Πλουτια της Ξανθης, πλουτια του κοσμου, μεσα απο το «βαρταλαμιδι» του Στεφανου Ιωαννιδη
«Ο Στέφανος στο παρελθόν μού είχε πει: και γω ζωγράφιζα όταν ήμουν μαθητής…»
Αλλά δεν της είχε δείξει ποτέ τίποτ’ άλλο εκτός από την αυτοπροσωπογραφία του, αυτή, κάτω από το κρύσταλλο του γραφείου του, και όσα κατά καιρούς δημοσιεύθηκαν στα «Θρακικά Χρονικά»… «Θα το είχε ξεχάσει, επειδή δεν εκάλυπτε η ζωγραφική τις ανησυχίες του, το έμφυτό του… Και δεν συνέχισε… Ασχολήθηκε με πάθος μέχρι το τέλος του με το γνωστό συγγραφικό του έργο και την ποίηση…». Η σύζυγος τού αείμνηστου Ξανθιώτη λογοτέχνη Στέφανου Ιωαννίδη, αποκαλύπτει στο κοινό της αίθουσας «Λίλιαν Βουδούρη», πως ο θησαυρός που κληροδότησε στην πόλη του ο άοκνος αυτός «εργάτης του πνεύματος», δεν εξαντλείται σ’ ό,τι μόνο είναι σήμερα γνωστό και αναγνωρισμένο. Την ύπαρξη πτυχών αθέατων – μέχρι πρότινος – του δημιουργικού του οίστρου και των καλλιτεχνικών του ανησυχιών, ανακάλυψε και η ίδια ερευνώντας και τακτοποιώντας το αρχείο, που άφησε πίσω του φεύγοντας τέτοιαν εποχή πριν από δύο χρόνια. «Βρήκα φωτογραφίες, εικόνες, μερικές φθαρμένες από την πολυκαιρία, και θεώρησα καλό να μην τις κρατήσω, ότι δεν μου ανήκουν και πρέπει να τις παραδώσω στην πατρίδα του για να τις εκθέσουν στους συμπολίτες μας… Οτιδήποτε υπάρχει – όπως έχω υποσχεθεί στο παρελθόν – θα το παραδώσω εν καιρώ στην ιδιαίτερη πατρίδα του…».
Η Αθηνά Ιωαννίδου, πράγματι, δώρισε έναν μεγάλο αριθμό ζωγραφικών σχεδίων του στο Κέντρο Μελέτης Θρακικού Λόγου της Ακαδημίας Θρακικής Τέχνης & Παράδοσης, τα οποία εν συνεχεία συντηρήθηκαν από το Εργαστήριο Συντήρησης Χάρτου της Ακαδημίας για να εκτεθούν στο κοινό… Και την ώρα που από το βήμα η Ξανθιώτισσα ποιήτρια Ελένη Εφραιμίδου μιλά για το «ρόλο τής εικόνας στο έργο τού Στέφανου Ιωαννίδη», τα ζωγραφικά σχέδια με την υπογραφή του που καλύπτουν τους τοίχους της αίθουσας όπου πραγματοποιείται η εκδήλωση, δίνουν σάρκα και οστά στα λόγια που ακούγονται… Ή στα λόγια που έχουν ειπωθεί κι αυτά που έχουν γραφτεί από τον ίδιο…
«Πιστεύω πως ο Στέφανος Ιωαννίδης, όπως και κάθε δημιουργός άλλωστε, δημιουργούσε κι εκφραζόταν μες απ’ τις εικόνες, αλλά δεν πίστευε απόλυτα μόνο σ’ αυτές», ερμηνεύει η Ελένη Εφραιμίδου τη «μια στιγμή που αποσβολώνει το χρόνο», τη στιγμή, που ο δημιουργός συγκέντρωνε μέσα της «την πολλαπλότητα και τη μεταμόρφωση των εντυπώσεών του» βλέποντας μέσα και πίσω από τις εικόνες: «Τα έργα του αυτά είναι προσπάθειες και ασκήσεις που ο συγγραφέας αποτύπωσε πάνω στο χαρτί από την ηλικία των δεκατεσσάρων χρονών και μετά. Σκίτσα, που ο Στέφανος Ιωαννίδης φύλαξε στο συρτάρι του με την επιμέλεια που τον χαρακτήριζε, και σήμερα, εξήντα έξι χρόνια μετά η αγαπημένη του Αθηνά τα παραδίδει με αγάπη στα μάτια μας. Είναι ζωγραφισμένα με μολύβια, κάρβουνα, κερομπογιές, διακρίνουμε χρώμα από ξυλομπογιές και ελάχιστη σινική σε ένα δυο έργα. Χρησιμοποιεί χαρτί τετραδίου με χαρακτηριστικές λεπτές μαύρες ραβδώσεις κατά διαστήματα που μας παραπέμπει στην εποχή εκείνη της προπολεμικής Ξάνθης, όπου τα υλικά για να κάνει κανείς ζωγραφική αλλά και οι οικονομικές δυνατότητες ήταν ελάχιστα και ελάχιστες. Αυτό το χαρτί, ο Στέφανος Ιωαννίδης το χρησιμοποιεί έξυπνα σε ορισμένα έργα του για να καταφέρει να κάνει τα ζωγραφικά του εφφέ. Το αφήνει σε ελάχιστα σημεία ακάλυπτο, δημιουργώντας από το τίποτα μια ιδιαίτερη πρωτοτυπία η οποία μας πείθει πως ένα μυαλό που εφευρίσκει, μπορεί να δημιουργήσει με τα πιο πενιχρά μέσα αυτό που θέλει!»
Στην ίδια εκδήλωση μνήμης του Στέφανου Ιωαννίδη, έχει προσκληθεί να μιλήσει για το «πώς γνώρισε το Στέφανο» και ο γνωστός ιστοριοδίφης, φίλος στενός και συνεργάτης του στη Φιλοπρόοδη Ένωση Ξάνθης, ο Θωμάς Εξάρχου: «Στο προπολεμικό Γυμνάσιο της Ξάνθης φοιτούσαμε γύρω στους 330 μαθητές. Απ’ όλη την ‘Επαρχία της Ξάνθης’ τότε, που είναι ο σημερινός Νομός. Γιατί τόσοι λίγοι μαθητές; Τότε υπήρχαν δίδακτρα τα οποία αναγόταν σε 1500 δραχμές το χρόνο και αντιστοιχούσαν σε 30 ημερομίσθια του ανειδικεύτου εργάτη. Το μεροκάματο ήταν δύσκολο να το βρεις. Ο Γυμνασιάρχης μετά την πρωινή προσευχή, υπενθύμιζε στους μαθητές το χρέος προς αυτά τα δίδακτρα. Γιατί τα εισέπραττε το Γυμνάσιο τα λεφτά. Η παρακολούθηση των μαθημάτων από παιδιά τής υπαίθρου ήταν πολύ δύσκολη. Έπρεπε ο μαθητής να διαμένει εδώ στην Ξάνθη – όλη την εβδομάδα γιατί το σχολείο λειτουργούσε και το Σάββατο – αλλά και δεν είχε την ευχέρεια να πάει και την Κυριακή ακόμη στο χωριό του να πάρει κανα ψωμί ή το φαγητό τής εβδομάδος. Δεν υπήρχε συγκοινωνία… Στην πόλη μας, λοιπόν, ο Στέφανος είχε έναν συμμαθητή από το χωριό Διαλεχτό της Καβάλας. Τον Γαζγαλίδη. Ο πατέρας αυτού του παιδιού ήταν ένας καλός καπνοπαραγωγός και είχε την ευχέρεια να εφοδιάζει το γιο του και με βιβλία εξωσχολικά. Ο Γαζγαλίδης, διέθετε τόμους, οι οποίοι αναφέρονταν σε αναλύσεις των λογοτεχνικών έργων. Στην εποχή μου, οι φιλόλογοι καθηγητές, δεν μας έδιναν σαφείς οδηγίες για την ανάλυση ενός έργου. Η καταφυγή τού Στέφανου σ’ αυτούς τους τόμους, και η καταφυγή η δική μου δια μέσου του Στέφανου, ήταν η αρχή και η αιτία της γνωριμίας μας. Έτσι γνώρισα το Στέφανο… Από την ανταλλαγή των εξωσχολικών βιβλίων του Γαζγαλίδη…».
Είναι η εποχή που ο Στέφανος Ιωαννίδης εκφράζεται, αποτυπώνοντας τον κόσμο του με εικόνες…
Ελένη Εφραιμίδου: «…Η εικόνα, σαν μέσο έκφρασης και δημιουργίας τον απασχόλησε, και όταν ακόμη έψαχνε τον εαυτό του… Κατάφερε να βρει έναν τρόπο να αποτυπώσει την ευαισθησία του πάνω στο χαρτί. Οι νεκρές φύσεις μάς παραπέμπουν στη μοναξιά της νεανικής του ηλικίας, οι αυτοπροσωπογραφίες του στην εσωτερικότητά του, οι προσόψεις σπιτιών και οι δρόμοι της πόλης του στην αγάπη του για την οικογένεια και την Ξάνθη, οι θείες μορφές μας παραπέμπουν στην αναζήτηση της ύπαρξής του σε βαθύτερα στρώματα, τα πρόσωπα του κινηματογράφου στην αγάπη του προς την Τέχνη».
Αντιμέτωποι με την προσωπικότητα ενός δημιουργού που με ό,τι καταπιάνεται το καταφέρνει…
Θωμάς Εξάρχου: «Ο Στέφανος, από τότε, ανήκε σε μια μικρή μειοψηφία… Ήταν διαφορετικός. Όλοι εμείς οι άλλοι που ανήκουμε στην άλλη όχθη, τη μεγάλη πλειοψηφία, εκτιμούμε πάντα τη διαφορετικότητά του και η σημερινή συνάντηση είναι ένα δείγμα αυτής της εκτίμησης. Η διαφορετικότητα και η μειοψηφία πολλές φορές, και μάλιστα στη σημερινή εποχή, δημιουργείται και καλλιεργείται – σαν ένα χόμπι – από ανθρώπους οι οποίοι βρίσκουν μια διέξοδο από τον πληθωρικό, οικονομικό και πιεστικό τους πλούτο.
Στην Κατοχή, ο Στέφανος οραματίζεται τη γρήγορη λευτεριά και, όταν αυτή έρχεται, τον βρίσκει με προβλήματα υγείας – μια περιπέτεια που τον σπρώχνει ακόμη περισσότερο στην όχθη της μειοψηφίας… Και παρά τα οικονομικά προβλήματα, τα δικά του και της οικογένειάς του, παρά τις δοκιμασίες που του επιφυλάσσει η ζωή, στέκεται πάντα όρθιος. Παλεύει, και βγαίνει νικητής».
«Δέντρο ο άνθρωπος, κυπαρίσσι… Φυσά βοριάς σκύβει το κυπαρίσσι, ξανασηκώνεται, ψηλώνει, άλλος άνεμος δυνατότερος, λυγίζει, πάλι ορθό… Κάποτε κοπάζει ο άνεμος, κοπάζει η θύελλα… Ο άνθρωπος αντέχει! Κοπάζει ποτέ οριστικά η θύελλα;» (γράφει στα «Παιδιά των πελαργών).
Για όσους τον γνώρισαν και τον έζησαν από κοντά, η διαφορετική, από των πολλών, πορεία του, προδιαγραφόταν με σαφήνεια…
Ελένη Εφραιμίδου: «Μας εντυπωσιάζει το γεγονός της επιμελημένης και προσεγμένης δουλειάς του, η προοπτική της φόρμας του, οι φωτοσκιάσεις στα πρόσωπα και στις νεκρές φύσεις. Προβάλλουν στα μάτια μας με την σαφήνεια του ανάγλυφου… Έχουν την ίδια τελειότητα που αργότερα θα έχουν οι λέξεις και οι προτάσεις του, αυστηρά σύνολα εικόνων που ένωσαν την πεζογραφία και την ποίησή του… Αν μείνουμε λίγο ακόμη στις νεκρές του φύσεις, θα διακρίνουμε μια θλίψη και μια μοναχικότητα… Το οξειδωμένο χρώμα στο παράθυρο της χρωματισμένης του νεκρής φύσης, δίπλα στη στάμνα του νερού, θα λέγαμε ότι συμβολίζει τη φθορά της πρόσκαιρης ζωής που προσπαθούσε μες απ’ αυτές τις εικόνες να σταματήσει…Με τον ίδιο τρόπο που χρησιμοποιούσε τα κάρβουνα και τα κραγιόνια, θα χρησιμοποιήσει αργότερα στο λογοτεχνικό του έργο τις λέξεις, για να ντύσει με εικόνες το λόγο του κάνοντάς τον παραστατικό και ανάγλυφο. Τεχνική που χρησιμοποιεί επιτυχημένα για να καταφέρει περιγραφές και να εκφράσει τα συναισθήματά του».
«Ζώα, κάρα, τρακτέρ, κομπίνες, αλωνιστικές μηχανές, γυναίκες, παιδιά, τρανζίστορ κρεμασμένα στα δέντρα, άλλα κρυμμένα σε καλάθια, αλλού ο σπήκερ, αλλού μουσικές, ήλιος, σκόνη, ένα αυτοκίνητο στα κράσπεδα του δημοσίου δρόμου, αναποδογυρισμένο, στραπατσαρισμένο, ένα ψόφιο σκυλί, μύγες πράσινες, που χρύσιζαν στον ήλιο, ζέστη, ο λαιμός να ξεραίνεται, ένα χαντάκι, μια συστάδα, μια πηγή, ζώα διψασμένα να ευφραίνονται τη δροσιά του νερού στη λακκούβα. Τι ώρα είναι; Μεσημέρι…
Ή περιπλάνηση…» (γράφει στην «Αποκήρυξη»).
Θωμάς Εξάρχου: «…Το απόγευμα της Κυριακής της 6ης Απριλίου το 1941, μια μεγάλη ομάδα νέων βρίσκονται στην οδό Παναγή Τσαλδάρη, έξω από το χάνι της Μαργαριτοπούλου, και προσπαθούν αυτοί οι νεολαίοι να βρουν μια λύση διαφυγής τους στην Καβάλα για να γλιτώσουν απ’ τον εισβολέα. Κανένα αποτέλεσμα δεν υπήρξε, κι αυτό οφειλόταν σε οικονομικούς λόγους. Στην ομάδα αυτή ήταν και ο Μαργαρίτης Μαργαριτόπουλος – για τον οποίο μιλάει ο Στέφανος Ιωαννίδης στη σελίδα 87 του βιβλίου «Πρώτες Φλόγες», λέγοντας ότι δεν άντεξε στις στερήσεις της Κατοχής, άρπαξε την αρρώστια κι έσβησε με τον Κρυστάλλη, τον ποιητή Κρυστάλλη, στο χέρι… Μεταξύ αυτών των παιδιών στην οδό Παναγή Τσαλδάρη, ήταν και ο Στέφανος, ήμουν και γω. Από την ημέρα εκείνη, αρχίζει μια φιλία, η οποία μέχρι το θάνατό του διαρκεί 60 χρόνια και 15 ημέρες ακριβώς…»
«Από τίνος Μεσημβρινού την Άκρη φυσάει ο σίφουνας! Πονέντες, Μαΐστρος, Θρακιάς ή Βαρδάρης… Ή μήπως ο Κόγκος τα πνευμόνια φουσκώνει! Σηματοδοτεί τα ξυπνητήρια. Αχνοφέγγει στις πηγές που τα ποτάμια του Ανθρώπου γεννάνε… (γράφει στην πρώτη του ποιητική συλλογή «Πυρωμένη άμμος»)
Η περιπλάνησή του, από την εικόνα στο λόγο και από την πραγματικότητα στο όνειρο, μια δίοδος σ’ αλληλουχία ιδεών και πραγμάτων…
Θωμάς Εξάρχου: «Πιστεύω πως ο Στέφανος, το μισό του περασμένου αιώνα υπήρξε ο κορυφαίος τής διαφορετικότητας. Της μειοψηφίας. Δεν αγωνιζόταν για την πρωτιά. Πάλεψε μ’ αντίξοες συνθήκες, και δίκαια ήρθε πρώτος. Η διαφορετικότητά του ήταν που με κράτησε κοντά του. Διαφωνήσαμε πολλές φορές. Αλλά δεν μαλώσαμε ποτέ. Συνεργαστήκαμε στη ΦΕΞ σε μια πολύ καλή περίοδο, και καρπός αυτής της περιόδου ήταν το λαογραφικό μουσείο, η κινηματογραφική λέσχη και η αγορά του αρχοντικού του Κουγιουμτζόγλου για λογαριασμό της Φιλοπρόοδης Ένωσης. Ο Γιώργος Παπαναστασίου – ένας από τους τρεις ιδρυτές της ΦΕΞ – χαιρόταν εκείνη την εποχή ιδιαίτερα, για την προκοπή του σωματείου το οποίο είχε ιδρύσει».
«Όταν το θαύμα την πόρτα σου τη νύχτα χτυπάει, ετοιμάσου! Τίναξε από τους αρμούς σου τη μούχλα. Έχεις πολλά να πράξεις άμα η μέρα ανατείλει. Στον τρίχινό της τορβά, σού φέρνει μυστρί, σφυρί, ένα μπουκέτο χαμόγελα κι ένα κομμάτι ίσκα» («Πυρωμένη άμμος»)
Ελένη Εφραιμίδου: «Στην ποίησή του διαπιστώνουμε την περιεκτικότητα της εικόνας του, που άλλοτε αποσκοπεί σε συμπερασματικούς στίχους και άλλοτε στην υποβολή».
«…Τσόφλι θα γίνει ο Ήλιος, των ξωτικών πουλιών ν’ αναστήσει το κλωσοπούλι. Ροδίζει στου αδάμαντα τη μήτρα. Αχνοφέγγει στου ελέφαντα τα χωράφια. Η φοινικιά αγκαλιάζει τα ευθύγραμμα χέρια του Ήλιου…» («Πυρωμένη άμμος»).
Ελένη Εφραιμίδου: «Η τάση του, αλλά και η εξάσκησή του στην παρατήρηση, του έδωσε τη δυνατότητα μιας γλαφυρής γραφής για να μας αφήσει έτσι σαν πολύτιμη κληρονομιά – μέσα από την ιστοριογραφία, ποίηση, τα διηγήματα, μυθιστορήματα, αυτοβιογραφικά – τις έντονες εικόνες της κοινωνίας της εποχής του, της εποχής του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, της βουλγαρικής κατοχής, του εμφυλίου πολέμου αλλά και της μεταπολεμικής δεκαετίας. Εικόνες που ο Στέφανος Ιωαννίδης, με ξεχωριστή πλαστικότητα ζωγράφισε στους πίνακές του με χρώματα και πινελιές ψυχής.
Στο «Βαρταλαμίδι», έργο σε δυο τόμους με κείμενα για τον πολιτισμό της Ξάνθης – πολύτιμα για τους νεότερους – βλέπουμε με πόσο προσεγμένο και παραστατικό τρόπο και με μια λέξη μόνο, δημιουργεί μια εικόνα για τον τίτλο του βιβλίου: βαρταλαμίδι = μπαούλο, σεντούκι, κασέλα. Ο ίδιος σημειώνει γι’ αυτό: «όταν άρχισα να ανασύρω από το αρχείο μου το υλικό, να το ταξινομώ και να συγκροτώ το βιβλίο αυτό, μού ήρθε στο νου το βαρταλαμίδι των παιδικών μου χρόνων. Εκείνο το παλαιϊκό σεντούκι όπου η γιαγιά μου ‘τιμάρευε’ τα ασπρόρουχά της. Ανασήκωνα το κάλυμμα του βαρταλαμιδιού και οσφραινόμουν τα ξεραμένα λουλούδια που είχε εκεί τοποθετημένα για να αρωματίζονται τα ρούχα της. Αναζητώντας, λοιπόν, χαρακτηριστικό τίτλο για βιβλίο, βρήκα σαν πιο ταιριαστό, αυτόν»…
Με το τριήμερο αφιέρωμα, οι συντοπίτες του Ξανθιώτες, ανοίγουν το βαρταλαμίδι – το δικό του αυτή τη φορά – για ν’ ανακαλύψουν γοητευμένοι ότι: «δύο χρόνια μετά, εξακολουθεί να προκαλεί τη μνήμη μας, να ζωντανεύει το χρόνο, ν’ αποθανατίζει στιγμές».
Μαρία Β. Μπόντη
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
