Ζαγκαλιλ μπε μαλκα μομινκα, ζαγκαλιλ μπε εσμαβηλ μπε…- Αγαπησα ενα μικρο κοριτσι, το αγαπησα και γελαστηκα…

Γνώριμο χρώμα, γνώριμοι ήχοι, γνώριμη παράδοση: αυτή που διατηρούν στη μήτρα της γλώσσας τους, «πάππου προς πάππου», οι Πομάκοι της ορεινής Ξάνθης… Πάνω στη σκηνή «Νησάκι», το βράδυ της Τρίτης, τρεις παραδοσιακοί οργανοπαίχτες από τη Σμίνθη, τις Σάτρες και τα Άσκυρα, χάρισαν στο κοινό – κρατώντας το καθηλωμένο μέχρι τη λήξη της – μια βραδιά με ιδιαίτερα μουσικά ακούσματα από τη δημοτική παράδοση των Πομάκων. Ήταν μια εκδήλωση «γνωριμίας», περισσότερο, των «αστών» με την αθέατη όψη της ορεσίβιας Ροδόπης, η οποία προσέλκυσε το ενδιαφέρον όχι μόνο γνωστών στη Θράκη λαογράφων – ερευνητών αλλά και απλού κόσμου – χριστιανών και μουσουλμάνων, κατοίκων της πόλης. Αν και ο χαρακτήρας της εκδήλωσης ήταν θεματικός (με αφηγηματικά και οπτικοακουστικά στοιχεία από τη ζωή και την παράδοση των Πομάκων), την παράσταση «έκλεψαν» οι τρεις χαρακτηριστικές μορφές των Μουσταφά, Μεμέτ και Φεράτ, που παίζοντας γκάϊντα και σαζ, και τραγουδώντας στο μικρόφωνο, μετέφεραν με τον καλύτερο τρόπο στο κοινό την αυθεντικότητα της μουσικής τους… Το, προνομιακά, γαλήνιο (για τις Γιορτές Παλιάς Πόλης όπου η εναλλαγή της έντονης με την …εκκωφαντική μουσική ακολουθεί σχεδόν στο σύνολό τους τις δαιδαλώδεις διαδρομές στα στενά καλντερίμια) φυσικό σκηνικό στο «Νησάκι» εμπλουτίστηκε υπέροχα από τους ήχους των παλιών, αυτών, ορεσίβιων παραδοσιακών καλλιτεχνών, και συνοδεία των εικόνων από τη ζωή στα Πομακοχώρια οι οποίες προβάλλονταν σε γιγαντοοθόνη και της απαγγελίας των δημοτικών στίχων στην πομακική και την ελληνική, μετατράπηκε για το βράδυ της Τρίτης σε μια μικρή όαση πολιτισμικής ιχνηλασίας και αλληλογνωριμίας των, μέχρι τούδε χωροταξικά μόνο, οικείων…

Από τις καλές, πραγματικά, στιγμές των φετινών Γιορτών… Με τη βεβαιότητα αυτή, χειροκρότησαν ενθέρμως οι θεατές και τον Μουσταφά, όταν ο εξαίρετος αυτός ρεμπέτης από τη Σμίνθη, έπιασε το σαζ του και τραγούδησε από ψυχής «θ’ ανέβω και θα κατοικήσω στο πιο ψηλότερο βουνό…»

Την εκδήλωση, που συνδιοργάνωσαν το Ίδρυμα Θρακικής Τέχνης & Παράδοσης και το περιοδικό «Τελεία & Παύλα», πλαισίωσαν ο εκπαιδευτικός – ερευνητής Νίκος Κόκκας που επιμελήθηκε της παρουσίασης και η Μαρία Γκράτζιου με την Ελένη Τσιάνη που απάγγειλαν στην ελληνική τους στίχους των πομακικών τραγουδιών.

Τα δημοτικά τραγούδια των Πομάκων

Τα τραγούδια που παρουσιάσθηκαν στη συναυλία, είναι καταγεγραμμένα στο, προσφάτως εκδοθέν, βιβλίο του γνωστού παραδοσιακού Πομάκου καλλιτέχνη Αλή Ρόγκο με θέμα, ακριβώς, την πομακική δημοτική μουσική παράδοση. Από τις σελίδες αυτού του πονήματος, αντλούμε και παραθέτουμε μερικά πληροφοριακά στοιχεία για το αντικείμενο:

«Πώς γεννήθηκαν, τα Πομάκικα τραγούδια; Ποιες εκφραστικές ανάγκες οδήγησαν τους ανώνυμους Πομάκους στιχουργούς να τα δημιουργήσουν και να τα μοιραστούν με την κοινότητά τους; Όπως συμβαίνει γενικότερα με την δημοτική ποίηση, τα τραγούδια τα στιχούργησαν πρώτα συγκεκριμένοι απλοί άνθρωποι (βοσκοί, γεωργοί, τεχνίτες,γυναίκες την ώρα της δουλειάς ή της γιορτής κ.λ.π.) με ξεχωριστό ποιητικό και μουσικό ταλέντο. Αλλά, από τη στιγμή που κοινοποίησαν το τραγούδι τους στους συγχωριανούς τους, αυτό μεταβλήθηκε σε κτήμα της κοινότητας. Σιγά σιγά το κάθε τραγούδι, σαν εύπλαστο υλικό, περνώντας από στόμα σε στόμα, διαμορφώνονταν τόσο μορφολογικά όσο και ηχητικά. Σπάνιες ήταν οι περιπτώσεις των επαγγελματιών μουσικών, όμως δεν ήταν σπάνιες εκείνες των ανδρών και των γυναικών που ήταν γνωστοί στα χωριά τους για τη γνώση πολλών τραγουδιών και για το χάρισμα της ωραίας φωνής τους.

Η λειτουργία των τραγουδιών στις παραδοσιακές ορεινές κοινότητες των Πομάκων από τη φύση της εξυπηρετούσε την εσωτερική επικοινωνία της κοινότητας με την ανταλλαγή δεκάδων μηνυμάτων που ενσωματώνονται κωδικοποιημένα μέσα στα τραγούδια. Εξάλλου, η κοινωνική λειτουργία των τραγουδιών φαίνεται και από τους χώρους όπου κυρίως τραγουδιόνταν: το καφενείο, το ξενύχτι, την πλατεία του χωριού στο μπαϊράμι. Το γεγονός πως πολλά τραγούδια είναι συνυφασμένα με την εργασία του καπνού (βελόνιασμα, παστάλιασμα κ.λ.π.) τα καθιστά ένα τρόπο ανακούφισης από τη μονότονη δουλειά. Από την άλλη πλευρά δίνει στη δουλειά την κοινωνική της διάσταση. Yπήρχαν και τραγούδια συνυφασμένα με συγκεκριμένες γιορτές, όπως το τραγούδι του Εντρελές , της γιορτής της άνοιξης, που παραθέτουμε παρακάτω, και συμπεριλαμβάνεται στο δεύτερο (υπό έκδοση) τόμο της συλλογής του Αλή Ρόγγο:

Ο χώρος όπου τραγουδήθηκαν (και τραγουδιούνται ακόμα) τα Πομάκικα τραγούδια είναι η ευρύτερη περιοχή της οροσειράς της Ροδόπης. Μερικά από τα τοπωνύμια που αναφέρονται στα ίδια τα τραγούδια μας δίνουν μια πρώτη εικόνα για την προέλευσή τους και οριοθετούν το χώρο της διαβίωσης των ορεσίβιων Πομάκων της οροσειράς της Ροδόπης . Είναι χαρακτηριστικό ότι ορισμένα ιδιαίτερα δημοφιλή τραγούδια τα συναντάμε σε παραλλαγές από τα βουνά του Πιρίν στη ΝΔ Βουλγαρία και την περιοχή του Σμόλιαν και του Κίρτζαλη μέχρι το Βώλακα της Δράμας, τη Σμίνθη, τις Σάτρες και τα Κιμμέρια. Η επικοινωνία ανάμεσα στις περιοχές αυτές ήταν δύσκολη αλλά όχι ανύπαρκτη. Ανάμεσα στους παλιούς ορεινούς δρόμους της οροσειράς της Ροδόπης διέρχονταν καθημερινά πολλοί ταξιδιώτες. Μέσα από την κοιλάδα του Κόσυνθου κατέβαιναν το χειμώνα στην πεδιάδα οι Σαρακατσάνοι από την περιοχή του Λειβαδίτη και της Χαϊντούς. Όμως και οι Πομάκοι διατηρούσαν την επαφή τους (αν και περιορισμένη) με τα αστικά κέντρα τόσο της Ξάνθης-Δράμας-Κομοτηνής όσο και των μεγάλων Βουλγαρικών πόλεων.Υπάρχουν και τραγούδια που διασώζονται μόνο σε ορισμένες περιοχές. Αυτό, όμως, που σίγουρα κυκλοφορούσε από γιορτή σε γιορτή κι από βουνοπλαγιά σε βουνοπλαγιά είναι η κοινή γλώσσα των τραγουδιών αυτών αλλά και μια ποίηση ξεχωριστή που εσωτερίκευε τις πιο βαθιές αγωνίες και τις πιο ανθρώπινες στιγμές από τη ζωή στα βουνά».



Μαρία Β.Μπόντη

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.