«Ο γαμος των παλικαριων με τη λευτερια και την αθανασια»
Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Καλέντης» το μυθιστόρημα του Κώστα Γιωργαλλίδη «Ο Αδελφός μου ο Προδότης». Αυτό είναι το τέταρτο βιβλίο του Γιωργαλλίδη μετά από μια συλλογή διηγημάτων και δυο ποιητικές συλλογές.
Πρόκειται για ένα ιστορικό μυθιστόρημα που δίνει μια γλαφυρή εικόνα και αποτυπώνει με συναρπαστικό τρόπο πολλές πτυχές του απελευθερωτικού αγώνα του Κυπριακού λαού του 1955-59 για αποτίναξη του στυγνού αποικιακού ζυγού που καταδυνάστευε την Κύπρο για ογδόντα τόσα χρόνια.
Χρονικά το έργο εξελίσσεται στη διάρκεια και στην κορύφωση του τετραετούς ανεπανάληπτου αγώνα. Οι ήρωές του ταυτίζονται με υπαρκτά και ζωντανά πρόσωπα εκείνης της επικής εποχής και ο μύθος και η πλοκή εδράζονται σε πραγματικά γεγονότα. Γεγονότα ιστορικά που βίωσε ο τόπος έντονα και που σημάδεψαν ανεξίτηλα μικρούς και μεγάλους με εμπειρίες, μνήμες, πόνο, δάκρυ, θρήνο, στερήσεις, κακουχίες, εξευτελισμούς και βασανιστήρια αλλά συνάμα και στιγμές μεγαλείου που καταγράφηκαν σαν η πιο λαμπρή σελίδα της πρόσφατης ιστορίας της Κύπρου, γεμάτη αγώνες, θυσίες, αυταπάρνηση, αλτρουισμό, ανιδιοτέλεια, πίστη γνήσια στα ανώτερα ιδανικά της ελευθερίας, της πίστης και του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Στην ημερήσια διάταξη οι διώξεις από το δυνάστη και τα όργανά του, τα μεσαιωνικά βασανιστήρια, οι κατατρεγμοί, το σπιουνιό, η προδοσία, τα ανθρωπομαζώματα, τα κρατητήρια, οι φυλακίσεις, η αγχόνη, η καχυποψία κι η αβεβαιότητα. Στην αντίπερα όχθη, ο αγώνας, η καθολική αντίσταση, το αντάρτικο, τα ηρωικά κατορθώματα, το ήθος και το ψυχικό σθένος αμούστακων αγοριών και απονήρευτων κοριτσιών, η γνήσια φιλία, η άδολη αγάπη, η αλληλεγγύη, η συνομωσία της σιωπής
Όσοι βίωσαν εκείνη την εποχή θα αναβαπτισθούν, θα την δουν να ξαναζωντανεύει μέσα από τις σελίδες του βιβλίου και θα αναζητήσουν ή θα εντοπίσουν σ΄ αυτόν τον ίδιο τον εαυτό τους και την ταύτισή τους με τους ήρωες. Οι νεότεροι θα μεταφερθούν νοερά και ψυχικά στο κλίμα και το πνεύμα της εποχής και θα συναπαντηθούν με τους συνομήλικούς τους που πρωταγωνίστησαν και άφησαν με τη θυσία τους ανεξίτηλα τα αποτυπώματά τους σ΄ εκείνη τη λαμπρή ιστορία του τόπου.
Ύστερα από τη σύλληψη του Ορέστη, του ομαδάρχη της ΕΟΚΑ στο χωριό, το βασανισμό του μέχρι θανάτου γιατί δε λύγισε και δεν αποκάλυψε μυστικά του αγώνα, η Οργάνωση καταβάλλει αγωνιώδη προσπάθεια να εντοπίσει τον προδότη για να τον τιμωρήσει αλλά και για να αποτρέψει μεγαλύτερη ζημιά. Ο Πάτροκλος ένας νεαρός συναγωνιστής του, λαμβάνει μήνυμα από τον τομεάρχη της περιοχής που τον πληροφορεί ότι οι υποψίες στρέφονται εναντίον του μεγάλου αδελφού του, γιατί τον είδαν να βγαίνει από τον αστυνομικό σταθμό και ενισχύονται από το γεγονός ότι γύρισε πρόσφατα από την Αγγλία και πολιτικά ανήκει στην παράταξη που εναντιώνεται στον αγώνα. Απ΄ εκείνη τη στιγμή, η ζωή του Πάτροκλου γίνεται εφιαλτική, ζει στιγμές θλίψης, ντροπής, αγωνίας και φρίκης μπροστά στην τραγωδία που επικρέμεται σε βάρος του ίδιου και της οικογένειάς του αλλά και της ίδιας της Οργάνωσης και του αγώνα, στην περίπτωση που οι υποψίες ευσταθούν κι ο αδελφός του εκτελεστεί σαν προδότης. Αποδύεται κι αυτός, παράλληλα και σε συνεργασία με τον τομεάρχη και γενικά την Οργάνωση, σε μια αγωνιώδη προσπάθεια να διαλευκάνει τα πράγματα, να βρει την αλήθεια και να αποτρέψει την τραγωδία. Στην πορεία της διερεύνησης για το ποιος πραγματικά είναι ο προδότης και στον κυκλώνα της καχυποψίας, εμπλέκονται πολλά πρόσωπα και καταστάσεις και διακυβεύονται πολλά.
Στην κορύφωση της αναζήτησης, οι εξελίξεις είναι δραματικές, σκληρές, αγωνιώδεις, συγκλονιστικές και αναπάντεχες κι η κατάληξη στην κούρσα της αγωνίας και οι απαντήσεις στα αμείλικτα ερωτηματικά δε δίνονται παρά μόνον όταν ο αναγνώστης κλείσει και την τελευταία σελίδα του βιβλίου.
Ένα δείγμα γραφής:
«Τη μια μέρα απλοί άνθρωποι του χωριού, φιλήσυχοι οικογενειάρχες, αγρότες, εργάτες, δάσκαλοι, βιοπαλαιστές. Την άλλη μέρα, σε μια στιγμή μεγαλείου, σε μια στιγμή έξαρσης και ηρωισμού, σε μια στιγμή που κράτησε ανοικτή σελίδα η ιστορία για να γραφεί με το αίμα που μόνο Έλληνες ξέρουν να γράφουν, περνούσε όλο το χωριό από το νέο χάνι της Γραβιάς και προσκυνούσε τους ήρωες.
Έσκυβαν κάτω, γονάτιζαν ένας ,ένας, έβγαζαν το καπέλο τους οι άνδρες και τις κουρούκλες και τις μαντίλες τους οι γυναίκες και προσκυνούσαν ευλαβικά τους ήρωες, που τίμησαν το χωριό και την πατρίδα και την Ελλάδα αλλά και την αξιοπρέπεια του κάθε ανθρώπου. Προσκυνούσαν τα γενναία παλικάρια και καταριούνταν τον ξένο που σκοτώνει τα βλαστάρια τους για να κρατηθεί με τη φωτιά και το σίδερο στο δικό τους τον τόπο, κι ορκίζονταν να τιμήσουν τη θυσία τους, να εκδικηθούν το θάνατό τους, να πυκνώσουν ακόμη πιο πολύ τις τάξεις της Οργάνωσης, να δυναμώσουν και να θεριέψουν ακόμη πιο πολύ τον αγώνα για το ξεκούμπισμα του ξένου.
Προσκυνούσαν τα νεκρά κορμιά των τιμημένων ηρώων. Μα τι κορμιά! Τα αποκαΐδια των πτωμάτων τους. Όσα είχαν μείνει από τις εκρήξεις, τις βόμβες και τους όλμους των Εγγλέζων. Όσα είχαν μείνει από τη φωτιά που άναψαν στην αποθήκη οι στρατιώτες του δυνάστη, ρίχνοντας τόνους βενζίνης , με αντλίες, με κάθε μέσο, ακόμη και με ελικόπτερα, μέχρι που τους κατάκαψαν ζωντανούς. Τους έκαναν παρανάλωμα της φωτιάς. Έγιναν μαζί με την αποθήκη που τους φιλοξενούσε ένα νέο ολοκαύτωμα. Ένα νέο Αρκάδι.
Πέρασε και προσκύνησε όλο το χωριό. Κι ο καθένας, νέοι, νέες, γέροι και μικρά παιδιά , τους έριχνε κι από ένα λουλούδι. Τα κορίτσια κρατούσαν πανέρια και τους έριχναν ροδοπέταλα και σιτάρι, λες και γινόταν γάμος, λες και γινόταν ο γάμος των πέντε παλικαριών με τη λευτεριά και την αθανασία».
Επιμέλεια: τ.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
