Τεχνη, συμμετοχη στο θαυμα της ζωης
Σε καιρούς χαλεπούς κι απαιτητικούς η τέχνη καλείται να καλύψει το κενό που αφήνει ο πόνος στην καρδιά των ανθρώπων. Σε καιρούς και τόπους φαινομενικά ήσυχους, όπου ύπουλα εμφιλοχωρεί η ασχήμια, και το κάλλος που η ίδια η φύση μας δίδαξε σκεπάζεται από σκοτεινές σκέψεις και ακόμη σκοτεινότερες πράξεις, η τέχνη παριστά τη ζωή με όλα της τα μυστικά και λυτρώνει το πνεύμα και την ψυχή.
Η τέχνη, όταν ξέρει να διασφαλίζει τα ζωτικά πλαίσιά της, όταν δεν υπακούει στο δόγμα «η τέχνη για την τέχνη» ούτε όμως τείνει προς τον άκρο λαϊκισμό, γίνεται καταφύγιο και όχι φυγή από την πραγματικότητα, προλέγει την πραγματικότητα για να μας εξοπλίσει με ηθικές αντιστάσεις και, το κυριότερο, απευθύνεται σε κάθε ευήκοο ους και ανοιχτό όμμα.
Με καθόλου χαραγμένη ρότα από τα πριν, με το απαιτούμενο δηλαδή ρίσκο, με πλήρη όμως συνείδηση και συναίσθηση του εγχειρήματός του στην Κομοτηνή, ο Βασίλης Γεωργιάδης έδωσε λόγο και τόπο στη φωνή της τέχνης που από τα εσώτερα τον καλούσε και σήμερα πλέον διατηρεί τη μόνη γκαλερί στην Κομοτηνή όπου φιλοξενεί την τέχνη σε μια από τις ομορφότερες εκφάνσεις της, τη ζωγραφική.
Ο ΠτΘ συνομιλεί σήμερα μαζί του για τι άλλο, για την τέχνη που διδάσκει τη ζωή…
ΠτΘ: κ. Γεωργιάδη, πώς διάκεισθε εσείς σε όλο αυτό το τρελό πανηγύρι που ζει η ανθρωπότητα στις μέρες μας και πάλι;
Β.Γ.: Θα έλεγα πως η ζωή συνεχίζεται, ευτυχώς αδιάφορη για μας. Γιατί αν μας έπαιρνε στα σοβαρά θα έπρεπε να μας ανακυκλώσει με τη μια. Ζούμε τραγικές στιγμές, η ανθρωπότητα, όσο περνά ο καιρός, κατηφορίζει όλο και παρακάτω, ελπίζω ότι υπάρχει κάπου πάτος για να πατήσουμε και να ξανανέβουμε. Χαρακτηριστικό, βέβαια, πάντοτε της ιστορίας μας, ως είδος, ήταν ότι ήμασταν ικανότεροι για τα χειρότερα ή για τα καλύτερα. Πάντα υπήρχαν πόλεμοι, πάντα υπήρχαν τραγικοί άνθρωποι, οι οποίοι μετρούσαν τη ζωή με αριθμούς, με αξίες εκτός του ανθρώπου. Η τέχνη, παραδείγματος χάριν, στη συγκεκριμένη περίπτωση έχει ως μέτρο τον άνθρωπο και, όπως έλεγε και ο Πικάσο, «η τέχνη θα πάψει να υπάρχει όταν η ζωή θα γίνει τέχνη», αυτή μας διδάσκει την τέχνη της ζωής, μας διδάσκει ότι είμαστε εδώ για ένα συγκεκριμένο λόγο.
Στην Επί Του Όρους Ομιλία, όταν ρωτάνε το Χριστό πώς δοξάζουμε τον Κύριο, λέει ότι δοξάζουμε τον Κύριο ζώντας χαρούμενοι και ευτυχισμένοι. Στο Κοράνι ο Μωάμεθ λέει ότι οι πύλες του παραδείσου είναι ανοιχτές γι’ αυτούς που κάνουν τους ανθρώπους να γελούν. Αυτό είναι το μόνο που λείπει τελικά. Σήμερα δεν υπάρχει ούτε χαρά ούτε ευτυχία, υπάρχει μια τραγική κατάσταση. Μετράμε τα πράγματα με την ποσότητα, με το πόσο θα ζήσει κάποιος και όχι με το πώς ζει, με την ποιότητα δηλαδή. Και νομίζω ότι η μόνη λύση για όλα αυτά τα προβλήματα είναι η αυτοβελτίωση του κάθε ανθρώπου. Δηλαδή αν γνωρίζαμε ποιος είναι ο λόγος, γιατί είμαστε εδώ, τι είναι το φαινόμενο της ύπαρξης, δεν θα το σπαταλούσαμε ούτε σε πολέμους ούτε γενικώς σ’ αυτή την τραγωδία.
ΠτΘ: Πόσα χρόνια τώρα λειτουργεί η γκαλερί «Δωρίωνες»;
Β.Γ.: Συμπληρώνουμε 3 χρόνια πια. Έχουμε σηκωθεί και κάνουμε τα βήματά μας, αρχίζουμε και μιλάμε.
ΠτΘ: Πόσο κόστισε αυτό το εγχείρημα σε προσωπική κατάθεση;
Β.Γ.: Κόστισε πολύ πίστη στο θαύμα. Γιατί πραγματικά είναι δύσκολο να δημιουργείς χώρους, όπου δεν υπάρχει πολύς κόσμος. Σε τελική ανάλυση δεν νομίζω ότι κόστισε πολύ, με την έννοια ότι βελτιώνοντας το χώρο μας, βελτιώνουμε και τη ζωή μας. Κι αυτό καταφέρνοντας να κάνουμε αυτά που θα θέλαμε, να ζούμε σε έναν όμορφο χώρο, η γκαλερί η ίδια είναι ένας ωραίος χώρος, εκθέτουμε έργα τα οποία υμνούν τη ζωή, τη γνώση, την αυτοσυνειδησία, κι έτσι περνάμε και εμείς καλά. Νομίζω ότι οτιδήποτε άλλοτε κάναμε, θα κόστιζε σίγουρα περισσότερο. Είναι κάτι μαγικό. Έχουν περάσει χιλιάδες άνθρωποι από την γκαλερί και σε κάθε έκθεση έρχονται εκατοντάδες και νομίζω ότι το να μπαίνουμε στη διαδικασία να βλέπουμε κάτι διαφορετικό κάνει καλό σε όλους μας, το να αντιλαμβανόμαστε δηλαδή και άλλα πράγματα πέραν των καθημερινών. Και ο κόσμος ανταποκρίνεται παρότι δεν είχε αυτό που λέμε «παιδεία», αν και παιδεία στην ουσία για την τέχνη δεν υπάρχει ως όρος ξεχωριστός. Βλέποντας τα έργα, βλέποντας τα εικαστικά, βλέποντας γλυπτά είναι σαν να το διαβάζεις. Είναι ευτυχώς για την τέχνη μια παγκόσμια γλώσσα και δεν προϋποθέτει τίποτα, πέραν από μια ανοιχτή ματιά. Και ο κόσμος μπαίνει σ’ αυτή τη διαδικασία είναι και πολύ ευτυχές αυτό που συμβαίνει.
ΠτΘ: Τέχνη λοιπόν ως καταφυγή στην καθημερινότητα, τέχνη ενάντια στην εξουσία και τη βία της, ενάντια στους ανθρώπους που δεν αγαπούν, δεν γελούν, δεν αυτοειρωνεύονται, δεν εκτονώνονται, δεν επιτρέπουν την αντίθετη άποψη…
Β.Γ.: Σε εποχές παλαιότερες, των βασιλέων, υπήρχε ο γελωτοποιός στην αυλή, ο οποίος αυτό που έκανε ήταν να δείχνει πόσο γελοία ήταν όλα αυτά που συνέβαιναν έτσι ώστε να μην ξεχνά ποτέ ο εξουσιαστής ότι πρέπει να προσθέτει και λίγο χιούμορ στη διακυβέρνηση του κόσμου. Και σήμερα το βιώνουμε αυτό, απλώς χάθηκαν οι γελωτοποιοί, χάθηκε το γέλιο, όπως λέει και ο Τιμ Ρόμπινσον, «αυτό που μας διαφοροποιεί από τα ζώα είναι το γελοίο, δεν έχουμε τίποτα άλλο».
ΠτΘ: Αισθάνεστε λίγο δικαιωμένοι, σεις και η Μαριτίνα, η σύζυγος και συνεργάτης, ότι η πίστη στο θαύμα έφερε και κάποια αποτελέσματα; Χαμογελάτε εντός σας;
Β.Γ.: Μονίμως, προσπαθούμε το μόνο που δεν θα μας λείπει να ΄ναι το χαμόγελο. Δεν πιστεύω στη δικαίωση ή στην αδικία, δηλαδή γενικότερα ως κοσμοαντίληψη το έχω αυτό. Πιστεύω στο θαύμα και πιστεύω ότι το θαύμα για να γίνει θέλει και κόσμο, δεν γίνεται από δύο ανθρώπους, γίνεται απ’ όλους αυτούς τους ανθρώπους που έρχονται, βλέπουν τα έργα, γίνεται από τους δασκάλους που φέρνουν τα παιδιά, γιατί τα παιδιά από μόνα τους δεν θα έρθουν, έχουν έρθει πάρα πολλά σχολεία, πάνω από 500 παιδιά έχουν περάσει. Ακόμη και παιδικός σταθμός έχει έρθει. Τα παιδιά εξάλλου είναι και οι καλύτεροι παρατηρητές, δεν ξέρουν πολλά πράγματα και όσα λιγότερα ξέρεις τόσο πιο καθαρή είναι η εικόνα που παίρνεις, η αντίληψη που έχεις. Πιστεύω ότι όλα τα πράγματα θέλουν κάποιο κόπο για να γίνουν, αλλά είναι χαρά αυτό που στοχεύεις να το πετυχαίνεις. Υπάρχει εσωτερικό χαμόγελο, γιατί υπάρχει ανταπόκριση.
ΠτΘ: Η φράση «είστε τρελοί» που θέλετε να ανοίξετε γκαλερί στην Κομοτηνή, φανταζόμαστε ότι θα σας ήταν συχνή πριν από λίγα χρόνια…
Β.Γ.: Αρχικά φαίνεται ότι το να στήσεις μια γκαλερί, όπου θα κάνεις εκθέσεις που θα έχουν μια πανελλήνια εμβέλεια, όπου θα φιλοξενείς καλλιτέχνες οι οποίοι έχουν μια πορεία γενικότερα σε έναν χώρο στον οποίο δεν είναι συνηθισμένος ο κόσμος εμπεριέχει και το ρίσκο. Τα πράγματα συμβαίνουν όταν δημιουργείται μια ανάγκη. Η ανάγκη υπήρχε για να γίνει μια γκαλερί. Υπήρχε ο κόσμος ο οποίος το θέλησε αυτό και το αναζητούσε. Το πιο ενδιαφέρον τελικά είναι ότι πολλοί άνθρωποι παίρνουν έργα, τα βάζουν στους χώρους τους, μπαίνουν και σε μια διαδικασία να βλέπουν, να παρατηρούν και να αναγιγνώσκουν και την ομορφιά, το ωραίο, τη μορφή, τη φόρμα, είναι ωραίο πράγμα αυτό.
ΠτΘ: Όντως είναι ανάγκη το έργο τέχνης.
Β.Γ.: Το έργο τέχνης είναι τροφή του πνεύματος, είτε είναι ποίηση είτε είναι πίνακας ζωγραφικής είτε είναι βιβλίο. Η τέχνη γενικώς είναι απόλυτα αναγκαία στον άνθρωπο, γιατί ο άνθρωπος δεν είναι ένα κομμάτι κρέας. Καλό είναι το ψυγείο, όλα αυτά τα πράγματα που μας συντηρούν το σώμα, αλλά χωρίς το πνεύμα δεν είμαστε τίποτα. Καλή είναι η ύλη, είναι κομμάτι της ύπαρξής μας, είναι ένα καταφύγιο για το πνεύμα, όσο εμείς θεωρούμε ότι το σώμα είναι το μέσον, την πατήσαμε, η ύλη δεν είναι τα πάντα, έχουμε ανάγκη και τα δύο. Το πνεύμα εξάλλου δεν έχει ηλικία.
ΠτΘ: Πώς κρίνετε το ότι επιχειρούν και οι μεγάλοι της τέχνης πλέον οι, εν Αθήναις, διαμένοντες να πείσουν τον κόσμο ότι το έργο τέχνης είναι αντικείμενο που αγοράζεται, είναι φτηνό και μπορεί να ανήκει στην καθημερινότητά μας; Αναφερόμαστε βέβαια στο Αrt City και στο Σταύρο Μιχαλαριά…Μάλλον όμως έπρεπε να το έχουν κάνει ενωρίτερα. Συμφωνείτε;
Β.Γ.: Όσο πιο νωρίς κάτι γίνεται, τόσο καλύτερα, αλλά η αλήθεια είναι ότι το έργο τέχνης είναι ένα έργο τέχνης το οποίο είναι μοναδικό. Μια ελαιογραφία για παράδειγμα μπορεί να είναι ένα επί ένα και να κοστίζει 1.000 Ευρώ. Δεν είναι ακριβή, αν σκεφτείς ότι μόνο τα υλικά κοστίζουν σχεδόν τα μισά χρήματα. Το να απευθύνουμε την τέχνη σε όλο τον κόσμο, η οποία έτσι κι αλλιώς απευθύνεται σε όλους, είναι σημαντικό, γιατί όταν ένας άνθρωπος αρχίζει και εκτιμά την ποιότητα στην ζωή, αρχίζει και αποφεύγει και άλλες περίεργες διαστρεβλώσεις του νου, που είναι όλα αυτά που ζούμε, ο πόλεμος, η βία. Δεν μπορεί ένας άνθρωπος ο οποίος έχει αντιληφθεί ότι το ταξίδι της ζωής είναι ένα ωραίο ταξίδι να κάθεται να ασχολείται με τα τραγικά του κομμάτια.
ΠτΘ: Να μιλήσουμε για τον καλλιτέχνη που φιλοξενείται αυτή την εποχή στην γκαλερί, τον Νίκο Γεωργιάδη. Οι γυναίκες του είναι γεμάτες φως, αέρινες ,θεϊκές, έξω από την πραγματικότητα των σημερινών κακοποιημένων από τις συνθήκες της καθημερινότητας πολυδιασπασμένων γυναικών. Ο Νίκος Γεωργιάδης δεν τις αποδίδει όμως έτσι. Τις αντιμετωπίζει στην άλλη τους διάσταση
Β.Γ.: Τα πιο τρυφερά πράγματα είναι πιο εύκολο να τα προσβάλλουμε. Δίνοντας πολύ φως κάπου δίνει λιγότερη ασφάλεια πιθανώς, αλλά όντως είναι «κακοποιημένες» σήμερα οι γυναίκες. Ωστόσο πιστεύω ότι ο Νίκος Γεωργιάδης εξαγνίζει τις γυναίκες μέσα από την ζωγραφική του.
ΠτΘ: Σεις αισθάνεστε να κατακλύζεστε από αυτό το φως των γυναικών του;
Β.Γ.: Ναι, βέβαια, είναι ένα ονειρικό φως. Είχα την τύχη να τον παρακολουθήσω από την αρχή. Αυτό που κάνει είναι ότι ονειρεύεται τους ανθρώπους και τους ονειρεύεται είτε κοιμώμενος είτε ξυπνητός. Ονειρεύεται μια ιδεατή μορφή. Οι γυναίκες που ζωγραφίζει είναι ένα σύμβολο της ίδιας της ζωής. Δεν έχουν κάτι να πουν συμβολικό ξεχωριστά, είναι οι ίδιες σύμβολο, δεν χρειάζονται επεξήγηση. Είναι μια γυναίκα με φως, είναι η αιώνια μητέρα, η αγαπημένη. Είναι ένα μαγικό ον η γυναίκα η οποία είναι και ο λόγος της ύπαρξης όλου του κόσμου. Υπάρχουμε εξαιτίας των γυναικών, βγαίνουμε μέσα από τη γυναίκα, είτε είμαστε άντρες είτε γυναίκες. Είναι το πιο φωτεινό κομμάτι του κόσμου και το να αγαπάς το όμορφο, την ομορφιά, να αγαπάς δηλαδή τη γυναίκα, νομίζω ότι είναι κάτι ενστικτώδες.
ΠτΘ: Σας ευχαριστούμε πολύ.
Β.Γ.: Εγώ ευχαριστώ πάρα πολύ για τη συμπαράσταση και τη συμμετοχή στο θαύμα.
Τ.Β. – Α.Χ.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
