«Ηθοποιος σημαινει γλυκο καθημερινο βασανο»
Μπροστά μας πια οι τελευταίες παραστάσεις του έργου «Σκούρο Μαύρο Σχεδόν Λευκό» του Χρήστου Χαρτοματσίδη που ανεβαίνει στη Κεντρική Σκηνή του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Κομοτηνής, την Παρασκευή και το Σάββατο, και ο ΠτΘ συνομιλεί με έναν από τους βασικούς συντελεστές της παράστασης, επί σκηνής πλέον, τον ηθοποιό Παναγιώτη Σταματόπουλο. Παλιός γνώριμος του θεάτρου μας ήδη από το 1991 ο Παναγιώτης Σταματόπουλος μιλά για το πώς ο ίδιος ανέγνωσε τα δύο μονόπρακτα του Χρήστου Χαρτοματσίδη και για τη δική του συμβολή στην παράσταση. Η συζήτηση επεκτείνεται στα περί θεάτρου γενικώς και δη στην περιφέρεια και το συμπέρασμα ένα με πολλές εκφάνσεις: το γλυκό καθημερινό βάσανο.
Καυστικός όμως κι αληθινός Παναγιώτης Σταματόπουλος…
ΠτΘ: κ. Σταματόπουλε, κάθε φορά η συζήτηση περί τέχνης με αφορμή μια παράσταση που ανεβαίνει από το δικό μας περιφερειακό θέατρο προκαλεί μια ανάγκη πολιτικής ανάγνωσης και θέασης των όσων σχετίζονται με το θέατρο, καθώς η τέχνη συχνά εγκλωβίζεται στην πολιτική. Έχετε κι εσείς την ίδια αίσθηση;
Π.Σ.: Είναι αλήθεια ότι η τέχνη εγκλωβίζεται σε γρανάζια πολιτικά, ενώ ο καλλιτέχνης θα πρέπει να είναι ελεύθερος. Ωστόσο στη δική μας δουλειά ο καλλιτέχνης έχει το δικό του τρόπο να μιλά στη σκηνή και έχει την ευχέρεια να νιώσει ελεύθερος και να συλλογάται ελεύθερα, όσο και να εγκλωβίζεται από τη σκηνοθεσία ή από πολιτικές σκοπιμότητες. Είναι αυτό που πολύ απλά λέμε, για ποιον λόγο κάνει κάποιος θέατρο. Είναι το ερώτημα που συχνά κι εγώ ο ίδιος θέτω στον εαυτό μου όταν είμαι θεατής και όχι το αν μια παράσταση είναι γενικά καλή.
ΠτΘ: Πόσο εναλλακτικό είναι το θέατρο σήμερα και τι έχει να προσφέρει στο θεατή;
Π.Σ.: Τον τελευταίο καιρό γινόμαστε όλοι μάρτυρες μιας γενικότερης ισοπέδωσης αξιών. Παρατηρούμε κάτι πραγματικά περίεργο, το θέατρο να μην προπορεύεται της ζωής παρά να ακολουθεί τη ζωή. Μοιάζει να μιμείται τη ζωή, ενώ το θέατρο θα έπρεπε να προπορεύεται, να κάνει ζωή για τη σκηνή και όχι να τη μιμείται. Συχνά βρισκόμαστε μπροστά σε μια απλή αναπαράσταση της καθημερινής ζωής επί σκηνής, με το ποιητικό λεγόμενο στοιχείο να έχει εκλείψει.
ΠτΘ: Μέσα σε αυτό το καθεστώς πια της ομοιομορφίας η θεατρική συγγραφή στην Ελλάδα θα λέγαμε ότι πάσχει και αυτή. Τι ευθύνεται για το ότι δεν έχουμε μεγάλους θεατρικούς συγγραφείς στην Ελλάδα και για την ομοιομορφία στα θεατρικά τους έργα;
Π.Σ.: Η γενικότερη ισοπέδωση των αξιών στην οποία αναφερθήκαμε πριν έχει τις ρίζες της σε μια μαζική σκέψη των ανθρώπων, που μαζοποιούνται όχι μόνο οι ίδιοι αλλά και η αντίληψή τους και η ίδια τους η ζωή. Είθισται ο πολιτισμός να αναπτύσσεται μέσα από τις μικρές κοινωνίες, μέσα από τα ήθη και τα έθιμα. Σήμερα τα αστικά κέντρα μεγαλώνουν όλο και περισσότερο, τα ήθη και τα έθιμα χάνονται και μαζοποιείται η σκέψη των ανθρώπων. Η αντίληψη του καθενός είναι πανομοιότυπη με την αντίληψη του άλλου και αυτό φτιάχνει τη μάζα. Η απάντηση που συχνά λαμβάνουμε από θεατρικούς συγγραφείς, λοιπόν, για την στασιμότητα που διάγει το έργο τους είναι η έλλειψη θεμάτων. Κι εξάλλου το κοινό έχει κορεστεί από τον υπερβολικό ρεαλισμό που υπάρχει στα σύγχρονα κείμενα, και στα ελληνικά, ενώ λείπει η ποιητική αίγλη.
ΠτΘ: Τα κείμενα του Χρήστου του Χαρτοματσίδη είναι βαθιά πολιτικά και ενχρονίζονται στη σύγχρονη εποχή, κάτι που είναι ευλογία τόσο για το κείμενο όσο και το θεατή που συμμετέχει σε αυτή τη μέθεξη. Πόσο διαχρονικά είναι τελικά τα κείμενα αυτά;
Π.Σ.: Τα κείμενα αυτά του Χρήστου του Χαρτοματσίδη είναι και θα είναι διαχρονικά. Μιλούν εξάλλου για τον εγκλωβισμό των ανθρώπων που εγκλωβίζονται είτε σε μια κατάσταση είτε σε ένα γεγονός. Αλληγορικό είναι το «Ασανσέρ», με την κυρία, τον αστυνομικό και τον αναρχικό να μπλέκονται σε ένα ατέρμονο παιχνίδι εξουσίας και καταλήγουν και οι τρεις να εγκλωβίζονται στην ίδια την κοινωνία και τους κανόνες της με την προοπτική ακόμα και να συνυπάρξουν. Το ίδιο συμβαίνει και με το «Η έξοδος μετά τις 6 μ.μ. απαγορεύεται», όπου από τη μια το ψυχιατρείο λειτουργεί σαν κράτος και από τη άλλη το κράτος μετατρέπεται σε ένα απέραντο ψυχιατρείο. Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη αλήθεια. Οι άνθρωποι εγκλωβίζονται σε καταστάσεις που προπορεύονται των ιδεολογιών τους και των αρχών τους και ξαφνικά αδυνατούν να συνειδητοποιήσουν πώς «ανεπαισθήτως» υπέστησαν τον εγκλωβισμό.
ΠτΘ: Αυτό είναι το ιδεολογικό απόσταγμα. Ερμηνευτικά πώς αντιμετωπίσατε το έργο;
Π.Σ.: Είναι λιγάκι δύσκολο να εξηγήσει ένας ηθοποιός πώς ερμηνεύει το ρόλο του. Είναι σαν να προσπαθεί ένας χειρουργός να εξηγήσει πώς κάνει μια εγχείρηση στον εγκέφαλο. Για τον ηθοποιό κάθε ρόλος είναι και πρέπει να είναι ένα γλυκό καθημερινό βάσανο. Όταν φτάνει στη σκηνή πρέπει το θέατρο που κάνει να αποδίδει, καθώς λέει και ο Ταρκόφσκι, μια ιστορική αλήθεια ως ιερογλυφικό της απόλυτης αλήθειας. Εξάλλου το θέατρο δεν αναπαριστά ζωή, αλλά την παριστά, εξ ου και ο όρος «παράσταση» και όχι «αναπαράσταση». Μια αναπαράσταση θα είναι σίγουρα μια κακή παράσταση.
ΠτΘ: Εσείς ωστόσο τα καταφέρατε, γιατί οι ρόλοι σας δεν είναι απλά διπλοί, αλλά και εμπεριέχουν εναλλαγές, που απέχουν ερμηνευτικά. Πώς ανταποκρίνεστε σε αυτό;
Π.Σ.: Σε αυτήν την περίπτωση το γνωρίζεις ήδη και ξέρεις εκ των προτέρων ότι πρέπει να κάνεις κάτι διαφορετικό και στις διαφοροποιήσεις μεγάλη σημασία έχει ο τρόπος σκέψης του ηθοποιού. Έπρεπε να μπω στη σκέψη του αστυνομικού ή του γιατρού που υφίσταται τη φάρσα για να τα καταφέρω. Συχνά οι ηθοποιοί προσπαθούν από έξω να πιάσουν το ρόλο, ενώ πρέπει να αρπάξεις το ρόλο από μέσα, από την ίδια του τη σκέψη. Οι ρόλοι δεν προσεγγίζονται με εξωτερικά τερτίπια, γιατί τότε το θέατρο είναι κακό.
ΠτΘ: Σκηνοθέτης – ηθοποιός. Σε ποιο βαθμό και με ποια κριτήρια αποδίδει αυτή η συνεργασία και πώς επιτυγχάνεται η αρμονία της αυτονομίας του ηθοποιού με αυτή του σκηνοθέτη;
Π.Σ.: Μεγάλη αυτονομία δεν υπάρχει και αυτό είναι ένα συχνά καλό στοιχείο και δηλώνει αρτιότητα της παράστασης. Διότι ο ηθοποιός που θα θελήσει να έχει πλήρη αυτονομία θα το πράξει για δύο λόγους. Είτε γιατί δεν τον πείθει ο σκηνοθέτης και προσπαθεί να περισώσει ό,τι προλάβει είτε γιατί θέλει επάνω στη σκηνή να παίζει τον εαυτό του, πράγμα κατακριτέο κατ΄ εμέ.
ΠτΘ: κ. Σταματόπουλε, τα Δημοτικά Περιφερειακά Θέατρα κοντεύουν ήδη τα 20 χρόνια λειτουργίας, ικανός χρόνος για μια έστω και πρόχειρη αποτίμηση. Πιστεύετε ότι ανταποκρίθηκαν στο σκοπό τους;
Π.Σ.: Όχι. Εξαιρέσει κάποιων, δεν ανταποκρίθηκαν, για πολλούς λόγους, όσο και αν τα οραματίστηκε, όσο κι αν τα επιθυμούσε η Μελίνα Μερκούρη. Σε μια δεκαετία από την ίδρυσή τους το ποσό της επιχορήγησής τους από το κράτος διπλασιάστηκε, ενώ σήμερα, εδώ και δέκα χρόνια, το ποσό αυτό παραμένει σταθερό κι αμετάβλητο. Χρήματα γενικά για τον πολιτισμό δίνονται, το ζήτημα είναι πού πηγαίνουν.
Από την άλλη είναι και η εκχώρηση αρμοδιοτήτων σε ανθρώπους που δεν έχουν σχέση κι επαφή με το θέατρο.
Υπάρχει και η άλλη διάσταση, που θέλει τους ηθοποιούς πλέον να θεωρούν β΄ επιλογής τη δουλειά σε ένα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ., άλλοι αναλαμβάνουν ρόλους σε ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. γιατί δεν βρίσκουν δουλειά στην Αθήνα ή γιατί επιθυμούν να κάνουν τις διακοπές τους. Αυτή η κατάσταση ωστόσο συντηρείται και από τα ίδια τα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ., που πρέπει να διέπονται από κάποιες αρχές. Εγώ προτίμησα να μείνω δίχως δουλειά παρά να αναλάβω κάτι με μισή συνείδηση, ξεκινώ κάθε φορά με την αίσθηση ότι παίζω στην Επίδαυρο, ότι κάνω κάτι στ΄ αλήθεια σοβαρό.
Επειτα είναι και αυτές οι «εξετάσεις» που δίνουν τα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. στην Αθήνα, στο Λυκαβηττό. Ειλικρινά δεν καταλαβαίνω για ποιο λόγο πρέπει να συμβαίνει αυτό, από τη στιγμή που εκπληρώνουν το ρόλο τους στην περιφέρεια, όπου είναι και η βάση τους.
Τα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. πρέπει να ξαναγυρίσουν στον αρχικό τους σκοπό, γιατί μπούσουλας και μέτρο υπάρχει. Και το κυριότερο, πρέπει επιτέλους να αυτονομηθούν και να απαγκιστρωθούν από πολιτικούς σχεδιασμούς και άλλα συμφέροντα, που το καθιστούν πάρεργο.
ΠτΘ: Εσείς είστε χρόνια κοντά στο κοινό της περιφέρειας και δη στο κοινό της πόλης μας. Διακρίνετε διάθεση να «διδαχθεί» ο θεατής σήμερα από το θέατρο, από την κατά το αρχαίον «διδασκαλία» μιας παράστασης;
Π.Σ.: Ο θεατής δεν πηγαίνει στο θέατρο προκατειλημμένος για καμία διδαχή, πηγαίνει για να νιώσει κάτι διαφορετικό, να νιώσει την αύρα μιας παράστασης. Πάντως ο θεατής εκπαιδεύεται μέσα από το θέατρο, όταν το ίδιο το θέατρο σέβεται την αισθητική της όψης και του λόγου.
Θεωρώ τον θεατή αθώο θύμα. Κανείς δεν μπορεί να τον κοροϊδέψει.
ΠτΘ: κ. Σταματόπουλε, σας ευχαριστούμε πολύ.
Π.Σ: Κι εγώ σας ευχαριστώ και καλώ τον κόσμο να έρθει στην παράσταση. Κι αυτό διότι είναι μια καλή παράσταση και εξάλλου ο καθένας θα πρέπει να έχει ιδίαν άποψη για κάθε μορφή τέχνης που του παρουσιάζεται.
Α.Χ. – Σ.Σ.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
