Κυριακος Αντωνιαδης, Στρατος Αγιανογλου: Απο το ονειρο της δημιουργιας στην μαγικη πραγματικοτητα της γραφιστικης

Ο Κυριάκος Αντωνιάδης είναι επαγγελματίας γραφίστας και εδώ και πέντε χρόνια έχει ιδρύσει στην Καβάλα την εταιρεία «Οναρ» που δραστηριοποιείται στο χώρο της γραφιστικής, προσφέροντας υπηρεσίες υψηλής αισθητικής, αντιλαμβανόμενος πρώτιστα τη γραφιστική ως τέχνη.

Πριν από δύο χρόνια συνεργάστηκε με τον Στράτο Αγιάνογλου, προγραμματιστή Η/Υ και από τότε, αλληλοσυμπληρούμενοι, αγωνίζονται καθημερινώς έτσι ώστε να διαδοθεί και να επικρατήσει η αντίληψη ότι η γραφιστική δεν είναι μόνον γράμματα και φωτογραφία στο χαρτί.

Καταξιωμένοι στο συγκεκριμένο χώρο για τις προτάσεις τους και τις φόρμες εργασίας τους, αναγνωρίσιμες πλέον, μιλούν στον ΠτΘ για το ξεκίνημά τους, τα όνειρά τους, το πάθος τους για τελειότητα, τονίζοντας ότι στόχος τους είναι η δουλειά τους να αποπνέει τέχνη, να συνδυάζει τη δημιουργική έμπνευση και τη φαντασία εξυπηρετώντας με τον πλέον κατάλληλο τρόπο την εμπορικότητα.
Μιλούν επίσης για το σημαντικό ρόλο των υπολογιστών που φέρνουν το δημιουργό περισσότερο κοντά στην τελειότητα, επισημαίνοντας όμως ότι τα πάντα περνούν από το μυαλό και το χέρι ενός γραφίστα. Γι αυτό κανένας δεν πρέπει να επαναπαύεται στο κομπιούτερ, το οποίο είναι απλώς ένα εργαλείο που προσφέρει ταχύτητα και τελειότητα στο σχεδιασμό, δεν μπορεί όμως να αντικαταστήσει το ανθρώπινο μυαλό.

Κυριάκος Αντωνιάδης και Στράτος Αγιάνογλου όμως…

ΠτΘ: Κατ’ αρχήν γιατί «Όναρ»;

Κ.Α: Από μικρό παιδί ασχολιόμουν με τη ζωγραφική, και φυσικά όσο μεγάλωνα εξελισσόταν αυτή μου η τάση με αποτέλεσμα να είναι παιδικό όνειρο η ίδρυση ενός δημιουργικού γραφείου. Όταν ήρθε η ώρα να «βαφτίσουμε» την επιχείρηση, διαλέξαμε τη λέξη όνειρο. Σαν διαφημιστής έπρεπε να βρω μία λέξη εύηχη. Η λέξη όναρ δεν έχει σκληρά σύμφωνα, οπότε, όταν την προφέρεις, κυλά όμορφα και έτσι καταλήξαμε σ’ αυτή.

ΠτΘ: Από το όνειρο της δημιουργίας στο όνειρο της γραφιστικής. Πολύ μεγάλη η απόσταση;

Κ.Α.: Τεράστια, γιατί όταν το χόμπι όπως ξεκίνησε, το κάνεις επάγγελμα, η αυστηρότητα της πραγματικότητας σε ωθεί να υιοθετείς κάποια καλούπια, τα οποία όσο κι αν θέλεις να τα αποφύγεις, δεν μπορείς.

ΠτΘ: Αν και η γραφιστική αποτελεί αντικείμενο των σπουδών σας θα πρέπει να είσαστε από τους λίγους που την αντιμετωπίσατε και ως αντικείμενο γνώσης. Στην Ελλάδα εξάλλου ισχύει ότι «είσαι ό,τι δηλώσεις». Πώς εσείς αποφασίσατε σπουδές, όταν στο χώρο εισέρχεται ο «πάσα ένας»;

Κ.Α.:Έχετε δίκιο. Όταν πήγα στη Νομαρχία να κάνω έναρξη επιτηδεύματος, δεν μου ζήτησε κανένας πτυχίο. Και όταν ρώτησα αν χρειάζεται να δείξω κάποιο πτυχίο μου απήντησαν ότι αρκεί η ταυτότητα και το ΑΦΜ. Τελικά στην Ελλάδα πραγματικά ισχύει αυτό που προαναφέρατε, ό,τι δηλώσεις είσαι. Φυσικά καρδιοχειρούργος δεν μπορεί να γίνει κάποιος με μία δήλωση, αλλά σε κάποια επαγγέλματα, που θα έλεγα ότι είναι επιρρεπή στην ελευθεριότητα, ό,τι δηλώσει ο καθένας είναι τελικά.

ΠτΘ: Πόσα χρόνια σπουδάσατε στη Σκωτία;

Κ.Α.: Τρία χρόνια ήμουν στη Γλασκώβη, γιατί ξεκίνησα από το δεύτερο έτος λόγω του ότι πήγα με ένα portfolio αρκετά μεγάλο. Εκείνη την περίοδο ήμουν και 21 ετών, οπότε θεωρήθηκα ώριμος φοιτητής για την Αγγλία, διότι εκεί ισχύουν κάποιοι άλλοι όροι αξιολόγησης των φοιτητών. Μπήκα στο δεύτερο έτος και τελείωσα σε τρία χρόνια.

ΠτΘ: Επειδή στην Ελλάδα ο καθένας μπορεί να γίνει γραφίστας, στη Σκωτία ή στην Ευρώπη ποια είναι η απαραίτητη θεωρητική, γνωστική του υποδομή; Θυμάστε κάποια από τα μαθήματα που διδαχτήκατε;

Κ.Α.: Το μάθημα που μου έμεινε περισσότερο είναι η χρωματολογία και η ψυχολογία των χρωμάτων, – το κάθε χρώμα, είναι δεδομένο, ότι δημιουργεί μια συγκεκριμένη ψυχολογία,- το ποια χρώματα επιτρέπεται να συνδυάσει κανείς, το ποια χρώματα δεν επιτρέπεται. Όλα αυτά περιλαμβάνονταν στο συγκεκριμένο μάθημα. Επίσης μελετήσαμε μάρκετινγκ, γιατί σαφώς μία μακέτα πρέπει να πληροί πολλές προϋποθέσεις, δεν είναι απλά ότι μου βγήκε μία φανταστική ιδέα και την έβαλα στο χαρτί, πρέπει να εξετάσεις πώς αυτό το μήνυμα θα είναι αποδεκτό και από το ευρύτερο κοινό. Θεωρώ ότι όλα αυτά παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο γι’ αυτούς που θεωρούνται επαγγελματίες γραφίστες σε σύγκριση με αυτούς που είναι απλοί ερασιτέχνες.

ΠτΘ: Όταν μπήκατε στον επαγγελματικό στίβο πόσοι από τους πελάτες σας ήταν έτοιμοι να δεχτούν ότι η γραφιστική απαιτεί ένα κάποιο χρόνο, συνυφαίνεται με τις τέχνες και την ιστορία τους, ότι ενέχει δημιουργία;

Κ.Α.: Δεν υπάρχει αυτή η νοοτροπία στην Ελλάδα. Ούτε σαν ιδέα περνά από τους πελάτες, όχι από τους συνάδελφους, αυτό που είπατε. Και αυτό συμβαίνει γιατί ο κόσμος έχει μάθει από παλιά να πηγαίνει σ’ ένα τυπογράφο με τους τσίγκους και τα στοιχεία και να του ζητά ένα τιμολόγιο ή μία κάρτα, με γράμματα μόνον επάνω. Αυτόματα αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί τέχνη, παρόλο που στην εποχή του και αυτό ήταν τέχνη και μάλιστα πολύ δύσκολη. Σήμερα η τεχνολογία έχει εξελιχθεί, μας έχουν λύσει τα χέρια τα μηχανήματα. Τα προγράμματα λογισμικού στον υπολογιστή μας δίνουν τη δυνατότητα να κάνουμε εξαιρετικά πράγματα όσον αφορά τη σχεδίαση των μακετών. Πρόβλημα όμως παραμένει το ότι ο πελάτης δεν εκτιμά τη δουλειά σου, γιατί έχει την εντύπωση ότι έχεις ένα υπολογιστή για τον οποίο έχεις δώσει 300.000 δρχ., πατάς ένα κουμπί και αυτός δημιουργεί. Δεν μπορεί να συλλάβει, ότι πριν καταθέσεις την πρότασή σου, προηγήθηκαν σπουδές και τεχνογνωσία, χρήματα και επενδύσεις για να έχεις όλο αυτό τον εξοπλισμό που απαιτείται. Είναι ένα σύνολο πραγμάτων και συνθηκών που προϋπάρχουν για να επιτευχθεί το απολύτως επιθυμητό αποτέλεσμα από την πλευρά των πελατών.

ΠτΘ: Η αισθητική είναι μία αξία που σε υπαγάγει στον πολιτισμένο κόσμο. Εμείς τα τελευταία χρόνια ακούμε ότι στην Ελλάδα έχει αναπτυχθεί ισχυρή οικονομία και όντως βλέπουμε επιχειρήσεις ευημερούσες. Πώς αυτό συνυφαίνεται όμως με το γεγονός να μην καλλιεργούμε την αισθητική στην χώρα μας και να είναι κρατούσα η αντίληψη ότι ένα έντυπο είναι γράμματα και χρώμα που τα περνάς σ’ ένα τσίγκο; Εχει αυτό σχέση με την έλλειψη παιδείας;

Κ.Α.: Θα σας απαντήσω με δύο λέξεις, Αθήνα και Φοίβος. Δεν χρειάζεται να σχολιάσουμε από εκεί και πέρα. Γενικά οι Έλληνες έχουμε υπεροψία που βασίζεται στην ιστορία μας, δυστυχώς όμως έχουμε μείνει εκεί. Αυτή πιστεύω ότι είναι μια πραγματικότητα που σαν Έλληνες μας κρατά πίσω. Επαναπαυόμαστε στην ιστορία μας και δεν μας ενδιαφέρει το παρόν και κυρίως το μέλλον, γι’ αυτό και οι Ευρωπαίοι «μας έχουν φάει λάχανο» και εμείς θα αργήσουμε πολύ να τους φτάσουμε.

ΠτΘ: Η αισθητική που συνυφαίνεται με τη γραφιστική είναι καθημερινή διεκδίκηση ενός επαγγελματία. Πιστεύετε ότι μετά από πέντε χρόνια λειτουργίας της «Όναρ» και καθημερινού αγώνα έχετε πετύχει κάτι; Μπορείτε σήμερα να πείτε ότι οι προσπάθειές σας δικαιώθηκαν, κι ένα κομμάτι των πελατών σας επιλέγει καλαίσθητο έντυπο;

Κ.Α.: Γι’ αυτό το λόγο καταφέραμε να φθάσουμε, εδώ που φθάσαμε και γι’ αυτό, ο ένας στους δέκα πελάτες αναγνωρίζει και εκτιμά ότι η δουλειά μας βγαίνει ειλικρινά και κυριολεκτικά από την ψυχή μας. Είναι αυτό που λέω στους συνεργάτες μου, «αυτό που κάνετε για τον πελάτη, να μην το κάνετε γι’ αυτόν, να το κάνετε σαν να είναι δική σας η δουλειά». Από το πιο μικρό, μια καρτούλα ενός κομμωτηρίου, δεν μιλάμε για εταιρεία ούτε για επιχείρηση μεγάλη, «γιατί αν δεν αρέσει σ’ εσάς, δεν θα αρέσει και στον πελάτη». Προσπαθούμε πάντα να βάλουμε τον εαυτό μας στη θέση του πελάτη. Βέβαια, αυτός μπορεί να μην έχει το ίδιο επίπεδο αισθητικής με μας, αφού αυτό αναγκαστικά είναι το επάγγελμά μας, Παρόλα αυτά, σκεφτόμαστε και προχωράμε πάντοτε με βάση αυτήν την ψυχολογία, και βγαίνουμε συνήθως κερδισμένοι.

ΠτΘ: Διατηρείτε ακόμη τη χαρά της δημιουργίας στο επάγγελμα; Όταν παράγετε μία καταπληκτική πρόταση νιώθετε ακόμα χαρά;

Κ.Α.: Όχι μόνο την νιώθω, αλλά πολλές φορές αυτήν τη χαρά την αφήνω να φανεί και στον ίδιο τον πελάτη. Όταν μου έρθει μία ιδέα, η οποία για μένα είναι συναρπαστική, την εφαρμόζω, τη δείχνω στον πελάτη και αφού τη δει και μου πει τη γνώμη του, αν είναι θετική, τότε δεν διστάζω να του πω ότι και εγώ όταν την πρωτοσκέφτηκα και την έφτιαξα, καθόμουν και την κοιτούσα, αναρωτώμενος πώς τη δημιούργησα.

ΠτΘ: Κάποιοι γραφίστες εμπνέονται από βιβλία, πίνακες ζωγραφικής, μία λέξη, από την καθημερινότητα ή από το διαδίκτυο ενδεχομένως, από μία φωτογραφία.. Εσείς από πού αντλείτε τις ιδέες σας;

Κ.Α. Από μικρό παιδί αντλώ ερεθίσματα από τη φαντασία μου και το υποσυνείδητό μου. Ένα απλό παράδειγμα. Όταν ήμουν μικρός, πολλές φορές στον ύπνο μου έρχονταν κάποιες εικόνες και επειδή φοβόμουν ότι την άλλη ημέρα όταν ξυπνήσω θα τις ξεχάσω και δεν θα μπορέσω να τις αποτυπώσω, ξυπνούσα τα χαράματα για να σχεδιάσω και να αποτυπώσω αυτό που είδα. Έτσι ανάλογα λειτουργώ και τώρα, δηλαδή όταν περπατώ στο δρόμο και θα δω κάτι που θα λειτουργήσει στο μάτι αισθητικά, θα σταματήσω να το παρατηρήσω, να το απομνημονεύσω και μετά θα πάω στο γραφείο να το σχεδιάσω στον υπολογιστή.

ΠτΘ: Πόσο αναγκαίο παραπλήρωμα είναι σήμερα οι υπολογιστές στην δουλειά σας;

Κ.Α.: Δυστυχώς κατά ένα μεγάλο ποσοστό και λέω δυστυχώς από την άποψη ότι καμιά φορά σου λείπει το χειροποίητο, η ζωγραφική. Για να πω την αλήθεια, όταν φθάνω στο σημείο που νομίζω ότι έχει παρακμάσει πια το γραφιστικό με τα γραμμικά, αναλαμβάνω την πρωτοβουλία να βάλω και κανένα σκιτσάκι μέσα στη δουλειά για να της δώσω έτσι μία πιο καλλιτεχνική μορφή.

ΠτΘ: κ. Αγιάνογλου είστε συνεργάτης του κ. Αντωνιάδη για δύο χρόνια. Πώς ξεκίνησε η συνεργασία σας;

Σ.Α.: Θα σας πω πώς ξεκίνησα. Έτυχε να φτιάξω ένα εξώφυλλο για ένα CD μιας προσωπικής συλλογής και έψαχνα απεγνωσμένα να βρω κάποιον στην Καβάλα για να τυπώσουμε το ένα από τα δύο κομμάτια, και μου σύστησαν τον κ. Αντωνιάδη. Του πήγα την μακέτα, την περιεργάστηκε και μετά από πέντε λεπτά με ρώτησε ποιος την έκανε. Του απήντησα εγώ. Η πρώτη μας επαφή ήταν αυτή, γιατί αν και μου άρεσαν τα όμορφα πράγματα, είτε αυτό λέγεται σκηνοθεσία, είτε ζωγραφική, είτε φωτογραφία, δυστυχώς απλά καθόμουν και τα έβλεπα. Ο κ. Αντωνιάδης εκείνη την ημέρα μου έδειξε τι μπορεί να γίνει μέσω της τεχνολογίας. Αυτό μου άρεσε και μετά από έξι μήνες μου έκανε την πρόταση να συνεργαστούμε, αφού προηγουμένως είχε δει και κάποιες άλλες δουλειές που είχα κάνει και μου έδωσε το βήμα, περιβάλλοντάς με με εμπιστοσύνη, αν και δεν σπούδασα γραφίστας.

ΠτΘ: Ποιες είναι οι επίσημες σπουδές σας;

Σ.Α.: Οι επίσημες σπουδές μου είναι προγραμματιστής. Ψάχθηκα να δω τι γίνεται, αλλά εκείνη την περίοδο θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι ο βαθμός εισαγωγής για γραφίστες στους αποφοίτους του Τεχνικού Λυκείου ήταν 19,9, ενώ για μικροβιολόγος έπρεπε κάποιος να βγάλει 17. Απογοητεύθηκα για να πω την αλήθεια όταν είδα αυτή τη διαφορά και στράφηκα προς τις ιδιωτικές σχολές, αλλά κακώς στην Ελλάδα δεν υπάρχει η έννοια του γραφίστα μέσω της ψηφιακής τεχνολογίας. Αν κάποιος σπουδάσει γραφίστας, θεωρείται ζωγράφος καλλιτέχνης. Εκείνη την εποχή τουλάχιστον ήταν δύσκολα τα πράγματα και έτσι ξεκίνησα εμπειρικά μπορώ να πω. Μεγάλο κομμάτι από αυτό που έμαθα οφείλεται στο γεγονός ότι ο κ. Αντωνιάδης με πήρε στο γραφείο του και με έβαλε από την αρχή στα δύσκολα, αλλά σιγά -σιγά μπήκα στο νόημα της υπόθεσης, ότι όταν ένας πελάτης έρχεται και μας ζητά κάτι να του δημιουργήσουμε από το μηδέν, πρέπει πρώτα να εξετάσουμε τι είναι αυτό που θέλει, να το ψάξουμε, να βάλουμε κάποιες ιδέες κάτω και να χρησιμοποιήσουμε την τεχνολογία σαν το τελευταίο εργαλείο αποτύπωσης όλων των ιδεών που θέσαμε. Καλώς ή κακώς εγώ τότε πίστευα ότι από την αρχή μέχρι το τέλος πρέπει να κάθομαι μπροστά στον υπολογιστή. Ο Κυριάκος επειδή έχει άλλο μπακγκράουντ, μου έδειξε ότι το βασικότερο ρόλο παίζει η ιδέα και έπονται όλα τα άλλα.

ΠτΘ: Επειδή οι δημιουργικές προτάσεις δεν προκύπτουν εκ του μηδενός, εσείς έχετε επιρροές, «κλέβετε», μιμείστε ιδέες;

Σ.Α: Η «κλοπή»εμφανίζεται έντονα στο διαδίκτυο. Επειδή το διαδίκτυο είναι ανά πάσα στιγμή ανοιχτό και μπορούμε να βρούμε πενήντα χιλιάδες ιδέες μέσα σε μία εβδομάδα, βλέπουμε προτάσεις που επαναλαμβάνονται. Βέβαια, οι έξυπνοι «κλέβουν» συνήθως εκείνο, το οποίο ουσιαστικά δεν είναι τόσο φανερό, όπως ο συνδυασμός των χρωμάτων, φτιάχνουν ένα διαφορετικό στήσιμο με παρόμοια χρώματα και όταν το βλέπει κάποιος λέει ότι του θυμίζει κάτι πολύ ωραίο, πολύ δυνατό, πολύ όμορφο, αλλά η δεύτερη πρόταση που βλέπει έχει προσεχθεί περισσότερο. Δηλαδή «έχει κλέψει» κάποια στοιχεία, έχει διορθώσει τα λάθη του πρώτου και τα έχει βελτιώσει. Αυτό είναι τρόπος ζωής, τρόπος εργασίας αρκεί να μην αντιγράφεις, να δέχεσαι μια επιρροή και να την εξελίσσεις

ΠτΘ: Αρκεί να μην είναι μίμηση ή και κακή απομίμηση όπως πολλές φορές γίνεται…

Σ.Α. :Πάντως επί του θέματος δεν χρησιμοποιώ τη λέξη κλοπή, χρησιμοποιώ τη λέξη επιρροές.

ΠτΘ: Κουβεντιάζετε μία ιδέα;

Σ.Α.: Ναι. «Εκμεταλλεύεται» ο ένας τις δυνατότητες του άλλου, αυτό γίνεται συνήθως. Και αλληλοσυμπληρωνόμαστε.

ΠτΘ: Υπάρχει και δημιουργικός ανταγωνισμός δηλαδή;

Α.Κ.: Αυτό κάνει και τους δύο να βγάζουμε καλύτερα αποτελέσματα.

Σ.Α.: Από τότε που ξεκίνησα τη γραφιστική και μέχρι ένα σημείο τώρα μου αρέσει ο abstract τρόπος σχεδιασμού, ο αφαιρετικός δηλαδή, που παίζεις πολύ με τα χρώματα και το συναίσθημα. Μπορεί να βλέπεις ένα σχήμα και να μην καταλαβαίνεις τι ακριβώς είναι, αλλά σου δημιουργεί κάποια συναισθήματα, φόβο ομορφιά. Βλέπω λοιπόν ότι και o Κυριάκος σε κάποιες μακέτες στην αρχή αλλά και τώρα είχε επιρροές από το δικό μου στυλ και τις ενσωμάτωνε στις δικές του δουλειές και το αντίστροφο.

ΠτΘ: κ. Αντωνιάδη, κ. Αγιάνογλου, αν και η συζήτησή μας θα μπορούσε να διαρκέσει απεριόριστα, συνομιλώντας για διαφήμιση και γραφιστική, τα σχετικά περιοδικά και τις διαφημίσεις που απολαμβάνουμε, πολύ σας ευχαριστούμε, καλή δημιουργικότητα.

Α.Κ.-Σ.Α.: Κι εμείς σας ευχαριστούμε.

Τ.Β.- Α.Π.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.