Οι Ελληνες και οι εθνικες σχεσεις στην ΕΣΣΔ
Η Ιουλιάνα Πογκόσοβα γεννήθηκε το 1969 στην πόλη Ανάπα της περιοχής Κρασνοντάρσκι της Ρωσίας. Το 1992 τελείωσε τη Δημοσιογραφική σχολή του Πανεπιστημίου της Μόσχας «Μ.Β. Λομονόσωφ», το 2001στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Αθηνών υπεράσπισε τη διδακτορική της διατριβή με θέμα: «Οι Έλληνες στο σύστημα των εθνικών σχέσεων της ΕΣΣΔ».
Σήμερα εργάζεται στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο της Θράκης, στο τμήμα Γλώσσας – Φιλολογίας και Πολιτισμού της Θράκης των Παρευξεινίων Χωρών. Είναι λέκτορας με γνωστικό αντικείμενο τη «Ρωσική Γλώσσα και Φιλολογία». Το ερευνητικό της έργο αναφέρεται στην εθνολογία, τη λογοτεχνία, την κοινωνιολογία, τη μορφολογική και συντακτική δομή της ρωσικής γλώσσας ως ξένης γλώσσας στο ελληνικό γλωσσικό περιβάλλον κτλ. Έχει πάρει μέρος σε διάφορες συνδιασκέψεις, στη Ρωσία και σε άλλες πρώην σοβιετικές δημοκρατίες.
Στην Ελλάδα ήρθε το 1993. Ως δασκάλα πιάνου στην αρχή δούλεψε σε διάφορα εστιατόρια παίζοντας πιάνο για κάποιο διάστημα. Μετά εργάστηκε σε ρωσόφωνες εφημερίδες που εκδίδονται στην Ελλάδα και για ένα χρόνο εξέδωσε τη δική της εφημερίδα, «Ολυμπία». Όπως λέει και η ίδια, τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα στην αρχή. Κάποια στιγμή συναντά τον Μιχάλη Χαραλαμπίδη, ο οποίος τη συστήνει στον Νεοκλή Σαρρή και κάνει τη διδακτορική της διατριβή με θέμα τη θέση των Ελλήνων στη Σοβιετική Ένωση. Δούλεψε επίσης με σύμβαση στο Τμήμα Βαλκανικών Σπουδών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου διδάσκοντας τη ρωσική γλώσσα.
Για τη συγγραφή του πονήματος «Οι Έλληνες στο σύστημα των εθνικών σχέσεων στην ΕΣΣΔ» η κ. Πογκόσοβα, όπως λέει, στηρίχθηκε στα Κρατικά Αρχεία της Ρωσικής Ομοσπονδίας τα οποία μέχρι το 1996 ήταν απόρρητα: «Το υλικό ήταν πολύ και άγνωστο. Δούλεψα με αυτά και μέσα από αυτά ανακάλυψα την ουσία των μέτρων που υλοποίησε το κράτος σε ό,τι αφορά στο σχηματισμό, την εξέλιξη, τη διαμόρφωση και την ανάπτυξη εθνικών μειονοτήτων στην πορεία του ανασχηματισμού που υλοποιείται από το κράτος, τις πιθανές και πραγματικές αντιθέσεις μεταξύ του συστήματος της διοίκησης του κράτους και των εθνικών μειονοτήτων και επίσης τις κατασταλτικές ενέργειες από την πλευρά του κράτους σε σχέση με τις εθνικές μειονότητες και τους λαούς και συγκεκριμένα σε σχέση με τον ελληνικό λαό ο οποίος και αποτέλεσε τη βάση της μελέτης». Στοιχεία, επίσης, πάρθηκαν από εφημερίδες όπως «Πράβδα», «Ιζβέστια» καθώς και από άλλες δέκα εφημερίδες, όπως «Κομμουνιστής», «Κόκκινος Καπνός» που εκδίδονταν στη ελληνική γλώσσα και οι οποίες συμπλήρωσαν τα στοιχεία σχετικά με τη ζωή των ελλήνων στην ΕΣΣΔ αρχίζοντας από το 1920.
Κατά την κ. Πογκόσοβα, η πολιτική που ασκήθηκε «όσον αφορά στις μειονότητες ήταν πολύπλοκη. Στην αρχή δόθηκαν κάποια καλά δείγματα, επί Λένιν, όπου τέθηκαν κάποιες βάσεις για να προχωρήσει το θέμα των μειονοτήτων».
Διευκρινίζοντας τα θετικά βήματα αναφέρεται στη δημιουργία της διεύθυνσης «Ναρκομνάτς, Λαϊκό Επιτροπάτο των Μειονοτήτων, που ασχολιόταν με τις μειονότητες. Υπήρχε ειδικό τμήμα και είχαν ανοίξει σχολεία, όπου διδάσκονταν η γλώσσα των μειονοτήτων, εκδόθηκαν βιβλία, υπήρχαν βιβλιοθήκες, αλλά από το 1929 όλα αυτά καταστράφηκαν. Ο Στάλιν στράφηκε προς την αφομοίωση των μειονοτήτων και ξεκίνησε ο εκτοπισμός χιλιάδων Ελλήνων σε απομακρυσμένες περιοχές».
Σύμφωνα με την κ. Πογκόσοβα, στην ΕΣΣΔ «υπήρχαν εκατόν δέκα εθνικότητες, αλλά επίσημα ήταν μόνο δεκαπέντε».
Σήμερα η κ. Πογκόσοβα διδάσκει ρωσικά στο Δημοκρίτειο. Όπως αναφέρει η ίδια υπάρχει ενδιαφέρον από την πλευρά των φοιτητών, κρίνοντας και από την προηγούμενη εμπειρία της από τη Φλώρινα, και μάλιστα η ρώσικη γλώσσα βρίσκεται σε σχέση με τις υπόλοιπες στην προτίμηση των φοιτητών σε περίοπτη θέση. Η κ. Πογκόσοβα συνέγραψε, επίσης, μαζί με την Τατιάνα Τριανταφυλλίδου, γραμματικό οδηγό της ρωσικής γλώσσας που απευθύνεται στους σπουδαστές που μαθαίνουν τη ρωσική γλώσσα καθώς και στους καθηγητές της ρωσικής ως ξένης γλώσσας, οι οποίοι διδάσκουν ρωσικά σε Έλληνες. Τα θέματα στο εγχειρίδιο παρουσιάζονται συστηματικά, σύμφωνα με τη συνήθη ταξινόμηση του γραμματικού υλικού της ρωσικής γλώσσας.
Ευχαριστεί δε όλους όσους την στήριξαν και κυρίως τον καθηγητή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, κ. Φωτιάδη.
«Οι Έλληνες στο σύστημα των εθνικών σχέσεων στην ΕΣΣΔ»
Το βιβλίο χωρίζεται σε πέντε κεφάλαια.
Στο πρώτο κεφάλαιο εξετάζεται το ζήτημα του έθνους και των εθνικών σχέσεων από θεωρητική άποψη. Η συγγραφέας εφιστά την προσοχή στο περιεχόμενο των εννοιών «έθνος» και «εθνικισμός», μας βοηθά να κατανοήσουμε την κατάσταση του εθνικού ζητήματος γενικότερα και ιδιαίτερα των εθνικών σχέσεων των κρατών, ως μορφές ιδεολογικής έκφρασης της κοινωνίας στους δύο τελευταίους αιώνες. Παρουσιάζονται οι διαφορετικοί τρόποι για να λυθεί το ειδικά επίκαιρο εθνικό ζήτημα στο σημείο συνάντησης του 19ου με τον 20ο αιώνα, καθώς και οι απόψεις των θεωρητικών της ΙΙ Διεθνούς που εμπλούτισαν το σύστημα ιδεών του ιστορικού υλισμού.
Ετσι λοιπόν, κατά την άποψή του O. Bauer, η έννοια του έθνους παρουσιάζεται ως φορέας του εθνικού χαρακτήρα που δημιουργείται βάσει της εθνικής πολιτιστικής κοινότητας σε όλη τη διάρκεια της ιστορικής πορείας. Ο Στάλιν απορρίπτει τον ορισμό του έθνους που έδωσε ο O. Bauer τονίζοντας ότι το έθνος «είναι μία ιστορικά προσδιοριζόμενη κοινότητα ανθρώπων η οποία εμφανίζεται ως αποτέλεσμα της κοινής μορφής της γλώσσας, του εδάφους, της οικονομικής ζωής και της ψυχολογικής δομής, η οποία εμφανίζεται στην παγκόσμια κοινότητα πολιτισμού», διευκρινίζοντας ότι «ούτε ένας από τους συγκεκριμένους παράγοντες από μόνος του δεν είναι αρκετός για τον ορισμό. Και επιπλέον, σε περίπτωση απουσίας τουλάχιστον ενός από τους συγκεκριμένους παράγοντες το έθνος παύει να είναι έθνος… Μόνο η ύπαρξη όλων των παραγόντων μας δίνει το έθνος».
Στο βιβλίο, επίσης, γίνεται αναφορά για τη θεωρία που αναπτύχθηκε σε σχέση με τον όρο «εθνική μειονότητα». Η αντίληψη που εκφράζεται στο 10ο συνέδριο του ΡΚΚ είναι ότι η έννοια της εθνικής μειονότητας χρησιμοποιείται για το χαρακτηρισμό ενός συγκεκριμένου μέρους κάποιου λαού που μετακινείται από το έδαφος όπου κατοικεί. Στις αρχές της δεκαετίας του 1920 οι ειδικοί που εργάζονται στο Λαϊκό Επιτροπάτο των Εθνικοτήτων (Ναρκομνάτς) και ασχολούνται με τη δημιουργία των εθνικών κρατικών μονάδων και την εκτέλεση της πολιτικής της σοβιετικής εξουσίας σχετικά με τις εθνικότητες και τις εθνικές μειονότητες, διευκρινίζουν την έννοια της εθνικής μειονότητας. Το 1921 ο Κανονισμός για το Λαϊκό Επιτροπάτο Εθνικοτήτων διαπιστώνει την ύπαρξη το λιγότερο δύο κατηγοριών εθνικών μειονοτήτων και καθορίζει τη θέση τους στη δομή του Ναρκομνάτς. Πρώτον, εθνικότητες που κατοικούν στα πλαίσια της Ρωσικής Ομοσπονδίας ως εθνικές μειονότητες, όμως έχουν τις αντίστοιχες εδαφικές ενώσεις οι οποίες παίρνουν μέρος στη Ρωσική Ομοσπονδία και δεν αποτελούν τις ενωσιακές σοβιετικές Δημοκρατίες, Λετονοί Εσθονοί, Λιθουανοί Φιλανδοί καθώς και οι Εβραίοι οι οποίοι έχουν στο Ναρκομνάτς τα αντίστοιχα εθνικά τμήματα και δεύτερον οι εθνικές ομάδες-μειονότητες στο έδαφος της ρωσικής ομοσπονδίας οι οποίες δεν έχουν τα δικά τους εθνικά τμήματα στο Ναρκομνάτς και δεν παίρνουν μέρος στις αντίστοιχες εθνικές εδαφικές ενώσεις.
Στη δομή του Ναρκομνάτς υπάρχει και τμήμα εθνικών μειονοτήτων που ενώνει τις εθνικές μειονότητες οι οποίες βρίσκονται έξω από τα σύνορα της δικής τους αυτόνομης μονάδας, όσο και τις μειονότητες οι οποίες για κάποιους λόγους εγκατέλειψαν το πατρογονικό τους έδαφος και στη Ρωσική Ομοσπονδία αποτελούν τις εθνικές μειονότητες.
Ετσι η ποσοτική σύνθεση των εθνικών μειονοτήτων το 1923 αποτελείται από 15 περίπου εκατομμύρια άτομα που είτε «μένουν έξω από το έδαφος των Δημοκρατιών είτε δεν ενώθηκαν σ’ αυτές».
Στο δεύτερο κεφάλαιο γίνεται λόγος για τις εθνικές μειονότητες στο σύστημα των εθνικών σχέσεων στην ΕΣΣΔ.
Μετά τη δημιουργία της ΕΣΣΔ οι μπολσεβίκοι είναι αναγκασμένοι να αποφεύγουν δυο ανισότητες – του σοβινισμού και του εθνικισμού – στην υλοποίηση της εθνικής πολιτικής. Στο κέντρο της προσοχής, των σοσιαλδημοκρατών της Ευρώπης βρίσκεται η Αυστροουγγαρία, όπου επιτακτικά τίθεται το ζήτημα σχετικά με την εγκατάσταση των ισόνομων σχέσεων μεταξύ των εθνών με την διατήρηση του πολυεθνικού κράτους.
Ως μία από τις πιθανότερες λύσεις του ζητήματος αυτού, οι σοσιαλδημοκράτες βλέπουν την ομοσπονδία των εθνικοτήτων στη βάση του «εθνικού διαχωρισμένου αυτόνομου εδάφους». Οι εκπρόσωποι των διαφορετικών μπολσεβίκικων φραξιών βλέπουν διαφορετικά την ιδέα της ομοσπονδιακής οργάνωσης. Στα 1920 κάνουν συγκεκριμένες προτάσεις σχετικά με την οργάνωση της εθνικής κρατικής μονάδας, με την αλλαγή του αξιώματος των εθνικών ομάδων και εθνικών μειονοτήτων, με τη δημιουργία για μερικές από αυτές (Γερμανοί, Βούλγαροι, Κορεάτες κλπ.) , των κύριων ομάδων των εθνικο-εδαφικών και εθνικο-πολιτιστικών οργανώσεων. Η δυνατότητα της πολυμορφίας των εθνικο–κρατικών και εθνικο–εδαφικών οργανώσεων παρουσιάστηκε στην μπολσεβίκικη θεωρία του εθνικού ζητήματα στην πολυεθνική χώρα με τις εθνικότητες, οι οποίες βρίσκονται σε διαφορετικό επίπεδο της κοινωνικο–πολιτικής ανάπτυξης.
Εγκρίνοντας το 1903 το πρόγραμμα του κόμματος ΡΣΔΕΚ (ΡΣΔΡΠ), σχετικά με το εθνικό ζήτημα, οι μπολσεβίκοι είναι αναγκασμένοι να πολεμούν με τους «αστικούς» εθνικιστές, οι οποίοι ζητούν να συμπεριληφθούν τα εθνικά συμφέροντα στο πρόγραμμα του κόμματος, βάσει της ομοσπονδιακής οργάνωσης του κόμματος, της αρχής της πολιτιστικής – εθνικής αυτονομίας.
Θεωρούσαν ότι το εθνικό ζήτημα, σχετισμένο με τα προβλήματα της διαφοροποίησης των εθνικοτήτων από το έθνος «με αξίωμα», με την εγκατάσταση των σχέσεων μεταξύ των εθνών, μπορεί να λυθεί μέσω της πορείας εξόντωσης της πραγματικής ανισότητας των εθνών και της πραγματοποίησης του δικαιώματος των εθνών για αυτοδιάθεση.
Στο τρίτο κεφάλαιο γίνεται λόγος για τους εκτοπισμούς των λαών και των εθνικών μειονοτήτων και ο κατασταλτικός παράγοντας στην εθνική πολιτική του κράτους.
Στο βιβλίο δίνονται αντικειμενικά τα αίτια των αρνητικών φαινομένων της πολιτικής του Στάλιν ιδιαίτερα τα αίτια των εξορισμένων σε σχέση με τις συγκεκριμένες ομάδες των λαών και εθνικών μειονοτήτων σε διαφορετικά επίπεδα, πολιτικό, κοινωνικο- οικονομικό και ηθικό. Πρώτη πράξη σχετική με τα κατασταλτικά μέτρα είναι η αναγκαστική μετατόπιση της ιστορικά διαμορφωμένης πολιτιστικής-εθνικής κοινότητας των Κοζάκων.
Τα πολιτικά μέτρα της επέκτασης της κατασταλτικής πολιτικής μπορεί να είναι η αδυναμία της πορείας δημοκρατικοποίησης της κοινωνίας και η βαθμιαία ενίσχυση της κομματικής διοίκησης που συμβάλλουν στην αυστηρή συγκεντροποίηση στην κατανομή της εξουσίας μεταξύ του Κέντρου και των παραμεθόριων χωρών. Ο διοικητικός μηχανισμός, ασχολούμενος με την εδραίωση της εξουσίας, προχωρεί προς την ισοπέδωση των εθνικών ιδιαιτεροτήτων την εξαφάνιση των οποιωνδήποτε ορίων μεταξύ των λαών, συνθήκες που βοηθούν στη βαθμιαία παραμόρφωση της πολιτικής του κράτους στον τομέα των εθνικών σχέσεων στην αύξηση της δυσπιστίας και εμφάνιση των διαμαχών μεταξύ των λαών.
Μία από τις ηγετικές λειτουργίες του κράτους είναι η διατήρηση της κρατικής ακεραιότητας με την βοήθεια του συστήματος διοίκησης της κοινωνίας. Αν και η ΕΣΣΔ σκοπεύει να δημιουργήσει το σοσιαλδημοκρατικό κράτος των εργαζόμενων, ξεπερνώντας την καθυστέρησή τους και την εθνική διαφοροποίηση, ιδιαίτερα εμφανείς στην αρχή της εγκατάστασης της σοβιετικής εξουσίας, πρέπει να παραδεχθούμε ότι τα όργανα της εξουσίας δεν ακολουθούν πάντα την αρχή της ισότητας, στην εθνική οργάνωση του κράτους. Φαίνεται ότι οι μπολσεβίκοι ήταν έτοιμοι να κάνουν οποιαδήποτε υποχώρηση ακριβώς στο δρόμο προς το σκοπό αυτό. Η μοίρα της ελληνικής κοινωνικής οργάνωσης, του συλλόγου των Ελλήνων κατοίκων της Μόσχας, αντιμετωπίζει την λογική αυτή ήδη το 1924, στη διαδικασία της προετοιμασίας για την δημιουργία της επίσημης οργάνωσης των Ελλήνων. Αυτό μπορεί να αποτελεί το μικρότερο παράδειγμα στην ιστορία του κινήματος των κοινωνικών εθνικών οργανώσεων στην ΕΣΣΔ.
Ακολουθεί η ταξινόμηση των αιτίων των εκτοπισμών των λαών. Τα αναφέρουμε όπως ταξινομήθηκαν από ο Ν.Φ. Μπουγκάι.
1) Οι λαοί εξορίζονται λόγω της μη αποδοχής από την πλευρά τους του καθεστώτος, το οποίο εγκαθίσταται (της Σοβιετικής Εξουσίας, καινούριου συστήματος και τρόπου παραγωγής), του σοσιαλιστικού. Μεταξύ των λαών αυτών βρέθηκαν οι Κοζάκοι, στους οποίους αναφέρεται ο νόμος «Για την Αποκατάσταση των Λαών οι οποίοι Καταπιέστηκαν», τα άλλα εφεδρικά σώματα του ρωσόφωνου πληθυσμού, μερικές ομάδες των λαών από τις χώρες της Βαλτικής Θάλασσας, από τη Μολδαβία (Πολωνοί, Ουκρανοί, Λευκορώσοι κλπ.).
2) Οι λαοί μετατοπίζονται με καταναγκαστικό τρόπο σύμφωνα με τη λεγόμενη «αποτρεπτική ένδειξη», και κατηγορούνται για συνεργασία με το κράτος – εισβολέα: οι Κορεάτες, Γερμανοί, Έλληνες, Κούρδοι, Τούρκοι – Μεσχέτιοι, Χεμσίνοι.
3) Οι λαοί, δήθεν όλοι δίχως εξαίρεση, παλεύουν εναντίον της σοβιετικής εξουσίας και του Κόκκινου Στρατού (ενώ στην πραγματικότητα όλα ήταν πολύ διαφορετικά): Τσετσένοι, Ινγκούσοι, Μπαλκάροι, Καράτσοι, Τατάροι της Κριμαίας, Βούλγαροι, Καλμούκοι, μερικώς Τούρκοι και Αρμένιοι.
4) Οι εκπρόσωποι των εθνών, οι οποίοι αποτελούν τη λεγόμενη κατηγορία των «υπόπτων στοιχείων»: Ιρανοί, μερικώς Κούρδοι.
5) Οι «συνεργοί των φασιστών»: εκπρόσωποι του ουκρανικού στασιαστικού στρατού –ΟΥΣΣ (UPA), «Βλάσοφτσου» (τα μέλη της οργάνωσης των Ουκρανών εθνικιστών με αρχηγό τον Βλάσοφ), «Οούνοφτσου» (τα μέλη της μιας άλλης οργάνωσης των Ουκρανών εθνικιστών) κλπ.
Ως μια κοινή αιτία των εξορισμών παρουσιάζεται η συμμετοχή στο ένοπλο (αντάρτικο) κίνημα, το οποίο μερικές φορές μετατρέπεται σε μορφή πολιτικής τρομοκρατίας και συμμοριτισμού. Όμως, η πιο προσεκτική μελέτη των συνθηκών, οι οποίες δημιούργησαν στον τομέα αυτό πριν και κατά τη διάρκεια του πολέμου, δημιουργεί αμφιβολίες, σε ό,τι αφορά το αξιόπιστο των κατηγοριών αυτών σε σχέση με κάποιον από τους εξορισμένους λαούς. Το κίνημα αυτό ήταν καθολικό και η γεωγραφία της επέκτασής του είναι πολύ μεγάλη.
Αξίζει να σημειωθεί ότι στην ΕΣΣΔ τα ξένα έθνη, συμπεριλαμβανομένων και των Ελλήνων, τα οποία δεν είχαν αυτόνομη μονάδα, όλα δίχως εξαίρεση εξορίστηκαν.
Στο τέταρτο κεφάλαιο παρουσιάζεται η οργάνωση της διοίκησης και η κατάσταση των Ελλήνων της Ρωσίας πριν από την Οκτωβριανή Επανάσταση και στο διάστημα 1920-1940 καθώς και η καταναγκαστική μετακίνηση των Ελλήνων. Η μετατόπιση των Ελλήνων που κατοικούν στην Κριμαία στην Μαυροθαλασσίτικη ακτή της περιοχής Κρασνοντάρσκι και στη Γεωργία «πραγματοποιείται για την εκκαθάριση των συνοριακών περιοχών του κράτους από τους μη ρωσικούς λαούς λόγω έλλειψης εμπιστοσύνης στην αξιοπιστία τους. Όμως εκτοπίζονται και οι Έλληνες οι οποίοι κατοικούν και σε άλλες περιοχές της ΕΣΣΔ».
Στο πέμπτο κεφάλαιο του βιβλίου παρουσιάζεται η πορεία της προσαρμογής και συγχώνευσης με την οικονομία και τον πολιτισμό των δημοκρατιών της ελληνικής εθνικής μειονότητας στις δημοκρατίες της Μέσης Ασίας και του Καζακστάν καθώς και η αποκατάσταση των Ελλήνων κατά τη διάρκεια των ετών 1950-1990.
Στη διάρκεια του εκτοπισμού των Ελλήνων και της μετακίνησής τους στο έδαφος των Δημοκρατιών της Μέσης Ασίας και του Καζακστάν εμφανίζεται καθαρά η αυθαιρεσία της διοίκησης των τοπικών αρχών της εξουσίας τόσο των κομματικών όσο και των σοβιετικών, και η πλήρη αδιαφορία τους στα προβλήματα της εγκατάστασης των εκτοπισμών. Οι περιοχές αυτές στο διάστημα 1930-1950 ξαφνικά μεταμορφώνονται στις εκτάσεις «πεταμένων» απλών πολιτών, διαφόρων εθνικοτήτων.
Ο εκτοπισμός των Ελλήνων, το 1944, μαρτυρεί την τελική απόφαση της Σοβιετικής Κυβέρνησης, η οποία υπολογίζει τόσο τον εσωτερικό, όσο και τον εξωτερικό κίνδυνο, σε ό,τι αφορά στη διατήρηση και εδραίωση του σοσιαλδημοκρατικού καθεστώτος, να μην σταματάει μπροστά σε μη δημοκρατικά μέτρα. Το προηγούμενο σε μορφή των κατασταλτικών μέτρων, τα οποία υλοποιούνται ήδη αρχίζοντας από τη δεκαετία του 1920 σχετικά με τους λαούς και τις εθνικότητες, συμπεριλαμβανομένων και των Ελλήνων, κάνει από την εξορία το κανονικό όργανο της κρατικής πολιτικής.
Αν υποθέσουμε ότι ο καταναγκαστικός εκτοπισμός υλοποιείται, για να αποφευχθούν τα τεράστια έξοδα σχετικά με την ενίσχυση του ελέγχου του πληθυσμού, την εδραίωση του αμυντικού συστήματος στα σύνορα κλπ., τότε πρέπει να παραδεχθούμε ότι τα έξοδα για την υλοποίηση της κατασταλτικής πολιτικής, ήταν πολύ περισσότερα, χωρίς τον υπολογισμός των αναπόφευκτων εξόδων για την μελλοντική αποκατάσταση.
Α.Π.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
