Ενας Ιταλος τενορος στην Κομοτηνη
Ιταλικές άριες και ναπολιτάνικα τραγούδια θα ζωντανέψουν το Σάββατο στη ζεστή σκηνή της Πολιτιστικής Κίνησης και το ηχόχρωμα του νεαρού Ιταλού τενόρου Luigi Boccia θα πλημμυρίσει το χώρο. Ελληνική και ιταλική μουσική θα συνυπάρξουν για μια βραδιά στο Στέκι της Πολιτιστικής. Ο Λουίτζι και οι Έλληνες φίλοι του από την Κομοτηνή υπόσχονται να μας μεταφέρουν στην Ιταλία της Καμπανίας και της άριας, του ναπολιτάνικου ταμπεραμέντου και της αύρας του έρωτα, με τον οποίο όλοι έχουμε ταυτίσει την ιταλιάνικη μουσική και γλώσσα.
Οταν ο Λουίτζι μιλά ιταλικά η γλώσσα του λύνεται και τρέχει μελωδικά και νοσταλγικά… Όταν μιλά σπαστά ελληνικά λύνεται η ψυχή του… Γνωρίζει ακόμα και τα αρχαία ελληνικά κι έχει λάβει κλασική παιδεία. Πέρασε κι ένα καλοκαίρι στη μαγευτική Μαρώνεια και θυμάται με αγάπη τα τραγούδια της παρέας και τις εκρηκτικές γεύσεις από τα ελληνικά παραδοσιακά εδέσματα!
Πάνω απ΄ όλα όμως έχει στο νου και την καρδιά τη μουσική, γέννημα θρέμμα ο ίδιος Ναπολιτάνος, βέρος Ιταλιάνος και εξ αγχιστείας πια Έλληνας, ανταποκρίθηκε στην πρόσκληση των Ελλήνων φίλων του και αφήνοντας την οικογένειά του στην Ιταλία ήρθε στην Κομοτηνή μετά την Πρωτοχρονιά για να συντροφέψει τους φίλους του μουσικούς και να μας μαγέψει αύριο με τη φωνή του…
ΠτΘ: Πώς αποφασίσατε να ασχοληθείτε με το συγκεκριμένο είδος μουσικής;
Λ.Μ.: Από μικρός είχα την αίσθηση ότι είχα καλή φωνή. Με προσπάθεια όμως και με την ενθάρρυνση του οικογενειακού μου κύκλου στράφηκα προς το συγκεκριμένο είδος. Στα δεκαπέντε μου χρόνια έτυχε να με ακούσουν άνθρωποι με αυτί πιο εκλεπτυσμένο και πιο ειδικό, οι οποίοι με παρότρυναν να ασχοληθώ και να επεξεργασθώ τη φωνή μου κοντά σε κάποιον καθηγητή και να κάνω κάτι πιο σοβαρό. Ετσι ασχολήθηκα με τη μουσική. Θεωρώ όμως βασική την όλη εκπαίδευση που είχα από το σπίτι, και κυρίως από την οικογένεια του πατέρα μου, που ήταν Ναπολιτάνοι και οι οποίοι μου έκαναν δώρα δίσκους με ρομάντζες της όπερας με τον Παβαρότι, οι οποίοι όμως δίσκοι είχαν το εξής χαρακτηριστικό: από την μία πλευρά περιείχαν άριες με όπερα και από την άλλη ναπολιτάνικα τραγούδια. Γι΄ αυτό υπάρχει και αυτή η μίξη, αυτή η χημεία.
ΠτΘ: Υπήρχε δηλαδή παράδοση στην οικογένεια;
Λ.Μ.: Δεν υπήρχε παράδοση, αλλά πάθος για το συγκεκριμένο είδος μουσικής. Η γιαγιά μου τραγουδούσε τραγούδια ναπολιτάνικα, ο δε πατέρας μου είχε πάθος με αυτά.
ΠτΘ: Είναι γνωστό όμως ότι στην Ιταλία το συγκεκριμένο είδος μουσικής είναι αναπτυγμένο. Πώς βλέπετε το επίπεδο του συγκεκριμένου είδους μουσικής στη χώρα σας;
Λ.Μ.: Ένα παιδί που ζει στην Ιταλία έχει πολύ περισσότερες πιθανότητες να ακούσει σωστά την όπερα και να την αντικρίσει από ό,τι σε άλλη χώρα που δεν έχει αναπτυχθεί το είδος. Και αυτό έχει δημιουργήσει μία βαθμοποίηση του ακροατηρίου, ο μελωδομανής, αυτός που καταλαβαίνει και αξιολογεί κι αυτός που απλά του αρέσει και έτσι προκύπτει μία ποικιλία ακροατών. Επομένως, υπάρχει κόσμος, και σε χώρους σαν αυτόν εδώ, που θα σου βρει το μπακγκράουντ, έχοντας και ο ίδιος μια εμπειρία και θα καταλάβει τι έχεις ακούσεις και από πού έχεις επηρεασθεί.
ΠτΘ: Και όσον αφορά τη ναπολιτάνικη μουσική;
Λ.Μ.: Στο εξωτερικό έχει περάσει η άποψη ότι η ναπολιτάνικη μουσική είναι η ιταλική μουσική, αλλά στην Ιταλία την αντιμετωπίζουν ως μουσική μιας συγκεκριμένης περιοχής. Επομένως στη συγκεκριμένη περιοχή υπάρχει ένας τεράστιος ανταγωνισμός και μία μεγαλύτερη ανάπτυξη. Όταν όμως βγεις από τα όρια της περιοχής της Καμπανίας οι γνώστες της συγκεκριμένης μουσικής γίνονται λιγότεροι. Είναι και αρκετά αυστηροί όσον αφορά στην ερμηνεία και γενικότερα σε ό,τι αφορά στο τραγούδι. Επειδή έχω επηρεασθεί από τη λυρική σκηνή, τραγουδώ όπως τραγουδάνε τα ναπολιτάνικα τραγούδια οι τενόροι της εποχής. Στη Νάπολη όμως θα έλεγα ότι θα προτιμούσαν μία φωνή όπως του Ζαχαρία του Τίλιου, η οποία είναι πιο λαϊκή.
ΠτΘ: Στην εκδήλωση του Σαββάτου τι θα ακούσουμε;
Λ.Μ.: Στο πρώτο μέρος θα υπάρξουν τέσσερις άριες από τους πιο σημαντικούς οπερίστες της κλασσικής εποχής και του ρομαντισμού, Μότσαρτ, Ροσίνι, Βέρντι και Ντονιτζέτι. Το υπόλοιπο πρόγραμμα θα είναι κλασικά ναπολιτάνικα τραγούδια που έχουν μία λυρική βάση, μία δομή άριας, ρομάντζας θα λέγαμε, έτσι ώστε να γίνει μία μίξη. Αυτά είναι τραγούδια που αν τα άκουγε ένας Κινέζος θα έλεγε ότι είναι ιταλική κλασσική μουσική, ωστόσο είναι ναπολιτάνικα, τα οποία τα διάλεξα για να γίνει μία καλύτερη μίξη. Οι επιλογές των ναπολιτάνικων τραγουδιών έγιναν με βάση τα ακούσματα που έχω από την ελληνική μουσική. Έψαξα και ανακάλυψα ότι υπάρχει μία ίδια ατμόσφαιρα, ένα ίδιο μπακγκράουντ αρμονικό. Στο φινάλε είναι τραγούδια που γεννιούνται από μία ζεστή πόλη, από τη θάλασσα, στις ίδιες κλιματολογικές συνθήκες από ζεστούς λαούς.
ΠτΘ: Έχετε κάνει πολλές εμφανίσεις μπροστά σε κοινό;
Λ.Μ.: Μέχρι τα 13 μου χρόνια δεν είχα αναλάβει εμφάνιση με ολόκληρο κονσέρτο, αλλά τραγούδησα κάποια κομμάτια, συνήθως άριες και ναπολιτάνικά τραγούδια. Από τα 18 μου μέχρι σήμερα έχω κάνει κονσέρτα ολόκληρα στην Αυστρία στο Γκράτς, σε διαγωνισμό στη Βασιλεία της Ελβετίας και στις 18 Δεκεμβρίου κονσέρτο στα μέρη που γεννήθηκα, στο Αβελίνο, κατά τη διάρκεια του οποίου τραγούδησα στο μισό μέρος άριες από όπερες και στο δεύτερο μέρος Γερμανικά του Σούμπερτ.
ΠτΘ: Πόσο δύσκολο είναι να τραγουδά κανείς όπερα, η οποία, πέρα από τις φωνητικές δυνατότητες, απαιτεί και ηθοποιία και γενικότερα ένα συνδυασμό ταλέντων;
Λ.Μ.: Είναι αλήθεια ότι είναι δύσκολο είδος. Στην ουσία όμως, αυτός που πηγαίνει σε ένα θέατρο να ακούσει όπερα περισσότερο πηγαίνει για να δει τις ικανότητες των τραγουδιστών της ορχήστρας και όχι τόσο την ικανότητα ερμηνείας του ρόλου τους ως ηθοποιών. Το να είσαι και καλός ηθοποιός φυσικά είναι ό,τι καλύτερο και θα ικανοποιήσεις περισσότερο το κοινό, αλλά είναι και ζήτημα επιλογών. Αν αποφασίσεις να είσαι καλός στο τραγούδι και κακός στην ηθοποιία ή το να επιλέξεις δηλαδή να είσαι καλός ηθοποιός όχι όμως και τραγουδιστής είναι ρίσκο. Όταν είσαι Ρόμπερτ Ντε Νίρο ή Άλ Πατσίνο δεν μπορείς να απαιτείς και ένα ντο από το στήθος, αλλά και ούτε και από τον Παβαρότι να είναι Ντε Νίρο. Επομένως είναι θέμα ισορροπίας που τείνει προς το τραγούδι περισσότερο και λιγότερο προς την κίνηση και την ηθοποιία.
ΠτΘ: Ποια είναι η εμπειρία που έχετε αποκομίσει από την επαφή μας με ανθρώπους της περιοχής και ειδικότερα από τα παιδιά με τα οποία θα τραγουδήσετε;
Λ.Μ.: Θα χρειασθούν ώρες για να σας απαντήσω… Αισθάνομαι ότι με έχουν αγκαλιάσει, μου έχουν δείξει μία τρομερή οικειότητα τόσο οι φίλοι της Κομοτηνής όσο και της Μαρώνειας, στην οποία βρέθηκα το καλοκαίρι. Ουσιαστικά ένα από τα πρώτα που μου συνέβη όταν πρωτοήρθα, και μία από τις αξέχαστες εμπειρίες, ήταν όταν πρωτοβρέθηκα στο σπίτι του φίλου και συγκατοίκου μου Χάρη και βρέθηκαν κάποιοι φιλοξενούμενοι φίλοι των γονιών του, οι οποίοι ξεκίνησαν να παίζουν και να τραγουδάνε για τέσσερις ώρες πεντακόσια τραγούδια το ένα μετά το άλλο και να τραγουδάνε, και να τραγουδάνε, και να τραγουδάνε… Γεγονός που σήμαινε ότι αυτοί οι άνθρωποι για να είναι μαζί και να τραγουδούν αγαπάνε τη μουσική, κάτι που για μένα που προέρχομαι από περιοχή που αγαπούν το τραγούδι ήταν πρωτόγνωρο. Πέρα από τη φιλοξενία, από το φαγητό, από το ποτό, από την επίθεση στο στομάχι μου με μπουγιουρντί και μπουγάτσα …
Οσον αφορά στη συνεργασία μου με τα άλλα παιδιά, με το Χάρη γνωριζόμαστε από καιρό, είμαστε συγκάτοικοι και συμφοιτητές, παίζουμε μαζί και έχουμε επικοινωνία λόγω της συνύπαρξης εδώ και δύο χρόνια. Ως προς το Φάνη και το Γιώργο, αυτό που μου φάνηκε εκπληκτικό είναι πρώτον ότι είναι καλά παιδιά και δεύτερον ότι υπάρχει μία σχεδόν εκρηκτική ταχύτητα σε σύλληψη ήχων που μπορεί να είναι διαφορετικοί για αυτούς, που μπορεί να μην τους έχουν ακούσει, – σαν να ξεκινώ εγώ ένα ελληνικό τραγούδι και να μπορώ να το καταλάβω και να το ερμηνεύσω σωστά . Όσον αφορά στη συναυλία έχω ξανατραγουδήσει στο εξωτερικό, αλλά ποτέ δεν αισθάνθηκα αυτό που αισθάνομαι εδώ. Δεν θα αντιμετωπίσω ένα κοινό που θα ψάξει να βρει τα τρωτά μου να με γιουχάρει, γιατί συνηθίζεται και αυτό. Αισθάνομαι ότι θα παίξω στο σπίτι με φίλους και θα τραγουδήσω για να τους ευχαριστήσω.
ΠτΘ: Ακούτε ελληνική μουσική;
Λ.Μ.: Ακούω πάρα πολλή και βασικά αυτό οφείλεται στο Χάρη που ακούει συνεχώς μουσική που μου δείχνει τραγούδια αντιπροσωπευτικά που του αρέσουν. Επειδή αγαπά πολύ το ρεμπέτικο το έχω αγαπήσει κι εγώ. Κάποια τραγούδια έμαθα να τα τραγουδώ, όπως τραγούδια του Ζαμπέτα, του Τσιτσάνη, αν και δεν έχω καλή προφορά.
ΠτΘ: κ. Μπότσια σας ευχαριστούμε πολύ.
Λ.Μ.: Κι εγώ σας ευχαριστώ.
Α.Π.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
