Για να ακουγεται συχνοτερα ο λογος του Μποστ…
Ένα από τα επιτυχέστερα έργα του Μποστ και μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του Θεάτρου Στοά στα τριάντα τρία χρόνια της παρουσίας του στο θέατρο υπήρξε το 1993 η «Μήδεια», παρωδία του γνωστού μύθου, που κατά τη μπόστεια λογική σε… τίποτα σχεδόν δεν έχει να κάνει με την ευριπίδεια τραγωδία.
Τώρα, δέκα χρόνια μετά το θρυλικό πρώτο ανέβασμα, η Στοά ξανανεβάζει το έργο, αυτήν την φορά με τη συνεργασία του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Ρούμελης. Η παράσταση στην μεγάλη περιοδεία της κάνει στάση και στον Νομό μας. Παρουσιάζεται το Σάββατο στις 9.30μ.μ. στο Λιμάνι του Αγίου Χαραλάμπους στη Μαρώνεια με συνδιοργανωτές τον Δήμο Μαρώνειας και το Σύλλογο Φίλων Αρχαίου Θεάτρου Μαρώνειας.
Με αφορμή την παράσταση, ο «ΠτΘ» συνομιλεί σήμερα με τον σκηνοθέτη και πρωταγωνιστή του έργου κ. Θανάση Παπαγεωργίου. Τον Θανάση Παπαγεωργίου που στράφηκε μέσα στα τριάντα τρία αυτά χρόνια στο νεοελληνικό έργο και έγινε κυριολεκτικά η κιβωτός του. Αξίζει να αναφερθεί ότι στα περισσότερα ανεβάσματα των έργων που σκηνοθέτησε κατέγραψε ως μίμησιν πράξεως τα πάθη, τις μιζέριες, τις αθλιότητες, τα αδιέξοδα, τις μικρές και τις μεγάλες πίκρες, την κατάντια, αλλά και την αντοχή του βασανισμένου και πάντα προδομένου λαού μας.
Είναι ο πρώτος που κατενόησε το μεγάλο μυστικό της ευφυΐας του μεγάλου μας σατιρικού. Το μυστικό αυτό έγκειται στο γεγονός πως ο Μποστ πάντα σοβαρολογούσε. Επανέρχεται μετά από δέκα χρόνια στην ίδια παράσταση γιατί, όπως λέει, θέλει να ακούγεται ο λόγος του Μποστ κι όπως ομολογεί μέσα από τα έργα του και τα κείμενά του βρίσκει τη διέξοδό του.
Ο λόγος όμως στον ίδιο…
ΠτΘ: κύριε Παπαγεωργίου, στα 33 χρόνια γόνιμης παρουσίας και συμμετοχής σας στα θεατρικά μέσα από το Θέατρο «Στοά» κάνατε πάντα πολιτικό θέατρο. Αποτυπώνετε το λαό αποφεύγοντας τον λαϊκισμό. Κάνετε πολιτικό θέατρο χωρίς σοβαροφάνειες. Τι σας έχει διδάξει τελικά αυτή η προσέγγιση του θεατρικού λόγου;
Θ.Π.: Όλα τα θέατρα είναι πολιτική πράξη. Το πραγματικό θέατρο, όποιος κι αν το κάνει, το κάνει σαν μία πολιτική πράξη. Δε νομίζω ότι ξεχωρίζω σ’ αυτό για κάτι τέτοιο, ούτε εγώ ούτε κανένας άλλος. Αν κάνεις πραγματικό θέατρο είναι επόμενο να γίνεται πολιτική πράξη γιατί το θέατρο από μόνο του είναι πολιτική πράξη. Ο Ευριπίδης από μόνος του είναι πολιτικός συγγραφέας, δεν τον κάναμε εμείς. Ο Αισχύλος από μόνος του είναι πολιτικός, όπως επίσης και ο Καμπανέλλης.
ΠτΘ: Δεν κάνατε λαϊκισμό, δεν κάνατε φτηνή αντίσταση καταφεύγοντας σε τερτίπια… κάνατε πάντα, και κύρια, πολιτικό θέατρο…
Θ.Π.: Ο λαϊκισμός θα μπορούσε να είναι μία μορφή πολιτικού θεάτρου. Δεν αποκλείεται να κάνεις λαϊκισμό και πολιτικό θέατρο. Απλά εμείς δεν κάναμε λαϊκισμό, γιατί θέλω να πιστεύω ότι είμαστε σοβαρότεροι από αυτό. Άλλωστε, δεν πιστεύω ότι με τον λαϊκισμό μπορεί να πετύχεις τίποτα παραπάνω από το να προσελκύσεις πρόσκαιρους οπαδούς για ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα.
ΠτΘ: Το μυστικό της επιτυχίας είναι η κατανόηση της σοβαρότητας του θεάτρου που μιλά για το λαό ή η απλή καταγραφή της σάτιρας;
Θ.Π.: Ούτε το ένα ούτε το άλλο. Εγώ δεν ξέρω αν είμαστε επιτυχημένο θέατρο ή όχι. Ξέρω ότι είμαστε ένα θέατρο που έχει μία πορεία, είμαστε κάποιοι καλλιτέχνες ή, για να το προσωποποιήσω, είμαι ένας καλλιτέχνης που κάνω μία πορεία. Μέσα από αυτήν την πορεία θα φανεί στο τέλος τι έχω κάνει και τι έχω χρησιμοποιήσει για να το κάνω. Μπορεί να χρησιμοποιήσω τη σάτιρα, το αρχαίο δράμα ακόμα και το μιμόδραμα για να κάνω αυτό. Ο Μαρσώ με το μιμόδραμα κάνει πολιτική πράξη αυτό που κάνει. Αλλά όλα αυτά τα κάνεις «σούμα» στο τέλος. Στο δρόμο ποτέ μου δε θέλησα να πω κάτι τέτοιο ή να ψάξω να βρω τέτοιες απαντήσεις.
ΠτΘ: Για να έρθουμε, κύριε Παπαγεωργίου, και στον Μποστ, είστε ο πρώτος που κατανόησε το μεγάλο μυστικό της ευφυΐας του μεγάλου μας αυτού σατυρικού…
Θ.Π.: Αυτό είναι μία προσωπική σχέση με τον Μποστ. Ο Μποστ ήταν ένας πολιτικός άνθρωπος από μόνος του, τον ενδιέφερε πάρα πολύ η πολιτική και είχε αναμιχθεί ενεργά σ’ αυτήν, είχε κατεβεί και ως υποψήφιος κάποτε σε κάποιες εκλογές. Καιγόταν μ’ αυτό, τον ενδιέφερε η χώρα του πάρα πολύ και φυσικό είναι τα έργα του να έχουν μία εμφανή χροιά πολιτικής. Κάνει σχόλια, όπως θα έκανε ένας επιθεωρησιογράφος, από τους παλιούς τουλάχιστον, της δικής μου εποχής. Έκανε σχόλια που αφορούν τα πράγματα της εποχής του και βοήθησε αυτό να κάνουμε κι εμείς, τις καταγγελίες μας μέσω του λόγου του Μποστ. Αλλά από εκεί και πέρα, ξεκίνησε μία σχέση από το 1987 που υλοποιήθηκε με πέντε ανεβάσματα έργων του, όλα με πολύ μεγάλη επιτυχία. Φαντάζομαι ότι κάπου νετάραμε εγώ κι εκείνος, ήταν κοινές οι απόψεις μας και κοινός ο τρόπος που βλέπαμε τα πράγματα και τα σχολιάζαμε. Έτσι, τον θεωρώ έναν πολύ αγαπημένο συγγραφέα που δουλέψαμε και συμπορευτήκαμε μαζί για ένα διάστημα.
ΠτΘ: Έχετε δηλώσει σε συνέντευξή σας ότι διάφοροι ζητάνε να ανεβάσουν Μποστ «γιατί έχει πλάκα», εσείς όμως αναφέρετε ότι δεν είναι έτσι, καθώς ο Μποστ σφάζει με το μπαμπάκι…
Θ.Π.: Υπάρχουν μερικοί συγγραφείς που παρεξηγούνται πολύ εύκολα. Ο Μποστ είναι ένας από αυτούς. Και στην αρχή, άλλωστε, ο κόσμος έτσι τον πήρε. Όταν έκανε τις πρώτες του λεζάντες ο Μποστ στην «Αυγή», στην «Αλλαγή», στις εφημερίδες της αριστεράς κι έγραφε ανάποδα, όπου χρειαζόταν να γυρνάς την εφημερίδα γύρω-γύρω για να την διαβάσεις, ήταν κάτι πάρα πολύ πρωτότυπο. Κι αυτό θεωρήθηκε σαν «δες αυτόν τον περίεργο πώς γράφει». Δεν είναι ο Μποστ αυτός «ο περίεργος πώς γράφει», έχει σοβαρό λόγο για το κάθε τι που κάνει, έχει στόχο. Δεν το κάνει τυχαία και δεν το κάνει για να εντυπωσιάσει. Ούτε ο λόγος του, λοιπόν, είναι κωμικός ούτε τα θέματα που χρησιμοποιεί τα χρησιμοποιεί για να προσελκύσει κόσμο. Εννοούσα, λοιπόν, ότι ο Μποστ δε προσφέρεται για χαχανητό, αλλά για γέλιο σοβαρό. Κι επειδή ξέρω ότι στην Ελλάδα όλοι παρεξηγούνται, ακόμα κι ο Αριστοφάνης έχει παρεξηγηθεί- και το ξέρουμε πολύ καλά αυτό. Ο Μποστ δεν προσφέρεται για να τον πάρεις και να τον κάνεις κωμικό, είναι από μόνος του κωμικός. Αυτοί οι διαχωρισμοί είναι πάρα πολύ λεπτοί, το κωμικό με το τραγικό, και οι δυο είναι πάρα πολύ σοβαροί. Ο κωμωδιογράφος και ο τραγικογράφος είναι σοβαροί άνθρωποι. Ο Μποστ είναι πάρα πολύ σοβαρός. Ξέρω πολλούς ερασιτεχνικούς θιάσους και σχολεία που ασχολούνται τελευταία πολύ με το θέατρο, οι οποίοι διαλέγουν τον λόγο του Μποστ γιατί είναι περίεργος, παράξενος, έχει πλάκα. Αυτό είναι μεγάλο λάθος και μεγάλη παρεξήγηση για τον Μποστατζόγλου.
ΠτΘ: Μετά από δέκα χρόνια από το πρώτο ανέβασμα της «Μήδειας» του Μποστ, τι σας έκανε να επανέλθετε και φέτος το καλοκαίρι στο έργο αυτό;
Θ.Π.: Θέλω να ακούγεται ο λόγος το Μποστ συχνότερα. Πριν από δύο χρόνια είχα φτιάξει ένα κολάζ από διάφορα έργα του και βγήκε ένα έργο με τον τίτλο «Ακούω ήχον κώδωνος», το οποίο παίχτηκε πάλι με μεγάλη επιτυχία σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Θέλαμε έτσι και πάλι φέτος να μιλήσουμε το λόγο του. Πιστεύω ότι είναι ένας πάρα πολύ σημαντικός λόγος και που πρέπει να ακούγεται από τους νεότερους συνέχεια γιατί έχει κάτι να μας πει. Είναι το ίδιο, όπως θα ανέβαζε κάποιος συχνότερα Καμπανέλλη ή Σκούρτη ή Μουρσελά. Εγώ έχω μία εμμονή με τον Μποστ, θέλω πάρα πολύ να ακούγεται ο λόγος του και να παίζονται τα έργα του. Ίσως πάλι πολύ σύντομα να ασχοληθώ με τον Μποστ. Δεν το κάνω για εμπορικούς λόγους, αλλά απλώς μέσα από τα έργα του και τα κείμενά του βρίσκω κι εγώ τη διέξοδό μου.
ΠτΘ: Έχουν γίνει αλλαγές στο κείμενο ή τη σκηνοθεσία;
Θ.Π.: Βέβαια, το κείμενο έχει αλλαγές. Με άλλο μάτι βλέπεις τα πράγματα μετά από δέκα χρόνια. Σε ό,τι αφορά στο κείμενο, έχουν αφαιρεθεί κομμάτια επίκαιρα εκείνης της εποχής που τώρα πλέον δεν έχουν κανέναν λόγο ύπαρξης. Προσθέσαμε όμως κάποια άλλα που είχαμε στο παλιό ανέβασμα. Σκηνοθετικά είναι φυσικό να βλέπεις με άλλο μάτι τα πράγματα και φυσικό είναι να διορθώνεις και να αλλάζεις στοιχεία.
ΠτΘ: Πώς αποφασίστηκε η συνεργασία του Θεάτρου «Στοά» με το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Ρούμελης;
Θ.Π.: Αποφασίσαμε κι εμείς για πρώτη φορά στην καριέρα μας να συνεργαστούμε με ένα άλλο θέατρο για να δούμε πώς μπορεί να λειτουργήσει και μια άλλη συνεργασία. Μέχρι στιγμής έχουμε αποκομίσει θετικά συμπεράσματα. Φαντάζομαι το ίδιο να συμβαίνει και με το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Όλα αυτά θα τα μετρήσουμε, βέβαια, στο τέλος.
ΠτΘ: Ποια η γνώμη σας για τα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. σύμφωνα και με την προηγούμενη εμπειρία σας από συμμετοχή σε παραγωγή του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. της Λάρισας;
Θ.Π.: Έχω πολύ κακή γνώμη για τα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ., για τον τρόπο που λειτουργούν, για τον οποίο δεν φταίνε ίσως οι διευθυντές τους, αλλά ο θεσμός όπως είναι σήμερα και οι διάφοροι που αναμειγνύονται και δεν αφήνουν τους καλλιτέχνες να λειτουργήσουν. Έχω όμως και σοβαρές αντιρρήσεις για το ποιοι διευθύνουν αυτά τα θέατρα και για το κατά πόσο είναι σε θέση να διευθύνουν θέατρα. Η ιστορία μάς έχει δείξει ότι όσοι διευθύνουν αυτά τα θέατρα το κάνουν για προσωπικό όφελος και όχι για κοινό. Αυτό με θυμώνει. Επίσης, με λυπεί το γεγονός ότι πολλά ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. αυτή τη στιγμή λειτουργούν εκτός έδρας. παρεκκλίνοντας από το σκοπό και την αποστολή τους. που είναι να παράγουν θέατρο για την περιφέρεια. Είναι μια εκμετάλλευση του θεσμού για προσωπικό όφελος. Αυτό το λέω με όλη την ευθύνη των λόγων μου.
ΠτΘ: Κ. Παπαγεωργίου, στις περισσότερες από τις δουλειές σας αναλαμβάνετε δύο ρόλους, αυτόν του σκηνοθέτη κι αυτόν του πρωταγωνιστή. Πόσο δύσκολο είναι αυτό;
Θ.Π.: Δεν ξέρω πια αν είναι δύσκολο ή όχι, γιατί το κάνω για 33 χρόνια κι έτσι δεν μπορώ να αντιληφθώ τη δυσκολία του. Για κάποιον που δεν το κάνει, μπορεί να του φαίνεται πάρα πολύ δύσκολο. Εγώ το έχω συνηθίσει, έτσι λειτουργώ κι έτσι θα λειτουργώ από εδώ και πέρα, μέχρι το τέλος. Αντικειμενικά αν το δει κανείς έχει τις δυσκολίες του, δεν είναι εύκολο να είσαι και πάνω και κάτω από τη σκηνή. Αλλά έχει και τις ομορφιές του.
ΠτΘ: Όσον αφορά στα κείμενα του Μποστ, πού έγκεινται οι μεγαλύτερες δυσκολίες στη σκηνοθεσία και στην ερμηνεία αυτών;
Θ.Π.: Είναι πάρα πολύ δύσκολος ο Μποστ για τον ηθοποιό. Η πρώτη δυσκολία είναι ο δεκαπεντασύλλαβος που χρησιμοποιεί και μπορεί πολύ εύκολα να οδηγήσει τον ηθοποιό στην ρυθμική απαγγελία. Αυτό είναι κουραστικό για το αυτί του θεατή. Από την άλλη μεριά, είναι δύσκολος γιατί έχει μία πυκνότητα στην γραφή του και η κάθε λέξη του που είναι λάθος. Η γενική του, για παράδειγμα «ο Ιάσων, του Ιάσων», δεν έχει γραφτεί μόνο γιατί τον βόλευε η ρίμα, αλλά γιατί θέλει να καυτηριάσει κάτι μ’ αυτό. Υπάρχει «το σαλόνι, του σαλόνος», κι αυτό για τον Μποστ σημαίνει ανορθογραφία, άγνοια, αμάθεια αυτού που μιλάει. Αυτά, λοιπόν, δεν μπορούν να περαστούν από τον ηθοποιό έτσι, σαν να μη συμβαίνει τίποτα, σα να ΄ναι πολύ απλά και αθώα τα ρήματα. Αυτό είναι δύσκολο γιατί ο ηθοποιός έχει μάθει να λέει μία φράση, να μιλάει καθημερινά, όπως μιλάμε στη ζωή μας. Όταν, λοιπόν, του δώσεις ένα ποιητικό κείμενο τέτοιου είδους αρχίζει και βρίσκει τον μπελά του. Το ίδιο συμβαίνει με το Κρητικό Θέατρο, τον Σαίξπηρ που μέσα στο στίχο του αναγκαστικά υπάρχει μία πυκνότητα.
ΠτΘ: Ανησυχείτε μήπως η γλώσσα του Μποστ, η οποία είναι και το σήμα κατατεθέν του, ύστερα από τόσα χρόνια, δεν έχει αντίκρισμα στο κοινό;
Θ.Π.: Θα ανησυχούσα αν δεν ήξερα ότι αυτοί που γελάνε περισσότερο με τον λόγο του Μποστ είναι οι νέοι, οι παλιοί τον ξέρουν. Αλλά οι νέοι που τον πρωτοακούνε γελάνε πάρα πολύ κι αυτό κάτι σημαίνει… Τον καταλαβαίνουν όλοι γιατί είναι ανορθόγραφος, είναι ασύντακτος και γιατί όλη η ελληνική γλώσσα αυτή τη στιγμή είναι ανορθόγραφη και ασύντακτη. Γιατί κανείς δε μιλάει ελληνικά πια, πολύς πληθυσμός δεν μιλάει ελληνικά, αλλά μια γλώσσα που ούτε καν γράφεται τις περισσότερες φορές.
ΠτΘ: Θεωρείτε, λοιπόν, ότι η ελληνική γλώσσα είναι ανύπαρκτη σήμερα…
Θ.Π.: Η ελληνική γλώσσα έχει καταστραφεί και οι νέοι την καταστρέφουν ακόμη περισσότερο, δεν φταίνε βέβαια οι ίδιοι, κάποιος τους βοηθάει να την καταστρέψουν. Εχει γίνει μεγάλη εισβολή από τις ξένες γλώσσες, από τα εγγλέζικα, δεν είναι τυχαίο, δεν γίνεται έτσι για πλάκα κι ούτε γιατί είναι η γλώσσα του εμπορίου, είναι η τρέχουσα γλώσσα. Για κάποιον λόγο είναι η τρέχουσα γλώσσα τα αγγλικά. Ακόμα κι αυτό είναι μία πολιτική πράξη για τον Μποστ. Ο καυτηριασμός της γλώσσας έτσι όπως έχει καταντήσει είναι μία πολιτική πράξη κι έχει λόγο που το κάνει. Αν ζούσε ο Μποστ κι έγραφε τώρα, θα έφτιαχνε τη γλώσσα του έτσι, όπου μισά θα ήταν ελληνικά και μισά αμερικάνικα. Θα σατίριζε έτσι τη γλώσσα.
ΠτΘ: κύριε Παπαγεωργίου, σας ευχαριστούμε πάρα πολύ για την υπέροχη κουβέντα και τον χρόνο σας. Καλή επιτυχία στην υπόλοιπη περιοδεία σας.
Θ.Π.: Κι εγώ σας ευχαριστώ πολύ.
Μπάμπης Καλπάνης
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
