόσμου, σαν ιερογλυφικό της απόλυτης αλήθειας. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η τέχνη είναι σύμβολο του σύμπαντος εφόσον έχει σχέση με την απόλυτη πνευματική αλήθεια, μια αλήθεια που οι θετικιστικές πρακτικές ενέργειές μας, μας κρύβουν, για να θυμηθούμε τον Αριστοτέλη: «Τα πράγματα όχι όπως είναι, αλλά όπως θα ’πρεπε να ’ναι και κάτω από προϋποθέσεις».
Αυτά. Τώρα, στο δικό μας, το ελληνικό θέατρο, ο καθένας έχει τις προσωπικές του γνώμες και επιθυμίες και αφήνει τους άλλους να δουν τόσο μόνο, όσο τον βολεύει. Έτσι, όταν βρίσκονται κάμποσοι μαζί, για να φτιάξουν μια δουλειά, σαν από σιωπηλή συμφωνία, κρύβουν τις προσωπικές τους διαθέσεις κι όχι μόνο τις χειρότερες, κάτω από εντυπωσιακά συνθήματα που δεν έχουν κανένα αντίκρισμα σε βάθος, δίχως κανένα γνήσιο και αληθινό όραμα ενός άλλου είδους θεάτρου, μιας άλλου είδους ζωής. Γιατί, το θέατρο σήμερα αντί να προπορεύεται της ζωής, «ένα αυθυπόστατο κομμάτι ζωής κατά μίμηση της ζωής», την ακολουθεί αντιγράφοντάς την και αναπαριστώντας την. Αποτέλεσμα να ξεπηδήσει αυτός ο ασυμμάζευτος επαγγελματικός ερασιτεχνισμός με τις πλέον επαγγελματικές φιλοδοξίες, και που δυστυχώς είναι αποτέλεσμα της ελαφρότητας της συνείδησης του είναι και του εγώ, χωρίς κανένα παιδεμό του μυαλού και της ψυχής. Ο ηθοποιός ενσυνείδητα θέλει να δημιουργεί. Να κινείται σε μια τέτοια ατμόσφαιρα δουλειάς που να του επιτρέπει να ασχολείται με το «βάσανό» του, όποιος το έχει, και μόνο μ΄ αυτό. Στο θέατρό μας κάτι τέτοιο είναι αδύνατο. Και για να το κατορθώσεις, αργά, και πάλι μια κακή του έκδοση μόνο, πρέπει, επιβάλλεται, να γίνεις παρασκηνιακός, ιντριγκατζής, αναρριχητής στην ιεραρχία καριέρας. Αυτό βέβαια, όπως και το θλιβερό φαινόμενο του γεμάτου άγχους κυνηγητού του μεροκάματου, καμία σχέση δεν έχει με το αντικείμενο ενός ηθοποιού. Πολύ δε περισσότερο σήμερα, που το θέατρο κατάντησε να προσφέρει θέσεις εργασίας στον οποιοδήποτε και με κριτήρια που μόνο καλλιτεχνικά δεν είναι. Σήμερα, που αρκεί μια «συμπάθεια» για να βγεις στο «γυαλί» αρκεί μια φιλία για να ανέβεις στο σανίδι, και ύστερα αέρας στα πανιά μας. Έπειτα οι περισσότεροι νέοι ηθοποιοί, μέσα από τις σχολές τους ακόμα, «εκπαιδεύουν» πιο πολύ τις δημόσιες σχέσεις ή ο,τιδήποτε άλλο παρά το «βάσανό» τους ή το μυαλό τους. Και σιγά σιγά χωρίς να το αντιληφθούν γίνονται πιόνια στα χέρια του «δηλωμένου» σκηνοθέτη ή του παραγωγού, χωρίς καμία αντίσταση, αφού η θέση εργασίας είναι που προέχει και το «άγιο σανίδι» που θέλουν να κατά – πατήσουν.
Εκτός από το να «παίζει» ένας ηθοποιός πρέπει να έχει και κάποιες ανησυχίες για το τι συμβαίνει γενικώς σ΄ αυτό τον κόσμο και τον τόπο του ειδικά, να επιλέγει και να θέλει να βρίσκεται σε μια δουλειά που να προσφέρει και κάτι στο κοινό που μαζεύεται να τον παρακολουθήσει. Αυτό είναι επίσης αδύνατο. Πρώτα πρώτα γιατί τα θέατρα είναι ή νεκρά ή κολακεύουν και πολλά απ΄ αυτά απροκάλυπτα τα τελευταία χρόνια υποθάλπουν τα εφήμερα και φθηνά γούστα του κοινού. Οι τιμητικές εξαιρέσεις που υπάρχουν βεβαιώνουν τα παραπάνω.
Στην Ελλάδα, συμβαίνουν, επίσης, αυτά τα «καταπληκτικά». Όταν ξεπεράσεις ένα μισθολογικό όριο, πρέπει ή να το κρατήσεις ανάλογα με το βιοτικό επίπεδο, στο ίδιο σημείο πάντα, που είναι και ανάλογο του τι ρόλους παίζεις, ή να αποσυρθείς. Επειδή όμως μια τέτοια απόφαση, να τα παρατήσεις δηλαδή, χρειάζεται παραπάνω ευαισθησίες, οι περισσότεροι καταφεύγουν σε μια τρίτη και πιο ανώδυνη λύση. Επιλέγουν να γίνουν θιασάρχες. Έτσι, ο κινηματογράφος και η τηλεόραση, ακόμα και το ραδιόφωνο, όταν προωθούν κάποιον δεν κάνουν τίποτα άλλο από το να γεννούν έναν ακόμα θιασάρχη. Αυτό σημαίνει, θίασοι από νέους ανθρώπους με την τυπική και ουσιαστική λειτουργία των παλιών. Χαρακτηριστικό είναι δε ότι, αυτό που λέγεται «κατεστημένο», σήμερα έχει μέσα του πιο πολλούς «νέους» από «γέρους», ακόμα δε πιο πολλοί νέοι και σε όλους τους χώρους δουλειάς ονειρεύονται μια θέση σ΄ αυτό.
Έτσι, οι ομάδες που φτιάχνονταν ή που φτιάχνονται ακόμα και σήμερα, από νέους ανθρώπους πέφτουν πάνω κάτω, λιγότερο ή περισσότερο, στα ίδια πάντα λάθη. Η δουλειά τους δεν καθορίζεται απ΄ ό,τι θα μπορούσαμε να ονομάσουμε ελληνική αισθητική, «ελληνικότητα». Μπερδεύουν το λαϊκό με το λαϊκίστικο και το απλοϊκό. Αναζητούν την αισθητική και τις μορφές έκφρασής τους σε ξένα πρότυπα και προσπαθούν να τα «φορέσουν καπέλο». Συγχέουν τη συλλογικότητα με τη μετριότητα και την ανικανότητα, την «έρευνα» με την κωλυσιεργία. Τους προσωπικούς στόχους με τους ομαδικούς. Το επίκαιρα κοινωνικό με το ουσιαστικά κοινωνικό, για να καταλήξουν στο κριτήριο, «για την Ελλάδα καλό είναι», που έχει βέβαια βάση και αλήθεια, αλλά στις μέρες μας έχει γίνει το μόνιμο και μοναδικό κριτήριο των πάντων.
Συνεπακόλουθο των παραπάνω, είναι, αυτές οι αντιλήψεις και οι συμπεριφορές να τεμαχίζουν την Ελλάδα σε «θεατρικά διαμερίσματα» και να λένε αυτό για την Κομοτηνή π.χ. καλό είναι ή οι καλλιτέχνες να χαρακτηρίζονται «καλλιτέχνες της επαρχίας» αφού με δεδομένη τη σύγκριση της «ερασιτεχνικής ενασχόλησης» μ΄ αυτή της επαγγελματικής δημιουργίας δεν διακρίνονται διαφοροποιήσεις σε ό,τι αφορά την αισθητική του λόγου και της όψης. Αποτέλεσμα, να ξεφυτρώνουν οι ερασιτεχνικοί θίασοι σαν μανιτάρια και με επαγγελματική νοοτροπία. Πάνω από πενήντα θίασοι «δρουν» κατά αυτό τον τρόπο στην επικράτεια. Γεγονός που προκύπτει από την άποψη ότι όλοι μπορούν να κάνουν θέατρο φτάνει να «ξέρουν» να μιλάνε και να περπατάνε. Σε καμιά όμως από τις λεγόμενες καλές τέχνες δεν συμβαίνει παρόμοιο φαινόμενο. Αφού για να δηλώσεις μουσικός π.χ., πρέπει στοιχειωδώς να μπορείς να διαβάζεις παρτιτούρες ή να μπορείς να χειρίζεσαι το όργανό σου. Και μια και αναφερθήκαμε στην ερασιτεχνική ενασχόληση, το ερασιτεχνικό θέατρο θα πρέπει να υφίσταται πέρα και πάνω από τους νόμους και τους κανόνες του επαγγελματικού θεάτρου και να δημιουργεί «αυθαιρετώντας» θέτοντας δικές του αρχές και ως προς τον τρόπο προσέγγισης των θεμάτων και ως προς τον τρόπο έκφρασης.
Όσοι λοιπόν έχουν να κάνουν ή να πουν κάτι πρέπει πάνω από όλα να νοιαστούν γι΄ αυτόν τον τόπο και τους ανθρώπους. Μια δουλειά στο θέατρο πρέπει να αντλεί τα θέματά της και τη μορφή της από την ελληνική παράδοση και τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα κι όταν στρέφεται αλλού, σε ξένο δηλαδή ρεπερτόριο, να το κάνει πάντα με κριτήριο την ελληνική αισθητική και παράδοση. Κοινό της είναι τα πιο ζωντανά κομμάτια του λαού. Σκοπός της θα πρέπει να είναι η θετική συμβολή σε μια γενικότερη προσπάθεια αλλαγής και στην καλυτέρευση των συνθηκών ζωής αυτού του τόπου.
Να μερικές εικόνες, από τον ελληνικό χώρο που κρύβουν μέσα τους συγκινήσεις και εντυπώσεις με κάθετα αποτελέσματα, όσον αφορά την αίσθηση που μπορεί να έχει κανείς αλλά και την αισθητική που μπορεί να αποκομίσει για τον τόπο του. Όλες αυτές οι εικόνες, είναι από συγκεκριμένους χώρους, συγκεκριμένης εποχής, γι΄ αυτό και σταματημένες εκεί που θα σταματήσουν και δείχνουν άνθρωπο συγκεκριμένης τάξης. Οι άνθρωποι που θα μαζευτούν να κάνουν μια δουλειά, θα φέρουν τις υποκειμενικές τους εμπειρίες του υποκειμενικού τους χώρου, πλουτίζοντας έτσι ο ένας τον άλλο. Κι αυτές ακριβώς, οι υποκειμενικές εμπειρίες που έχει κανείς, απ΄ τον τόπο που μεγάλωσε, φτιάχνουν τον καημό του γι΄ αυτόν. Κι ο καημός αυτός είναι ένα από τα σπουδαιότερα κίνητρα για μια καλλιτεχνική δημιουργία, αν όχι το σπουδαιότερο. Οι «εικόνες» όπως οι Κυριακές το πρωί που όλα είναι καθαρά κι από το ραδιόφωνο ακούγεται η λειτουργία, ο επιτάφιος, η Ανάσταση, οι συγγενείς και οι φίλοι που μαζεύονται να γιορτάσουν την ημέρα της Λαμπρής, την αγάπη και τη συμφιλίωση, οι ιστορίες από την καταστροφή, οι ιστορίες για τους πρόσφυγες, τα παραμύθια τους, οι ιστορίες της Κατοχής με Γερμανούς , οι ιστορίες για ΚΚΕδες με κονσέρβες. Αργότερα πάλι οι ιστορίες από άλλους για ΚΚΕδες χωρίς κονσέρβες. Τα ξύλινα σπαθιά, το πατίνι με τα ρουλεμάν, το κρυφτό, το κυνηγητό, ένα λεπτό στο σκόρδο, τα ξυλίκια, οι αμπάρες, ο ανταρτοπόλεμος, το φιδάκι, οι φωτιές, η μέλισσα – μέλισσα, το κρυφτούλι, η γουρνίτσα, το κουτί με τα πίτσια, οι καραμέλες τσάρλεστον, το μαλλί της γριάς, το παγωτό ξυλάκι, οι μαργαρίτες, το χαμομήλι, οι παπαρούνες, ο βασιλικός, ο δυόσμος γύρω από την πηγή και το πηγάδι που πίναμε νερό στην εξοχή τα καλοκαίρια, τα χωράφια που κλέβαμε σταφύλια, σύκα, καλαμπόκια, τα τζιτζίκια, οι κωλοφωτιές, οι χρυσόμυγες που δέναμε με κλωστή, ο αετός τις Καθαρές Δευτέρες. Ύστερα το «Συννεφιασμένη Κυριακή», το «Άστα τα μαλλάκια σου», το «Χατζηκυριάκειο», το «Γαρίφαλο στ΄ αφτί», το «Έφυγε ο λοστρόμος πάει», τα «Καβουράκια», ύστερα πάλι «Εκεί ψηλά στον Υμηττό», «Η Μαργαρίτα η Μαργαρώ», «Το γαϊτανάκι». Ο γύφτος με τη μαϊμού και την αρκούδα, τα πανηγύρια, ο καραγκιόζης που είδαμε και ο καραγκιόζης που παίξαμε, οι γειτονιές το απόγευμα με το ποδόσφαιρο στις αλάνες, τα γκαζάκια και τις γυναίκες στα σκαλιά να κουτσομπολεύουν, ο καστανάς, ο παλιατζής, ο ακονιστής τροχός, ο ψιλικατζής, ο μανάβης με το καρότσι, ο φύλακας του πάρκου, ο αστυφύλακας, οι δάσκαλοι. Τα μπάνια στο Φάληρο και ύστερα στα νησιά. Τα Εξάρχεια, ο Άγιος Νικόλαος Πευκακίων, το Στρέφη, το απλησίαστο Κολωνάκι. Το πιάσιμο του Μάη στην Καισαριανή. Οι φίλοι, οι δρόμοι της Αθήνας στις έξι το πρωί. Ανατολές από το Λυκαβηττό. Ανατολές από την Ακρόπολη. Οι ταβέρνες, τα καφενεία. Οι προεκλογικές συγκεντρώσεις. Η 15η Ιουλίου 1965. Ιστορίες για τον Πλαστήρα και τον Παπάγο. Ο Καραμανλής, ο Παπανδρέου. Η 21η Απριλίου 1967. Η Χούντα. Το Πολυτεχνείο. Η εξορία και η μεταπολίτευση. Ο Καραμανλής και ύστερα ο Παπανδρέου. Και πάλι ο Καραμανλής. Και ύστερα ο άλλος Παπανδρέου και μετά ο άλλος Καραμανλής. Όλα εκείνα που πάντα ήθελες να «πεις» και πάντα τα «ξεχνούσες». Το όραμα που πάντα κυνηγούσες και πάντα χάνονταν. Όλα εκείνα δηλαδή που συνθέτουν τον πολιτισμό του τόπου. Όλα εκείνα που ξεπήδησαν από την ανάγκη της έκφρασης και της επιβίωσης. Την ανάγκη να δέσεις το παρελθόν με το παρόν και το παρόν με το μέλλον.
Έχει μεγάλη σημασία για μια θεατρική δουλειά να καθορίσει το κοινό που πρόκειται να απευθυνθεί. Το κοινό για ένα θέατρο με βάσει την ελληνική αισθητική πρέπει να είναι οι κοινωνικές ομάδες του λαού, που μπορούν, θέλουν, και πρέπει, να παίξουν κοινωνικά θετικό ρόλο τώρα και στο μέλλον. Οι ομάδες αυτές είναι, τα παιδιά που ξέμαθαν να παίζουν, οι έφηβοι που σήμερα χάθηκαν στα ίντερνετ καφέ και ψάχνουν σε τούτη την εποχή που είναι όλα έτοιμα να δεχθούν ιδέες και συγκινήσεις πιο πολύ και πιο σοβαρά από άλλοτε και πιο πολύ από άλλοτε κατευθύνονται άσχημα και λάθος. Είναι οι φοιτητές που συμφιλιώθηκαν με το κατεστημένο και αράξανε στις καφετέριες. Οι διανοούμενοι, οι καλλιτέχνες, και επιστήμονες, που έπαψαν να οραματίζονται και να εθελοτυφλούν για τα στραβά του κόσμου. Οι λαϊκοί άνθρωποι που ποτέ δεν έμαθαν τι είναι «λαϊκό». Πρέπει λοιπόν κανείς να σκεφθεί πολύ πάνω σ΄ όλα αυτά και να ασχοληθεί για να βρει τους τρόπους προσέλκυσης όσο το δυνατόν περισσότερο. Οι φοιτητές αποσύρθηκαν από την κοινωνική δραστηριότητα και νομίζω πως δεν χρειάζεται να περιγράψω και να εξηγήσω το λόγο της αποχής τους από τα κοινωνικά ζητήματα. Θέλω μόνο να πω πως αυτό που κάνει πολύ σοβαρό το θέμα της αποχής τους από το θέατρο αλλά και την αδιαφορία τους από τα πράγματα που πρέπει να προσεγγίσουν και να διαμορφώσουν είναι η ευθύνη των γονιών που «φρόντισαν» να «καλυτερέψουν»τη ζωή τους. Οι διανοούμενοι, οι καλλιτέχνες, οι επιστήμονες, που άφησαν οι δημιουργίες τους να γίνονται αντικείμενο πολιτικών σκοπιμοτήτων κρατώντας το λαό μακριά από τη τεχνογνωσία, την τέχνη και τον πολιτισμό. Νομίζω, πως η εποχή που μόνη ελπίδα της ανθρωπότητας ήταν μια ορισμένη τάξη, πέρασε. Σήμερα η ελπίδα αυτή βρίσκεται ισότιμα μοιρασμένη ανάμεσα στους εργάτες, στους διανοούμενους, στους καλλιτέχνες, και τους επιστήμονες. Αυτή η ισοτιμία καθορίζει και τη σοβαρή θέση που πρέπει να πάρουν μέσα στο κοινό οι λαϊκοί άνθρωποι, το κομμάτι αυτού του κοινού, δεν το ονομάζω με τυπικό ταξικό ορισμό για το λόγο ότι στην Ελλάδα εργατική τάξη με την κλασική έννοια του όρου δεν υπάρχει ή υπάρχει σε τέτοιο ποσοστό και με τέτοιο τρόπο που να μην μπορείς να τον πάρεις αυτόνομα. Έτσι ο τυπικός ορισμός αφήνει έξω εξίσου σπουδαία κομμάτια και δεν αντιπροσωπεύει αυτό που πραγματικά υπάρχει. Η περιοχή αυτού του κομματιού αρχίζει από την μεσοαστική τάξη και χάνεται προς τα κάτω. Σ΄ αυτήν την περιοχή υπάρχουν πολλά από τα πιο ζωντανά κομμάτια του λαού που αν μπορούσα, θα τους ανέφερα έναν έναν με τα ονόματά τους. Θα προσπαθήσω να τους προσδιορίσω κάπως αλλιώς.
Όσοι δεν παίρνουν καν ανεργία γιατί δεν έχουν τις προϋποθέσεις. Όσοι ζουν από την ανεργία. Όσοι ζουν από μισθό. Όσοι ζουν από μεροκάματο. Όσοι τρώνε «δύσκολο» ψωμί. Όσοι τρώνε «πικρό» ψωμί». Όσοι τρώνε «βρώμικο» ψωμί. Εκείνοι που με χίλια βάσανα σπουδάσανε. Εκείνοι που δεν σπουδάσανε γιατί αυτό ήταν μια πολυτέλεια. Αυτοί που γέννησαν το γνήσιο λαϊκό τραγούδι. Αυτοί που κάνουν είδωλα τους τραγουδιστές του «ελαφρολαϊκού» κι αποβλακώνονται. Αυτοί που το βιοτικό τους επίπεδο καλλιεργεί την κακογουστιά τους. Εκείνοι που ακόμα κατεβαίνουν με το αγροτικό και πάνε δέκα μαζί για μπάνιο. Όσοι είχαν καρότσι και τώρα έχουν ψιλικατζίδικο. Έχουν ψιλικατζίδικο και θέλουν κατάστημα νεωτερισμών, κι εκεί αρχίζουν και τελειώνουν τα όνειρά τους. Τα αγόρια με το μηχανάκι που ονειρεύονται αμάξι και ξεσπάνε στο ποδόσφαιρο. Οι νέοι που δεν άντεξαν την οικογενειακή αταξία και ασυνεννοησία. Τη μιζέρια που έφερε η φτώχεια και η γκρίνια. Τον χωρισμό των γονιών τους και το έριξαν έξω κυνηγώντας το ψεύτικο όνειρο στα ναρκωτικά. Τα κορίτσια που ονειρεύονται μια ζωή σα μελό ελληνική ταινία μουρμουρίζοντας μπροστά στο «γυαλί», τους αφασικούς ρυθμούς και στίχους του Ρουβά. Αυτοί που κινδυνεύουν να χάσουν τη ζωή τους για το μεροκάματο. Αυτοί που θα΄ ναι τυχεροί αν χάσουν κάποιο μέλος του κορμιού τους σε μια μηχανή για το μεροκάματο. Εκείνοι που παίζουν τους ακροβάτες στις οικοδομές. Όλοι αυτοί που στο σύνολό τους λάμπουν με την απουσία τους τον τελευταίο καιρό, που βλέπουν πως όλοι τους την «σκάσανε» πως ό,τι γίνεται γίνεται ερήμην τους και έτσι τώρα κοιτούν το μεροκάματο και πάντα θα θέλουν να μεγαλώσουν το μεροκάματο και ξέρουν πως αυτή η ζωή δεν είναι μόνο να σκοτώνεσαι και να ξετσιπώνεσαι για το μεροκάματο. Και σαν να μην έφτανε αυτό, μέσα στην γενικότερη ισοπέδωση των αξιών και στην κατρακύλα της φτήνιας και του ωχαδελφισμού, αν είσαι παραπάνω υπεύθυνος απέναντι στον εαυτό σου και στο αντικείμενο της δουλειάς σου από όσο αντέχει ο διπλανός σου, ονοματίζεσαι περίεργος και δύστροπος, και που πρέπει δυστυχώς να ευθυγραμμισθείς την αντίληψη της «τσάτρα – πάτρα» διεκπεραίωσης προκειμένου να καλύψεις τις ανάγκες του σαρκίου σου αποποιώντας εκείνες του μυαλού και της ψυχής σου.
Μοιραία λοιπόν αραιώνουμε διαρκώς την κατανόησή μας, για να μας φτάσει. Θεωρούμε ο,τιδήποτε ή σχεδόν ο,τιδήποτε σαν πραγματικότητα που, έτσι είναι και πρέπει να τη δεχθούμε , και ψάχνουμε για «ρεαλιστική» αντιμετώπιση που να ’ναι και σε αρμονία με τη συνείδησή μας. Τελικά, «αραιώνουμε» την συνείδησή μας. Ίσως θα πρέπει να παραδεχθούμε τις κοινές μας ανάγκες και επιθυμίες, να ομολογήσουμε τις πιο προσωπικές και να αφήσουμε τη συνείδησή μας να κινηθεί σε όσο πιο απόλυτους χώρους γίνεται.
H Ελλάδα τα τελευταία χρόνια οδηγήθηκε σε ευνούχισμα των καλύτερων στοιχείων παράδοσης, δυναμικού, δυνατοτήτων, με σκοπό να αποκλειστεί στο μέλλον μια προοδευτική πολιτική που θα είχε σαν αποτέλεσμα την απαγκίστρωσή της από τα κατεστημένα σ΄ αυτήν πολιτικά, στρατιωτικά και ξένα οικονομικά συμφέροντα.
Το χαμηλό βιοτικό επίπεδο μεγάλης μερίδας της κοινωνίας. Η αντιμετώπιση της ιστορίας με τρόπο που να αποκρύπτει, αληθινά, σοβαρά και σπουδαία για τη γνώση του τόπου γεγονότα, με αποτέλεσμα την σχεδόν ανύπαρκτη κρίση και γνώση για τη σημερινή κατάσταση. Η απουσία γνώσης, μετάδοσης και συνέχισης της ελληνικής παράδοσης. Η υπεραπλούστευση της γλώσσας και το «προαιρετικόν» της αρχαίας ελληνικής, χαλάρωσε τη νόηση με αποτέλεσμα ο «ΛΟΓΟΣ» να αρκεστεί σε ρόλο επικοινωνιακό και μόνο. Το μπέρδεμα του νεοέλληνα να αισθάνεται διπλά «υπερήφανος» όχι μόνο διότι είναι έλλην αλλά και ευρωπαίος. Το φάσμα της κοινωνικής αφασίας και της παραπληροφόρησης, κάνουν να υπάρχει μια παιδεία που εκτείνεται οριζόντια και όχι κάθετα. Η ανεξέλεγκτη «εισβολή» οικονομικών και πολιτικών μεταναστών και η προσπάθειά τους να ενσωματωθούν στην ελληνική μικροαστική ζωή του «χρεωμένου αυτοκινήτου» και της ιλουστρασιόν εμφάνισης. Στην Ελλάδα του πλαστικού χρήματος και της οικονομικής χρεοκοπίας που επικαλύπτεται στην ωραιότητα των ολυμπιακών αγώνων, είχε σαν αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μία κοινωνία πολυπολυτισμική με χαμηλό πνευματικό και πολιτιστικό επίπεδο, συμπαρασύροντας μεγάλη μερίδα ανθρώπων των γραμμάτων και των τεχνών στην μετριότητα και στη φθήνια «της σκέψης και του λόγου».
Μοιραία και οι τέχνες λοιπόν να κινούνται σ΄ αυτό το επίπεδο. Στο μεγαλύτερο ποσοστό τους, αν δεν εκχυδαΐζουν το κοινό, είναι τόσο ξεκομμένες από αυτό που δεν αφορούν κανέναν. Έτσι, έχουμε μόνο μεμονωμένες και σποραδικές «καλές στιγμές», με πιθανά μεμονωμένα «σκουντήματα» συνειδήσεων. Μόνον ο κινηματογράφος τα τελευταία χρόνια, δείχνει να κάνει μια κίνηση πιο συνολική και συνεπή. Μέσα σ΄ αυτή την κατάσταση τώρα, αν κοιτάξουμε το θέατρο, θα δούμε ποιο είναι το είδος του θεάτρου που προσφέρεται σήμερα στην Ελλάδα από πλευράς έργων και παραστάσεων. Έργα ελληνικά, που είναι φαρσοκωμωδίες, μιούζικαλς, κακές επιθεωρήσεις, μελό, με κοινά γνωρίσματα, την ξώπετση αντιμετώπιση των θεμάτων τους, και ένα μεγάλο ποσοστό θεάτρων οδηγήθηκαν «εξ ανάγκης» στη χυδαιότητα και τη φθήνια. Έργα που φιλοδοξούν να είναι ποιότητας και που με εξαιρέσεις μετριούνται στα δάχτυλα, δεν κάνουν τίποτα άλλο από το να μιμούνται ξένες φόρμες. Τέλος, ξένα έργα που είναι δυτικά βουλεβάρτα, κοινωνικά δράματα παραδοσιακού στυλ, κωμωδίες, αστυνομικά και παρόμοια. Προοδευτικά έργα, σπάνια. Κλασικό ξένο δραματολόγιο, επίσης σπάνια. Οι παραστάσεις από το κακό μέχρι το μέτριο επίπεδο των ηθοποιών, αφού στο σύνολό τους σχεδόν έχουν ταυτίσει την τέχνη του ηθοποιού με την τηλεόραση. Τέλεια έλλειψη σκηνοθετικής άποψης εκτός από μικρές εξαιρέσεις. Η προσέγγιση των αρχαίων ελληνικών έργων, αφού μας πήρε χρόνο να ξεχάσουμε τον μουσειακό τρόπο ανεβάσματος που να αφορά μόνο τον τουρισμό, «ξεπέσαμε» σε μια μεταμοντερνολαγνεία που βγαίνοντας από το θέατρο αρχίζεις να αμφιβάλλεις για τον εαυτό σου και αναρωτιέσαι μήπως σου χρειάζεται ψυχίατρος. Ερμηνεία των κλασικών έργων χωρίς φαντασία, απονεκρωμένα. Ανέβασμα προοδευτικών έργων τελείως λάθος. Μοναδικές εξαιρέσεις, όσον αφορά το είδος των παραστάσεων, οι περισσότερες παραστάσεις του ΘΕΑΤΡΟΥ ΤΕΧΝΗΣ που η επί χρόνια μοναδικότητά του έδινε ένα μέτρο της ελληνικής θεατρικής πραγματικότητας, που μας τελείωσε κι αυτό, εκεί στις αρχές τις δεκαετίας του ΄80, με την «αναχώρηση» του Κάρολου Κουν, αφού οι συνεχιστές του οι περισσότεροι από αυτούς μάλλον δεν «πήραν μυρωδιά» και κάποιοι άλλοι φρόντισαν για την προβολή τους και την τσέπη τους «ερωτοτροπώντας με το σύστημα».
Τέλος, αρκεστήκαμε σε κάποιες παραστάσεις καινούριων θεατρικών ομάδων που έχουν τουλάχιστον ζωντάνια. Στις ομάδες αυτές, και στη συνέχισή τους βρίσκεται κάποια ελπίδα μόνο που τα μέχρι τώρα αποτελέσματα έχουν πολλά απογοητευτικά στοιχεία όπως την έλλειψη επαφής με το πλατύ κοινό, αφού δεν λαμβάνουν υπόψη τους την ελληνική παράδοση και αισθητική. Την τάση απομίμησης ξένων μορφών θεάτρου. Την εκμετάλλευση των συναισθημάτων του κοινού για την τωρινή κατάσταση που μεταθέτει το πρόβλημα από βαθύτερα γενικό σε επίκαιρα ξώπετσο.
Όλη αυτή η προσφορά του θεάτρου, είναι ασυνεπής, μπερδεμένη, χωρίς στόχους και προγραμματισμό. Σχεδόν κανένα από τα είδη θεάτρου που υπάρχουν δεν έχει ακριβή συνείδηση του εαυτού του. Ειδικά αυτό που λέμε «κατεστημένο θέατρο», στον τόπο μας δεν είχε ούτε έχει κανενός είδους ξεκαθαρισμένες «θέσεις», δεν κατευθύνεται από κανέναν και τίποτα. Υπάρχει γιατί βρέθηκε. Δεν συνεχίζει κάτι ούτε σκοπεύει πουθενά. Είναι μια βιοποριστική εργασία που κανονίζεται από κριτήρια εμπορικά και πραγματοποίησης προσωπικών φιλοδοξιών. Έτσι, όπου υπάρχει μια φαινομενική συνεπής γραμμή, ανεξάρτητα της ποιότητάς της, υπάρχει γιατί «πιάνει», κι όχι επειδή έχει βαθύτερους στόχους. Οι καλύτερες δε περιπτώσεις παραμένουν στην προσφορά τους σε επίπεδα καθαρά θεατρικά, και όχι κοινωνικά.
Το κοινό, τώρα, που παρακολουθεί αυτό το θέατρο, είναι ανάλογο του τι του προσφέρεται, μόνο που αυτό έχει πολύ μικρό ποσοστό ευθύνης, αφού όπως όλα και το θέατρο γίνεται, «ερήμην του». Χαρακτηριστικό είναι ότι η συντριπτική πλειοψηφία του κοινού, πηγαίνει στο θέατρο για να δει συγκεκριμένους ηθοποιούς και όχι θιάσους και έργα.
Όλα δείχνουν πως τα πράγματα πρέπει να αλλάξουν. Καταρχήν η περίπτωση ανανέωσης του θεάτρου με μορφή συνεργασίας είναι κάτι που αφορά όσους θέλουν να δουλέψουν μέσα σ΄ αυτό που υπάρχει. Τούτο όμως είναι κάτι που δεν ενδιαφέρει εδώ. Αν λοιπόν, υπάρχει επιθυμία για κάτι ριζικά διαφορετικό, τότε ο μόνος δρόμος είναι ένα ξεκίνημα διαφορετικό και μακριά από διεκπεραιωτές. Ένα θέατρο με βάσεις, στόχους και λειτουργίες τελείως διαφορετικές. Το θέατρο αυτό πρέπει να έχει διπλό στόχο. Ο ένας θεατρικός κι ο άλλος κοινωνικός. Ο θεατρικός είναι: η λειτουργία ενός θεάτρου, που οι εσωτερικές, τυπικές και ουσιαστικές, λειτουργίες του θα έχουν ανθρωπινότερες βάσεις. Ο κοινωνικός είναι: ένα θέατρο που η προσφορά του, σαν μορφή και σαν περιεχόμενο θα είναι βασισμένη σε κριτήρια που βγαίνουν από τη γνώση της ελληνικής παράδοσης και αισθητικής, της σύγχρονης πραγματικότητας με σκοπό να συνεισφέρει, ανάλογα με τις δυνάμεις του στη γενικότερη προσπάθεια καλυτέρευσης του τόπου και των ανθρώπων που το θέατρο αυτό ανήκει. Το κοινό που θα απευθυνθεί αυτό το θέατρο είναι συγκεκριμένο και δεν είναι άλλο από τα παιδιά, τους έφηβους, τους φοιτητές, τους διανοούμενους, τους καλλιτέχνες, και τους επιστήμονες. Όσοι ανήκουν στο κομμάτι του λαού που είναι από τη μεσοαστική τάξη και κάτω, κυρίως κάτω, όσοι θέλουν. Πρέπει να σταματήσει τέλος αυτή η παθητική συμμετοχή του θεατή που χαίρεται όταν δεν καταλαβαίνει και κλαίει με τις ψεύτικες ευαισθησίες των ηρώων της τηλεόρασης και του Φώσκολου. Υπάρχει ακόμα η δυνατότητα προσέγγισης του κοινού, αρκεί να νιώσει τη μαγεία του θεάτρου.
Φορέας όλων αυτών στην πράξη, θα είναι μια ομάδα ανθρώπων, δεμένη σε ένα ομοιογενές σύνολο. Το πώς θα σχηματισθεί αυτή η ομάδα και ποιοι θα είναι οι τρόποι λειτουργίας της αυτό θα καθοριστεί από τις ειδικές και γενικές συνθήκες που θα γεννήσει αυτή την ομάδα. Αυτό που εκ των προτέρων μπορεί να καθοριστεί, είναι οι βάσεις αυτής της πρωτοβουλίας και οι θέσεις που βγαίνουν συμπερασματικά από ότι μέχρι τώρα έχει διαπιστωθεί.
Η αλλαγή της τυπικής και ουσιαστικής λειτουργίας των σχέσεων, τρόπων και συνθηκών δουλειάς των ανθρώπων στο θέατρο, είναι απαραίτητη. Αυτό σημαίνει ότι κάτω από κοινούς στόχους, ένα ομοιογενές σύνολο, μακριά από το άγχος του μεροκάματου και την αναρρίχηση στην ιεραρχία , με βάση την τιμιότητα, τον αλληλοσεβασμό και την καλη πίστη, θα δουλεύουν για να πετύχουν αυτό που λέγεται παράσταση, και αυτό να γίνει με ίσες δυνατότητες για όλους, μέσα στις καλύτερες και ανετότερες συνθήκες.
Η επαφή με όσο το δυνατόν πλατύτερο κοινό με σκοπό την κατάδειξη κοινωνικών και ηθικών προβλημάτων, έτσι ώστε να υποβοηθούν στη δημιουργία επιθυμίας για αλλαγή των τρόπων ζωής τόσο σε κοινωνικό όσο και προσωπικό επίπεδο, με βάση ανθρωπιστικότερα μέτρα και κριτήρια απ΄ ό,τι μέχρι σήμερα. Μία διευκρίνιση: Σε καμία περίπτωση δεν προτείνονται λύσεις. Το θέατρο αυτό δεν είναι διδακτικό, αλλά ψυχαγωγικό με την πλατύτερη και βαθύτερη έννοια της λέξης.
Τέλος, στο θέατρο θέση έχουν εκείνοι που το έχουν ανάγκη για να προβληματιστούν και να δημιουργήσουν και καθόλου εκείνοι που θέλουν να επιβιώσουν. Έπειτα το θέατρο θα υφίσταται και χωρίς εμάς, γιατί έτσι και αλλιώς του περισσεύουμε όλοι.
Η ιστορία απέδειξε ότι στην καλλιτεχνική δημιουργία δεν υπάρχει χώρος για «δημοσιοϋπαλληλικές συμπεριφορές» κι αυτό αφορά όλους τους εμπλεκόμενους. Τους ηθοποιούς πρώτα και κύρια και τους σκηνοθέτες. Ύστερα τους τεχνικούς και τους διοικητικούς. Και βέβαια, μακριά από τους παθητικούς διαπιστωσίες που όλα τα σφάζουν και όλα τα μαχαιρώνουν και μάλιστα με καλλιτεχνική ευαισθησία.
Οι καλλιτέχνες στο θέατρο ορίζονται ως τέτοιοι, από τον τρόπο που σκέφτονται δρουν και συνεργάζονται κάτω από την αντίληψη μιας διαφορετικής προσέγγισης της ζωής. Ποτέ δεν είχε ανάγκη τους μεροδουλιάρηδες και τους ταχτοποιητές.
Στο θέατρο ούτε μερο-δούλι υπάρχει, ούτε ωράριο με την έννοια της προσφοράς εργασίας και αμοιβής. Η διαθεσιμότητα για δημιουργία είναι θέμα σκέψης και όχι διεκπεραίωσης του αντικειμένου. Γιατί στο θέατρο τίποτα και ποτέ δεν θα είναι τέλειο. Αυτό που το χαρακτηρίζει είναι η εναγώνια προσπάθειά του κάθε φορά για κάτι διαφορετικό. Κάθε φορά να διαπιστώνεται το «παραξένισμα του σύμπαντος, της ζωής και του ανθρώπου».
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
