«Λυσιστρατη» σε ελευθερη ποντιακη

Ο Κώστας Διαμαντίδης, γνωστός για την προσφορά του στην ποντιακή ποίηση και λογοτεχνία, μας ξαφνιάζει πάλι ευχάριστα και μας προσφέρει την «Λυσιστράτη» του Αριστοφάνη σε ελεύθερη απόδοση στα ποντιακά.

Οπως τονίζει στον πρόλογο της έκδοσης ο κοσμήτορας της παιδαγωγικής σχολής Φλώρινας και καθηγητής ιστορίας του ΑΠΘ Κώστας Φωτιάδης, «η έκδοση της Λυσιστράτης του Αριστοφάνη στην ποντιακή διάλεκτο από τον Κώστα Διαμαντίδη έχει, κατά τη γνώμη μου, δύο διαστάσεις: από τη μια διασώζει τον γλωσσικό πλούτο της ποντιακής διαλέκτου, δοκιμάζοντάς τον σε απόδοση κειμένων της αρχαίας γραμματείας, και από την άλλη μπορεί να προσδιοριστεί ως ένα εγχείρημα που συνεχίζει την παράδοση που ξεκίνησε με εκδόσεις έργων στις ελληνόφωνες κοινότητες της Ρωσίας. Ο αναγνώστης του έργου του Διαμαντίδη έρχεται σε επαφή με μια πρωτόγνωρη εμπειρία: την αναβίωση του αρχαίου είδους μέσα σε μια ατμόσφαιρα ποντιακής ευφορίας. Με τον όρο μάλιστα ευφορία υπονοείται η κατάσταση η οποία επέρχεται στη διάρκεια των ευρηματικών περιγραφών και των εξίσου χαρισματικών ευφυολογημάτων. Αυτό το είδος λόγου, δομημένο σε έναν καμβά ποντιακής διαλέκτου, καθιστά την βωμολοχία λιγότερο αιχμηρή και την παρουσίαση των προσώπων πιο φυσική.

Πραγματικά, αυτό που απορρέει από την ανάγνωση της ποντιακής μετάφρασης είναι ένας πλατύς πίνακας προσώπων, σε μια ιδιαίτερα καθοριστική περίοδο της νεοελληνικής ιστορίας. Τα χρώματα προβάλλουν μέσα από την ιδιωματική χρήση του λόγου πιο ζωντανά, η ποιητική σάτιρα πιο εκλεπτυσμένη, η αριστοφάνεια γραφή χωρίς οξείες γωνίες. Μετά από αλλεπάλληλες αναγνώσεις της κατά Διαμαντίδη Λυσιστράτης έχει διαμορφώσει με το έργο του μια πνευματική ατμόσφαιρα η οποία έχει πολλές αναλογίες με τη σύγχρονη Ελλάδα και η οποία είχε ως δόκιμο μέσο εκφοράς λόγου την ποντιακή διάλεκτο.

Αναζητώντας, λοιπόν, σε θεωρητικό και πρακτικό επίπεδο λύσεις για την επιβίωση της ποντιακής διαλέκτου μπορούμε, μετά το έργο του Κώστα του Διαμαντίδη, να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι η επιβίωσή της διασφαλίζεται αν δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις μετασχηματισμού της σε όργανο εκφοράς ενός αισθηματικά άρτιου κώδικα με αξιώσεις απόδοσης ενός ιδιαίτερου συστήματος αξιών, με πλαίσιο τόσο την αρχαία κοινωνία, όσο και τη νεοελληνική έκδοσή της. Είναι αναγκαίο να επανεκδοθούν και άλλα δόκιμα έργα του νεοελληνικού θεάτρου που γράφτηκαν στα ποντιακά για να δημιουργηθούν έτσι γλωσσικά πρότυπα με προσδιορισμένη αισθητική λειτουργία. Οι νέοι θεατρικοί συγγραφείς και ποιητές, οι οποίοι έχουν βιωματική σχέση με την ποντιακή διάλεκτο, μπορούν να αναζητήσουν σε αυτό το σώμα κειμένων τα γλωσσικά τους πρότυπα και να διαμορφώσουν μια νέα παράδοση και ένα καινούριο γλωσσικό διαλεκτικό κώδικα.

Η παράλληλη μεταγλώττιση στην ποντιακή διάλεκτο και άλλων αρχαίων συγγραφέων θα αποδειχτεί για πολλούς μια γοητευτική εμπειρία με ένα σημαντικό αισθητικό αποτέλεσμα. Έτσι, η ποντιόφωνη Λυσιστράτη μπορεί να συμπορευτεί εκφραστικά και διανοητικά με την εξίσου ποντιόφωνη Αντιγόνη ή την Ηλέκτρα συνιστώντας ένα πλέγμα δεσμών με την πολιτισμική μας παράδοση η οποία χάνεται σε ένα σύστημα σκέψης αιώνων πολιτισμού και συνέχειας. Το αποκορύφωμα αυτής της προσπάθειας είναι η εγγραφή και νέων πρωτότυπων έργων απευθείας στην ποντιακή διάλεκτο. Ένα τέτοιο εγχείρημα θα μπορούσε να αποδείξει ότι ξαναπιάνουμε το νήμα που μας συνέδεε με τη μακροχρόνια πολιτισμική μας προϊστορία, και ότι το μέλλον της ποντιακής διαλέκτου προβλέπεται ανθηρό. Η καθ’ όλα δύσκολη απόπειρα της δημιουργίας πρωτότυπου ποντιακού λόγου μπορεί να χρησιμοποιήσει την εμπειρία που κατακτήθηκε στις ελληνόφωνες κοινότητες της Ρωσίας, όταν η συγγραφή βιβλίων, εφημερίδων και περιοδικών υπηρέτησε το αίτημα της εθνικής επιβίωσης και οδήγησε σε πολιτισμικό οργασμό, μέσα στα προβλεπόμενα από το καθεστώς όρια.

Κλείνοντας την παρουσίαση του έργου του Διαμαντίδη επιθυμώ να επισημάνω ότι η Λυσιστράτη του, με τον ποντιακό της λόγο, αποτελεί πλέον για όλους εμάς τους Ποντίους ένα έμβλημα και μαζί ένα σημείο αναφοράς: δεν είναι μόνο το σύμβολο της γυναικείας χειραφέτησης, αλλά είναι πρώτιστα μια από τις αφετηρίες που θα οδηγήσουν στην έξοδο της ποντιακής διαλέκτου από τον παροπλισμό. Επομένως η Λυσιστράτη, η μετάφραση της Ιλιάδας στα ποντιακά, το μυθιστόρημα Ροδάφνον, τα χρονογραφήματα στον «Εύξεινο Πόντο» και όλες αυτές οι δόκιμες καινούριες προσπάθειες γραφής αποτελούν μια υπόσχεση και μια παρακαταθήκη την οποία προσλαμβάνει η νεότερη γενιά και την εκπληρώνει μέσα από πόνο, μόχθο και αγώνα μέσα σε μίζερους και αντίξοους καιρούς. Η κυοφορία αυτή είμαι βέβαιος ότι θα αποφέρει μακροπρόθεσμα λαμπρούς καρπούς».

Στο κριτικό σημείωμα της έκδοσης ο αναπληρωτής καθηγητής λογοτεχνίας του ΑΠΘ, Μίμης Σουλιώτης, επισημαίνει πως «η ποντιακή ελληνική βαδίζει προς ολοσχερή εξαφάνιση, αφού δεν την μαθαίνουν και δεν τη μιλούν πια οι ποντιακής καταγωγής Έλληνες (την διατηρούν ταριχευμένη ή την αναμασούν ξεθυμασμένη, απισχνασμένη, για λόγους κειμηλιακούς και φολκλορικούς). Είχα συμμαθητές που παίδευαν τις αλγεβρικές εξισώσεις στα ποντιακά. Στη δεκαετία του εβδομήντα, κάποιοι φοιτητές του μαθηματικού τμήματος σκέφτονταν το θεώρημα ποντιαστί, για να το κατανοήσουν σε βάθος. Η εποχή εκείνη έχει περάσει και οι σημερινοί νέοι που νοιώθουν υπερήφανοι για την ποντιακή καταγωγή τους δεν αποτολμούν ούτ’ ένα «ετσκόκεψεν» μέσα στην παγκοσμιοποιημένη καφετέρια ή στο ρέγγε ημίφως της παμπ. Η υπερηφάνεια τους μένει μετέωρη, χωρίς γλωσσικό αντίκρισμα, αορίστως νομιμοποιητική της νεανικής υπαρξιακής ταυτότητάς τους. Σε αντίθεση με την κυπριακή ελληνική που εξακολουθεί να κυριαρχεί και στην εποχή του διαδικτύου μη έχοντας χάσει πολύ από το ηγεμονικό της γόητρο, η ποντιακή διάλεκτος δεν αναπροσαρμόσθηκε στις νέες συνθήκες του ελλαδικού χώρου (την εμπόδιζε πάντως και το κυρίαρχο αίτημα της εθνικής και γλωσσικής ομοιογένειας). Οι γόνοι των παλαιών προσφύγων την εξαπέστειλαν στ’ αζήτητα της γλωσσικής ιστορίας επαναπαυόμενοι στον κατά κανόνα πρόχειρο φολκλορισμό των «πολιτιστικών» συλλόγων τους.

Αν είναι σωστές οι πιο πάνω διαπιστώσεις τότε γίνεται ακόμη πιο δυσεξήγητη η λάμπουσα Λυσιστράτη του Διαμαντίδη: πώς μπορεί ένας δεύτερης προς τρίτη γενιά πόντιος (εσκεμμένα δεν γράφω με κεφαλαίο «π» τη λέξη) ν’ ανασταίνει τη γλώσσα των προγόνων του και να μας δωρίζει ένα κείμενο που και στο δικό μου το ελλαδίτικο αφτί ν’ ακούγεται αυθεντικό σαν ομιλία που βγαίνει από χνώτα ζώντων, όταν ξέρουμε ότι οι πόντιοι ομιλητές έχουν σήμερα πια – όπως το νοιώθει εμπερίστατα και οδυνηρά ο Διαμαντίδης – εκλείψει; Μπορεί άραγε ένας σημερινός γιατρός των Καϊλαρίων να κάνει την προγονική γλώσσα του να μιλήσει; Η απάντηση είναι δοσμένη: όποιος αγάπησε πολύ τον παππού και τη γιαγιά, μπορεί πάντα να μιλήσει τη γλώσσα τους. Από φυσικό και κεκτημένο θαύμα. Αν δείξουμε ανδρεία, μπορούμε να συναντήσουμε προτού πεθάνουμε τις ψυχές των προγόνων. Γι’ αυτό ο Διαμαντίδης αναρωτιέται Ντο αραεύω αδακά; Γιατί διαμένει κατά κόσμον στα Καϊλάρια, έχει όμως αναχωρήσει στη μόνη γλώσσα που τον έπλασε. Στον τόπο του παππού και της γιαγιάς του. Αραοίκα».

Ο Κώστας Διαμαντίδης επισημαίνει πως «εμείς οι Πόντιοι, χρόνια τώρα στον ελλαδικό χώρο σηκώνουμε τα δικά μας βουνά, όπως τα περιγράφει ο Οδυσσέας Ελύτης, “και τα βουνά σηκώνουν οι ναοί στον ώμο τους, και πάνω τους η μνήμη καίει άκαυτη βάτος”. Τις πατρίδες, τις μνήμες, τη γλώσσα. Και πορευόμαστε πολλαπλάσια αβέβαιο, όπως όλοι οι ξεριζωμένοι. Αλλά παλεύουμε. Τι να κρατήσουμε από την κληρονομιά μας, πώς να αντισταθούμε, πώς να βαστάξουμε. Αναρωτιέται βέβαια κανείς, πολύ συχνά, τι νόημα έχει πια μια τέτοια αντίσταση. Κι ύστερα πάλι απαντά πως ο μόνος τρόπος να μην χαθείς είναι να αντιστέκεσαι.

Τέτοια πράξη αντίστασης είναι, κατά τη γνώμη μου, η υπενθύμιση της γλώσσας, όπως μπορεί να γίνεται μέσα στη λογοτεχνία. Μετά το Ροδάφνον, που ήταν και η πρώτη μου παρουσία στην ποντιακή λογοτεχνία, (έκανα το αγροτικό μου…) πήρα το ρίσκο να μεταφέρω τη Λυσιστράτη του Αριστοφάνη, στην ποντιακή διάλεκτο, σε ελεύθερη απόδοση. Δεν μετέφρασα τον Αριστοφάνη, γιατί και έξω από τις δυνατότητές μου είναι αφ’ ενός, και αφ’ ετέρου δεν το επιθυμούσα. Αυτό άλλωστε το έχουν κάνει πολλοί αξιόλογοι μεταφραστές. Απλά κράτησα το μύθο και προσπάθησα στο μέτρο των δυνατοτήτων μου να κάνω τον Αριστοφάνη πιο οικείο και επίκαιρο, στον σύγχρονο αναγνώστη, κύρια ποντιακής καταγωγής. Δεν σας κρύβω πως σε όλη αυτή τη διαδρομή της ελεύθερης απόδοσης, έζησα μεγάλες συγκινήσεις, γιατί διαπίστωσα πόσο κοντά στην Ιωνική διάλεκτο και στο πνεύμα του Αριστοφάνη είναι η γλώσσα των παππούδων μου. Αυτό μ’ έκανε ακόμα πιο περήφανο για τη ράτσα μου.

Εγώ θα επιμένω να γράφω στη γλώσσα της γιαγιάς μου που με γοητεύει ιδιαίτερα και θα μιλάω πάντοτε για κείνη τη γη. Τη γη του Πόντου. Για την πατρίδα μου. Τη χαμένη πατρίδα, όχι των εδαφών, αλλ’ εκείνη της ιστορίας, του πολιτισμού και της μνήμης. Όπως και ο Κωστής Μοσχώφ που λέει, “αρνούμαι την ανταλλαγή. Οι πρόγονοί μου θα μείνουν πάντα στον Πόντο, ανάμεσα στη Μαύρη Θάλασσα και στις κορφές του Τσιάμπαζι”. Αρνούμαι, λοιπόν, κι εγώ την ανταλλαγή και κρατάω την πιο αυθεντική σημαία αντίστασης, τη γλώσσα. Σαν τα ποτάμια που ξετρελάθηκαν και αποφάσισαν, αντί να κατεβούν από τις πηγές στη θάλασσα, να ανεβούνε αντίστροφα το ρεύμα ψάχνοντας να δώσουν ζωή στις ρίζες που έχει ξεράνει ο καιρός», καταλήγει ο Κώστας Διαμαντίδης.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.