Γιωργος Ιωαννου: «Επαθλο στη σημερινη Αθηνα = Νιαγαρας βρωμιας»
Με αφορμή την εκδήλωση – αφιέρωμα της Δ.Ε.Π.Α Κομοτηνής στο Θεσσαλονικιό ποιητή και πεζογράφο Γιώργο Ιωάννου αύριο Κυριακή, ανατρέξαμε στην περιοδική έκδοση του Γιώργου Ιωάννου με τίτλο « Φυλλάδιο», στο τεύχος του 5-6, από το οποίο αντλήσαμε πληροφορίες για τη βράβευση του Γιώργου Ιωάννου με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος αλλά και τη σχέση του με τον Αλέξανδρο Κοτζιά που, επί χρόνια, επιμελούνταν τις στήλες της φιλολογικής Καθημερινής, και ακόμη πληροφορίες για το γύρισμα της εκπομπής «Παρασκήνιο» με πρωταγωνιστή τον συγγραφέα.
Σημειωτέον ότι το «Φυλλάδιο» κυκλοφόρησε από το Βιβλιοπωλείον της Εστίας με προλεγόμενα της διδάκτορος γενικής και συγκριτικής λογοτεχνίας Αντιγόνης Βλαβιανού και ότι συ-σκηνοθέτης της περιγραφόμενης στο «θύσανο» 88 εκπομπής του «Παρασκηνίου» ήταν ο Δημήτρης Χατζόπουλος, οι οποίοι είναι οι ομιλητές στην εκδήλωση της ΔΕΠΑΚ προς τιμή του συγγραφέα, την Κυριακή στην αίθουσα του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Κομοτηνής.
Να αναφέρουμε ακόμη ότι στους φιλοξενούμενους κατωτέρω «θυσάνους», που είχαν τόση επιτυχία ώστε το αναγνωστικό κοινό να αναζητά το «Φυλλάδιο» μετωνομάζοντάς το σε «θύσανο», καταγράφεται και ο γνωστός στους φιλολογικούς κύκλους καβγάς του συγγραφέα με τον φιλόλογο Δημήτρη Μαρωνίτη.
Ο Ιωάννου, εξάλλου, ποτέ δεν πέρασε καλά στη γενέθλια πόλη τη Θεσσαλονίκη, από την οποία όταν διέφυγε, όπως ο ίδιος εξομολογείται μπόρεσε να εργαστεί με ηρεμία.
Γιώργος Ιωάννου όμως…
Τ.Β.
80.Ο Αλέξανδρος Κοτζιάς είναι πάντα για μένα αγαπητός φίλος και συγγραφέας, που για πολλούς λόγους εκτιμώ. Αλλά δεν μπορώ να παρασιωπήσω κάτι που μου συμβαίνει δημόσια και που έχει σχέση με τη φιλολογική σελίδα, που επιμελείται ο ίδιος κάθε Πέμπτη στην «Καθημερινή». Τον παρακαλώ, λοιπόν, να μη μου θυμώσει, αλλά να καταλάβει, ότι έχω το δικαίωμα κι εγώ να εξηγήσω σ΄ αυτούς που με παρακολουθούν τους λόγους για τους οποίους εδώ και τρία περίπου χρόνια δεν εμφανίζομαι από τη φιλολογική σελίδα της Καθημερινής. Είναι στη μέση κι εδώ το ζήτημα Μαρωνίτη. Ο Κοτζιάς με τον Μαρωνίτη είναι φίλοι. Μετά το ξέσπασμα του καβγά μου με τον Μαρωνίτη η συνεργασία μου με τη «Φ.Κ.» συνεχίστηκε, παρόλα τα εκφοβιστικά και αρκούντως αόριστα βέλη, που έβλεπα πότε πότε στο «Περιθώριο». Αλλά, όταν το 1979 κυκλοφόρησα το προηγούμενο «Φυλλάδιο», όπου είχα μια πρώτη και γερή, νομίζω, έκθεση σχετική με την παραλογοτεχνική δραστηριότητα του Μαρωνίτη, παρατήρησα ότι το Φυλλάδιό μου δεν αναγγελόταν από τη «Φ.Κ.». Έκανα υπομονή-τίποτε. Κατάλαβα ότι κάτι συμβαίνει πια και είπα να μη συνεργάζομαι, αλλά την εποχή εκείνη ένας φίλος μου στην Κρήτη, ο Αντώνης Σανουδάκης, που είχε με πολύ μόχθο εκδώσει τα απομνημονεύματα ενός οπλαρχηγού, είχε τραβήγματα και δικαστήρια από τους διάφορους θιγομένους μέσα στα ντόμπρα αυτά απομνημονεύματα. Με παρακάλεσε, λοιπόν, να γράψω κάτι για το βιβλίο του, εφόσον μάλιστα μου αρέσει, για να χρησιμοποιήσει το κείμενο στο δικαστήριο. Έγραψα μια παρουσίαση του βιβλίου, όπου κυρίως εξηγούσα την υποκειμενικότητα, γενικά, των απομνημονευμάτων και την άφησα στην εφημερίδα με την παράκληση να τη βάλει ο Κοτζιάς στη μικρή κριτική στήλη. Αλλά και πάλι τίποτε. Αναγκάσθηκα πια να τον πάρω στο τηλέφωνο και να τον ρωτήσω σχετικά. Με την ευκαιρία ρώτησα και για το «Φυλλάδιο», αν το είχε λάβει. Το είχε λάβει, αλλά δεν το ανάγγειλε, γιατί περιείχε επίθεση κατά του Μαρωνίτη. Και την παρουσίαση την είχε πάρει, αλλά δεν θα τη βάλει κι αυτήν για τους ίδιους λόγους. Επειδή τον αγαπώ και τον εκτιμώ πάρα πολύ και ως δουλευτάρη, συγκράτησα τα νεύρα μου και δεν το πήγα σε καβγά. Του είπα μόνο, ότι, εφόσον τίθεται έτσι το πράγμα, εγώ δεν θα ξανασυνεργασθώ, γιατί δεν μπορώ να σταματήσω τις επικρίσεις μου για τα παραλογοτεχνικά καμώματα του Μαρωνίτη, αλλά τον π α ρ α κ α λ ώ να δημοσιεύσει αυτή την παρουσίαση, γιατί είναι ανάγκη μεγάλη. Κινδυνεύει ο Σανουδάκης να δικαστεί. Αλλά και πάλι τίποτε. «Μόνον, όταν σταματήσω τις επιθέσεις μου θα διορθωθούν όλα». Του είπα τότε κι εγώ, ότι θα σταματήσω μόνον, όταν ο Μαρωνίτης κάνει δημόσια γραπτή αυτοκριτική και παραδεχτεί τα σφάλματά του. «Μα δεν θα το κάνει ποτέ», μου είπε. «Ε, τότε κι εγώ δεν θα σταματήσω ποτέ». «Τα ξαναλέμε από Δευτέρα», μου λέει. «Δεν έχουμε να πούμε τίποτε διαφορετικό από Δευτέρα», του είπα. Ωστόσο είχαμε να πούμε, είχε αυτός να πει. Στο τέλος του 1979, όταν ανακοινώθηκαν τα κρατικά λογοτεχνικά βραβεία, ήμουν μεταξύ των βραβευμένων. Έλαβα το πρώτο κρατικό βραβείο διηγήματος για το βιβλίο μου «Το δικό μας αίμα». Για την ποίηση ήταν ο Ν. Εγγονόπουλος. Λοιπόν, όσο κι αν τα βραβεία αυτά λόγω της προϊστορίας των είναι περιορισμένης σημασίας, δημιουργήθηκε ένας ασυνήθιστα ζωηρός θόρυβος στον Τύπο, ομόφωνα επαινετικός. Οπότε, μετά από μέρες, διαβάζω στη φιλολογική Καθημερινή της Πέμπτης, 17 Ιανουαρίου 1980, το ακόλουθο σημείωμα του Αλ.Κοτζιά με τίτλο «Απογοήτευση»: «Πριν από λίγους μήνες («Φ.Κ.», 11 Οκτωβρίου 1979), μόλις είχαμε πληροφορηθεί ότι το Υπουργείο Πολιτισμού μελετούσε την αναδιάρθρωση του θεσμού των Κρατικών Λογοτεχνικών Βραβείων, εκφράσαμε κάποια αισιοδοξία για την ευτυχή έκβαση της προσπάθειας. Ώρα που παρήλθε η εορταστική ατμόσφαιρα-μαζί με τα χριστουγεννιάτικα φώτα και τους Αη-Βασίληδες ανακοινώθηκαν τα βραβευμένα έργα-δεν μένει παρά να δηλώσουμε την βαθιά απογοήτευσή μας για την κρίση της ανανεωμένης επιτροπής». Την βαθιά απογοήτευσή τους! Ακούς εκεί! Ακόμα κι ο Χριστιανόπουλος πιο διπλωματικά εξέφρασε τότε την ….. βαθιά απογοήτευσή του. Διηγήθηκε με δραματικότητα πως αποποιήθηκε το κρατικό βραβείο διηγήματος το….. 1972, όταν του το προσέφερε γονατιστή η κριτική επιτροπή η διορισμένη από τη χούντα. Το μόνο που δεν διηγήθηκε ήταν γιατί του το πρόσφερε. Και όμως δεν έβγαλα άχνα, για να μη χαλάσω μια φιλία μου-δική μου, μονόπλευρη, φιλία-που είχε φτάσει πια στο σπουδαίο σημείο να είναι τελείως ανιδιοτελής. Μόνο που εκείνες τις μέρες, καθώς, διάβαζα το ημερολόγιο του Σεφέρη, δεν μπόρεσα να μην κρατήσω μια σημείωση. Λέει, λοιπόν, ο Σεφέρης στις 29-2-1947: «Έπαθλο στη σημερινή Αθήνα = Νιαγάρας βρωμιάς». Είχε λάβει κι αυτός κάποιο έπαθλο τότε. Λοιπόν, αγαπητοί αναγνώστες, πιστεύω να λάβατε μιαν απάντηση γιατί δεν γράφω και δεν εμφανίζομαι τα τελευταία τρία χρόνια από τη «Φιλολογική Καθημερινή», που ωστόσο εκτιμώ πολύ την προσφορά της.
88.Η εκπομπή της ΕΡΤ «Παρασκήνιο» μου εζήτησε να γυρίσει το τηλεοπτικό πορτραίτο μου. Ως την ώρα που γράφω δεν έχει ακόμα προβληθεί, αλλά μόνο γυριστεί και μπορώ να πω δυο λόγια για το γύρισμα. Σκηνοθέτης ο Λάκης Παπαστάθης. Θέμα: Μια κυριακάτικη πρωινή βόλτα στην Αθήνα. Δεν ήταν δηλαδή γύρισμα σε εσωτερικούς χώρους, γραφείο ή σπίτι, όπου το πράγμα είναι σχετικά εύκολο. Ήταν γύρισμα στο Μουσείο, στην Πατησίων, στους λαϊκούς σινεμάδες, στην Ομόνοια, στην Αθηνάς, στο Μοναστηράκι, στην Αρχαία Αγορά. Μεγάλη κούραση, δοκιμασία, αλλά και συγκομιδή πείρας. Από τα μεγαλύτερες εμπόδια οι περίεργοι. Και καθώς την Κυριακή έχει πολλούς χασομέρηδες, αποτελούσαμε πρώτης τάξεως θέαμα. Ιδίως, στην Ομόνοια δημιουργήθηκε γύρω μας ένας κλοιός ίσως και εκατοντάδων ανθρώπων. Εγώ, εκεί, απτόητος. Άλλωστε, δεν με ενόχλησαν πολύ οι άνθρωποι. Εμένα με ενοχλούν μόνο οι ξινίλες, οι φάτσες οι ξινές και φριχτές. Εδώ ήταν όλο παιδιά της εργατιάς, της μπερμπαντιάς και της χωριατιάς. Ωραιότατα σε περιπτώσεις περιπτώσεις. Αλλά είναι περίεργα και πολύ αστεία τα όσα μπορούν να σου συμβούν, καθώς γυρίζεις ή γυρίζεσαι. Καθώς γυρίζαμε στο Μουσείο και εγώ ακουμπισμένος στα κάγκελα έλεγα, μπαίνει μες στο πεδίο της μηχανής ένας τύπος γηραλέος, αλλά με έκδηλη τη δασκαλίστικη βλακεία απάνω του, και μου λέει: «Από πού φεύγουν τα αυτοκίνητα για τη Νέα Πεντέλη; « «Εμένα βρήκες να ρωτήσεις;» του λέγω εγώ, μέσα στα χάχανα των σωφεραίων που παρακολουθούσαν το γύρισμα.
Ενας άλλος πάλι μου λέει εμπιστευτικά στην Ομόνοια: «Ποια εκπομπή είναι αυτή ;». «Το Παρασκήνιο», λέγω εγώ καθαρά. Και αυτός: «Γιατί γυρίζετε για τους Παλαιστίνιους;». Άλλος, ενώ έβλεπε τις κάμερες και τα φωτιστικά: «Για το ραδιόφωνο είναι;». Και να πει κανείς, ότι δεν βλέπει αυτός ο λαός τηλεόραση ή δεν ακούει ραδιόφωνο-πάει στο διάολο. Πώς, λοιπόν, κάνουν τις ερωτήσεις αυτές; Τόσο βλάκες μας περιτριγυρίζουν; Πάντως, εκείνο που έχω ακόμα να πω, είναι ο φοβερός σεβασμός, το δέος, που νιώθουν μπροστά σ΄ αυτά τα μηχανήματα. Παρόλο τον ασφυχτικό κλοιό τους επικρατούσε απόλυτη σιγή κατά το γύρισμα, κρατούσαν και την αναπνοή τους. Αλλιώς θα ήταν μάλλον δύσκολο, γιατί παίρναμε ταυτόχρονα τον ήχο. Επειδή δεν μπορέσαμε να τελειώσουμε την πρώτη Κυριακή, βγήκαμε και την άλλη, 21 Μαρτίου. Ήταν ακόμα πιο ωραία αυτή τη φορά, καθώς γυρίζαμε στο σπίτι της γιαγιάς μου ή μάλλον στο μέρος όπου βρισκόταν αυτό, στην οδό Πολυγνώστου, και έβλεπα όλα τα σημεία όπου έπαιζα μικρός και πατούσα, καταπατούσα ίσως, ως άμυαλος νεαρός. Ήταν πολύ άνετο το γύρισμα στην Αρχαία Αγορά. Τόπος γαλήνης…
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
