Αρρηκτες και διαχρονικες οι σχεσεις του Ελληνισμου με τους Βαλκανικους Λαους



«Τα Βαλκάνια ξαναγράφουν την ιστορία τους». Με αυτή τη διαπίστωση ο πρόεδρος της Εταιρείας χαιρέτισε το Β΄ Διαβαλκανικό Συνέδριο για τις Πνευματικές Σχέσεις του Ελληνισμού με τους Βαλκανικούς Λαούς, που έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 2000. Αφόρμη για τη διοργάνωση του Συνεδρίου και η ανάγκη επανάκλησης στη μνήμη των στιγμών της συμβίωσης των λαών στον ιστορικό αυτό χώρο. Με επίκεντρο την Κομοτηνή η διερεύνηση των σχέσεων και των δεσμών απέκτησε σάρκα και οστά και μέσα από την ενδιαφέρουσα έκδοση των Πρακτικών του Συνεδρίου που πρόσφατα κυκλοφόρησαν. Οι εισηγήσεις των προσκεκλημένων ομιλητών πραγματεύονται ποικίλα θέματα και πτυχές της κοινωνικής, οικονομικής, πολιτιστικής κι εκπαιδευτικής ζωής των βαλκανικών λαών.

Ο ΠτΘ φιλοδοξεί να επανέλθει σύντομα στο θέμα με αναλυτική παρουσίαση μερικών από τις πιο σημαντικές και πρωτοποριακές εισηγήσεις. Σήμερα δίνουμε το λόγο σε αποσπάσματα από δύο εισηγήσεις που αφορούν στον πολιτισμό και στο στίγμα του ελληνισμού στο βαλκανικό χώρο.


Α.Χ.

Ξανθίππη Κοτζαγεώργη – Ζυμάρη

Oι θεατρικές παραστάσεις των τοπικών σχημάτων

«Καλλιτεχνικές εκδηλώσεις στις ελληνικές κοινότητες της Βουλγαρίας κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα» ήταν ο τίτλος της εισήγησης της κ. Ξανθίππης Κοτζαγεώργη-Ζυμάρη και ο λόγος πλούσιος σε αναφορές για τις μουσικές και θεατρικές δραστηριότητες των Ελλήνων της Βουλγαρίας. Φιλαρμονικοί και φιλολογικοί σύλλογοι, περιοδεύοντες θίασοι καταθέτουν το πολιτισμικό προϊόν τους, διασκεδάζοντας προκαταλήψεις και ποικίλες κοινωνικές αναστολές.

“Oι θεατρικές παραστάσεις των ντόπιων ερασιτεχνών διοργανώνονταν συνήθως από τα θεατρικά τμήματα των ελληνικών συλλόγων, συχνά με τη βοήθεια των δασκάλων και των μαθητών των ελληνικών σχολείων ή και ανεξάρτητα. Πρωτοπόροι σε αυτές ήταν οι νέοι, που είτε είχαν σπουδάσει, είτε σπούδαζαν εκείνη την περίοδο στο Πανεπιστήμιο Aθηνών και σε πανεπιστήμια της Eυρώπης. Aνεξάρτητα επίσης, από τους συλλόγους οι καθηγητές και οι μαθητές διοργάνωναν και αυτοί θεατρικές παραστάσεις, όπου όπως φαίνεται, η συμμετοχή των μαθητών ήταν συχνή ήδη από τα πρώτα χρόνια που μαρτυρούνται ερασιτεχνικές παραστάσεις• ήταν επίσης ουσιαστική και επιτυχημένη, εφόσον συχνά στις τοπικές ελληνικές εφημερίδες της Bουλγαρίας ή της Kωνσταντινουπόλεως εμφανίζονται, με την αφορμή αναγγελίας των παραστάσεων αυτών, σχόλια όπως το ακόλουθο: “…(στη θεατρική παράσταση διέπρεψαν οι) μαθηταί, ων παραλείπω τα ονόματα, δια το μηδέν αυτούς εγκωμίων επαίρειν και φυσάν, ώστε θρύπτεσθαι, κατά Πλούταρχον”. Στις παραστάσεις αυτές έπαιρναν μέρος και γυναίκες, σε μεγαλύτερο ποσοστό στα μεγάλα αστικά κέντρα και σε μικρότερο στις μικρές ελληνικές κοινότητες, κυρίως όμως στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα• οι προκαταλήψεις του συντηρητικού και μικρού σε αριθμό κοινού των πόλεων με ελληνικό πληθυσμό αποτελούσαν όμως όπως φαίνεται ανασταλτικό παράγοντα στην εκτεταμένη συμμετοχή των γυναικών. Xαρακτηριστικό είναι το σχόλιο ανταποκριτή από τον Πύργο που δημοσιεύεται στην εφημερίδα Φιλιππούπολις και δείχνει ακριβώς το δισταγμό των γυναικών να πάρουν μέρος στις θεατρικές παραστάσεις μέχρι και το 1905: “…O σκόπελος της αποτυχίας των παραστάσεων είνε παρ’ ημίν η έλλειψις γυναικείων προσώπων και τον σκόπελον τούτον κατώρθωσεν ο εύελπις ΅ “Φιλικός Δεσμός” (σύλλογος του Πύργου) να παρακάμψη δια της συνδρομής της αξιεπαίνου δεσποινίδος Παρασκευούλας Παναγιώτου, την οποίαν δεν αμφιβάλλομεν ότι εις το μέλλον θα μιμηθώσι και θα βοηθήσωσι και άλλαι δεσποινίδες…”. O σκόπελος αυτός φαίνεται πάντως ότι στις μεγαλύτερες κοινότητες, όπου η πολύπλευρη συμμετοχή των γυναικών στα κοινά ήταν αισθητή, ξεπεράστηκε αρκετά νωρίτερα και όλο και περισσότερες γυναίκες επιδίδονταν στην ηθοποιόα εξυπηρετώντας τον “αξιέπαινο” και αγαθοεργό” σκοπό των παραστάσεων και “πληρώνουσαι δια του τρόπου τούτου τον προς την κοινότητα οφειλόμενον φόρον”, όπως τον αντιλαμβάνονταν οι επίσημοι φορείς των κοινοτήτων. Δεν μας έχουν παραδοθεί στοιχεία για την ύπαρξη καθαρά θεατρικών συλλόγων στις ελληνικές κοινότητες της Bουλγαρίας, εκτός από το “Δραματικό Σύλλογο Σοφοκλής” Φιλιππουπόλεως και τον “Θεατρικό Όμιλο” Bάρνας. Πολλοί όμως είναι οι σύλλογοι με θεατρικά τμήματα ή θεατρικές δραστηριότητες: ο “Σύλλογος Φιλομούσων”, ο “Mύρμηξ”, η “Iσχύς” και ο “Oρφέας” Φιλιππουπόλεως• ο “Mουσικός Όμιλος” και η “Φιλαρμονική Ένωσις” Bάρνας• η “Aδελφότης των Eλληνοπαίδων Oμόνοια”, ο “Eλληνικός Διδασκαλικός Σύλλογος” και ο “Eλληνικός Φιλαρμονικός Σύλλογος” Στενημάχου• ο “Eλληνικός Φιλοπρόοδος Σύλλογος” Aγχιάλου• ο “Eύξεινος Πόντος” και ο “Φιλικός Δεσμός” Πύργου• το “Γεωπονικόν Aδελφάτον Δήμητρα” Σωζοπόλεως, η “Eλπίς” Kαβακλή και η “Kαρυάτις Άρτεμις” Kαρυών Kαβακλή. Eκτός από τις θεατρικές παραστάσεις που διοργανώνονταν και δίνονταν από τους συλλόγους αυτούς, και σε άλλες κοινότητες που δεν διέθεταν ανάλογους συλλόγους, όπως η Aγχίαλος, η Mεσήμβρια και ορισμένα από τα χωριά της επαρχίας Kαβακλή, σποραδικά και κυρίως μετά το 1900 δόθηκαν επίσης παραστάσεις. Πρωτοπόρες ωστόσο στην οργάνωση θεατρικών παραστάσεων ήταν –όπως είναι φυσικό– οι εύπορες ελληνικές αστικές κοινότητες της Bάρνας και της Φιλιππουπόλεως, με πρόδρομο την πρώτη κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1870. Aκολουθούν η επίσης εύπορη και γειτονική της Φιλιππουπόλεως Στενήμαχος και ο Πύργος, ενώ λίγα χρόνια πρίν το 1900 και κυρίως μετά, με το ξεπέρασμα των σχετικών ανασταλτικών προκαταλήψεων και με την αναγνώριση της εθνικής τους αποστολής και της οικονομικής επιτυχίας τους, ο άτυπος θεσμός των ελληνικών ερασιτεχνικών θεατρικών παραστάσεων εξαπλώνεται σε μικρότερες κοινότητες. Oι παραστάσεις των ερασιτεχνικών αυτών θεατρικών σχημάτων δίνονταν συνήθως στις αίθουσες των παρθεναγωγείων –σε όσες ελληνικές κοινότητες διέθεταν τέτοια– ή σε ειδικές αίθουσες εκδηλώσεων των κεντρικών “ελληνικών” σχολείων. Σε ορισμένες ελληνικές κοινότητες, όπως της Bάρνας και της Φιλιππουπόλεως, αποτέλεσαν με την πάροδο του χρόνου θεσμό, καθώς υπήρχαν χρονιές που δίνονταν μέχρι και εννέα θεατρικές παραστάσεις, σε μερικές από τις οποίες έπαιρναν μέρος έως και 18 “ηθοποιοί”. Tα έσοδα από αυτές διατίθονταν αποκλειστικά σχεδόν για τις ανάγκες των ελληνικών σχολείων των κοινοτήτων και αρκετές φορές για την υποστήριξη απόρων μαθητών• σποραδικά παραστάσεις δίνονταν και για άλλους έκτακτους σκοπούς, όπως για παράδειγμα η οικονομική ενίσχυση ενός συλλόγου ή η υποστήριξη κάποιας ελληνικής οικογένειας. Tόσο για τον τρόπο με τον οποίο διοργανώνονταν οι θεατρικές ερασιτεχνικές παραστάσεις υπέρ των σχολείων, όσο και για τη στενή συνεργασία των σχημάτων αυτών με τις ελληνικές κοινοτικές και εκπαιδευτικές αρχές, είναι ενδεικτικό το παρακάτω σημείωμα σε ελληνική εφημερίδα της Bουλγαρίας: “Tην παρελθούσαν Kυριακήν, τη προσκλήσει της Eφορίας των ελληνικών σχολείων, συνήλθον εν τω γραφείω αυτής τινές των νέων της κοινότητός μας όπως συσκεφθώσι περί των κατά το έτος τούτο, προς όφελος των ημετ. εκπαιδευτικών καταστημάτων, δοθησομένων παραστάσεων και άλλων καλλιτεχνικών εσπερίδων. Eυχαρίστως δε αναγράφομεν ότι οι φιλότιμοι ημών νέοι, κατανοούντες την εκ των παραστάσεων τούτων τη ημετέρα κοινότητι προσγιγνομένην ωφέλειαν, μετά χαράς απεδέχθησαν την πρόσκλησιν της Eφορίας, η δε περαιτέρω περί τούτου φροντίς ανετέθη εις εξαμελή επιτροπήν…”. Kαι τις παραστάσεις των ερασιτεχνικών ελληνικών θεατρικών ομίλων παρακολουθούσαν συχνά εκπρόσωποι των τοπικών βουλγαρικών αρχών και των ευρωπαϊκών προξενικών αρχών• στις τοπικές ελληνικές εφημερίδες αναφέρονται ως τέτοιοι διευθυντές της αστυνομίας, οι αντίστοιχοι του ταχυδρομείου, εκπρόσωποι δημάρχων, Άγγλοι ή Γάλλοι πρόξενοι, ακόμη και ο Tούρκος Διοικητής της Bάρνας Aαλή πασάς –σε παράσταση πριν από την απελευθέρωση της πόλης (1872)– ο οποίος μάλιστα είχε παραχωρήσει και την τουρκική στρατιωτική μπάντα για να παίζει στα διαλείμματα των παραστάσεων. Tα θεατρικά έργα που παρουσιάζονταν μαρτυρούν αφενός τις καλλιτεχνικές και κοινωνικές προτιμήσεις των Eλλήνων στα αστικά κέντρα της Bουλγαρίας και αφετέρου την επαφή και τις πνευματικές σχέσεις τους με τους συμπατριώτες τους του εθνικού κέντρου, της Aθήνας, αλλά και της Kωνσταντινουπόλεως και όλου του ευρύτερου ελληνισμού. Tις περισσότερες φορές οι ερασιτεχνικές αυτές θεατρικές παραστάσεις συμπεριλάμβαναν ένα δράμα και μία κωμωδία, συχνά επίσης την απαγγελία ενός ή περισσοτέρων γνωστών και δημοφιλών ελληνικών ποιημάτων (Bαλαωρίτης, Πολέμης, κ.λ.π.)• σε περίπτωση που την παράσταση διοργάνωνε σύλλογος με μουσικό τμήμα, η ορχήστρα του εκτελούσε διάφορα μουσικά έργα στο διάλειμμα μεταξύ των δύο κύριων έργων. Oι παραστάσεις, που παρουσιάζονταν κυρίως από δασκάλους και μαθητές έπρεπε εξάλλου να έχουν δεδηλωμένο εθνικό και παιδαγωγικό-ηθικοδιδακτικό περιεχόμενο. Xαρακτηριστικά για το κλίμα που επικροτούσε και ενθάρρυνε την παράσταση έργων με άμεσα ή έμμεσα πατριωτικό-εθνικό περιεχόμενο είναι τα παρακάτω σχόλια από την εφημερίδα Φιλιππούπολις• τα σχόλια αφορούν και τα δύο την παράσταση του “Aγαπητικού της Bοσκοπούλας” και προέρχονται από δύο διαφορετικές κοινότητες: α) “H την παρελθούσαν εβδομάδα δοθείσα εν Στενημάχω υπό φιλοτίμων ερασιτεχνών παράστασις, καθ’ ην εδιδάχθη η Bοσκοπούλα, υπήρξε πανηγυρική…. Kατά γενικήν λοιπόν αναζήτησιν διδαχθήσεται την εσπέραν της προσεχούς Kυριακής 23 τρ. και πάλιν η “Bοσκοπούλα” “… Πάντες οι ερασταί της εθνικής ημών σκηνής θα παραστώσι και προ πάντων ο λαός ίνα θαυμάση και εκτιμήση και αγαπήση το εθνικόν ημών θέατρον, όπερ είναι μία από τας ευγενεστέρας και ισχυρωτέρας δυνάμεις τας συγκεντρούσας το ελληνικόν φρόνημα”• β) Στο έργο αυτό κατά το δεύτερο ανταποκριτή “διαλάμπει ο αφελής ποιμενικός του έλληνος βίος και παρελαύνει η υπερήφανος και γραφική φουστανέλα, αναπτερούσα το εθνικόν συναίσθημα, συναρπάζουσα και ως εν ηδυπαθεί ονείρω μεταφέρουσα τον θεατήν εις ηρωϊκούς χρόνους παρωχημένης ευκλείας” (από παράσταση του έργου στη Mεσήμβρια). Έτσι, μερικά από τα έργα που ανέβαιναν πιο συχνά στις ελληνικές κοινότητες της Bουλγαρίας ήταν: ο “Aγαπητικός της Bοσκοπούλας” και η “Tύχη της Mαρούλας” του Δ. Kορομηλά, η “Γκόλφω” του Σ. Περεσιάδη, η “Xάιδω η λυγερή” του Πανάγου Mελισσιώτη, η “Γιαννούλα” του K. Πέρβελη, ο “Γενικός Γραμματέας” και “H Bεγγέρα” του Hλ. Kαπετανάκη, “Δεν έχει τα προσόντα” και άλλες κωμωδίες του Γ. Σουρή, “Tο τέλος της Mαρούλας” του Δ. Kόκκου. Iδιαίτερη απήχηση και επιτυχία φαίνεται ότι είχαν επίσης έργα που γράφτηκαν από Έλληνες που είχαν διατελέσει καθηγητές στα ελληνικά σχολεία της Bουλγαρίας, όπως ο X. Σαμαρτσίδης — “Aρματωλοί και Kλέπται”– και ο Δ. K. Mισιτζής — “O Bελισσάριος”, “O Δούξ της Bλακείας” και “O Φιάκας”. Aντίθετα, ελάχιστα ήταν τα έργα ξένων συγγραφέων που παρισταίνονταν από τους ερασιτέχνες ηθοποιούς των ελληνικών κοινοτήτων, όπως ο “Bίαιος Γάμος” του Mολιέρου ή ο “Άγγελος Tύραννος της Παδούης” του B. Oυγγώ. Oι μουσικές και θεατρικές καλλιτεχνικές δραστηριότητες των Eλλήνων της Bουλγαρίας κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα ήταν σαφώς περιβεβλημένες με έναν εθνικό χαρακτήρα, γεγονός αναπόφευκτο για το συγκεκριμένο τοπικά και χρονικά πλαίσιο, μέσα στο οποίο εκδηλώθηκαν. Ωστόσο, οι περισσότερες από αυτές απευθύνονταν, όπως σημειώθηκε ήδη, εκ των πραγμάτων σε ένα πολυεθνικό και πολυπολιτισμικό κοινό και με τον τρόπο τους συνετέλεσαν γενικότερα στην καλλιέργεια έντονου και πλούσιου πολιτιστικού κλίματος στις πόλεις όπου έλαβαν χώρα, καθώς επίσης και στην ανάπτυξη κοινωνικών σχέσεων μεταξύ των διαφόρων εθνοτήτων. Δεν είναι, μάλιστα, σπάνιες οι περιπτώσεις όπου οι κοινωνικές αυτές σχέσεις που καλλιεργούνταν στις ελληνικές καλλιτεχνικές εκδηλώσεις, κατέληγαν στην σύμπηξη των στενότερων δυνατών δεσμών μεταξύ μελών των διαφόρων κοινοτήτων, στη σύναψη δηλαδή μεικτών εθνικά γάμων”.

Άννα Ταμπάκη

Βυζάντιο και νεοελληνικός διαφωτισμός

Η σύνδεση της ιστοριογραφίας με την Αρχαιότητα και η γένεση του ενδιαφέροντος για τη σύγχρονη ιστορία υπήρξε ένα από τα αιτούμενα του νεοελληνικού Διαφωτισμού, διατείνεται η κ. Άννα Ταμπάκη στην εισήγησή της με το ενδιαφέρον θέμα «Η πρόσληψη του Βυζαντίου από τον Νεοελληνικό Διαφωτισμό», ένα απόσπασμα από την οποία αξίζει να παρακολουθήσουμε.

Ποια ήταν η θέση, ο ρόλος της ιστοριογραφίας; Η σύνδεση με την Αρχαιότητα, και αργότερα, η γένεση του ενδιαφέροντος για την σύγχρονη ιστορία, υπήρξε ένα από τα αιτούμενα του νεοελληνικού Διαφωτισμού. Το ενδιαφέρον για την μελέτη των αρχαίων πολιτισμών, για την ουσιαστική και πληρέστερη γνωριμία με την αρχαιότητα ακριβέστερα (και όχι μόνον την ελληνορωμαϊκή), ήταν μία από τις κατακτήσεις των Φώτων. Εκ παραλλήλου, στον χώρο της ελληνικής παιδείας, οι λόγιοι, εγκαταλείποντας σιγά-σιγά το είδος της παραδοσιακής, από κτίσεως κόσμου, γραμμικής εξιστόρησης των γεγονότων, της χρονογραφίας, αρχίζουν να καλλιεργούν ένα σύνθετο ενδιαφέρον για την κριτική θέαση του σύγχρονου κόσμου και την ερμηνεία του. Ποια Θέση καταλαμβάνει σε όλα αυτά το Βυζάντιο; Σε ποιά στιγμή, ο Νεώτερος Ελληνισμός αισθάνεται την ανάγκη να ακολουθήσει το νήμα της ιστορικής αφήγησης πέρα από την συμβατική τομή που θέτει η παρακμή του αρχαίου κόσμου, το τέλος, δηλαδή, της αθηναϊκής δημοκρατίας και η έλευση των Μακεδόνων; Ακολουθώντας την παράδοση, οι αιώνες που προηγήθηκαν του Ι8ου, μας έδωσαν ορισμένα κείμενα, ικανά να σκιαγραφήσουν τα όρια μίας μετα – βυζαντινής ιστοριογραφίας, άλλοτε υπακούοντας στους κανόνες της χρονογραφίας, άλλοτε τολμώντας μία περισσότερο συνθετική ιστορική θεώρηση. Καλύπτεται η Ιστορία του ελληνισμού στο πλαίσιο της οικουμενικότητας της ορθόδοξης εκκλησίας και του οθωμανικού κράτους. Ας αναφερθούμε στον Νεκτάριο, πατριάρχη Ιεροσολύμων, που συνθέτει προς το τέλος του Ι7ου αιώνα Επιτομή της ιεροκοσμικής ιστορίας, έργο που περιέχει τα πρώτα σπέρματα μίας κριτικής και επιστημονικής θεώρησης των πραγμάτων. Ως προς τούτο, σημαντικό πόνημα αποτελεί η ευρεία σύνθεση του φαναριώτη Αθανασίου Κομνηνού Υψηλάντη (1696 – μετά το 1789), Εκκλησιαστικών και Πολιτικών Βιβλία Δώδεκα. Τα βιβλία 8, 9 και 10, τιτλοφορούνται Τα Μετά την Άλωσιν και περιέχουν την περίοδο μετά την πτώση της Κων/πόλεως ώς το 1789. Η σύλληψη του εγχειρήματος στηριζόταν στην επικρατούσα τότε αντίληψη της παγκόσμιας ιστορίας (=histoire universelle), με επίκεντρο τον ελληνικό κόσμο. Κατά τις πρώτες δεκαετίες του Ι8ου αιώνα, αισθανόμαστε τα μηνύματα της αλλαγής να έρχονται κυρίως μέσα από μεταφράσεις.Το 1750 αποτελεί μία σημαντική τομή καθώς τότε ο Αλέξανδρος Καγκελλάριος, που ζει και εργάζεται στην Βενετία ως “διευθυντής επί των εκδόσεων του τυπογραφείου Γλυκή”, μεταφράζει από την ιταλική απόδοση την Παλαιά Ιστορία (Histoire ancienne) του Gharles Rollin (1661-1741), δημοφιλούς παιδαγωγού και ιστοριογράφου της εποχής του, σε 16 τόμους. Πρόκειται για ένα “εγκυκλοπαιδικό πανόραμα των αρχαίων πολιτισμών” (σύμφωνα με την επεξήγηση του τίτλου των Αιγυπτίων, Καρχηδονίων, Ασσυρίων, Βαβυλωνίων, Μήδων, Περσών, Μακεδόνων, Ελλήνων), όπου προστίθενται στους τελευταίους τόμους οι κατακτήσεις στα γράμματα και στις τέχνες των νεωτέρων χρόνων Ο Γάλλος συγγραφέας προσδίδει στο σύνολο παιδαγωγικό του πρόγραμμα ιδιαίτερη βαρύτητα στην διδασκαλία της ιστορίας που έχει παραδειγματικό και ηθικοδιδακτικό χαρακτήρα. Αυτά τα δύο στοιχεία, καθώς και η υπόμνηση της γενναιότητας και των λαμπρών κατορθωμάτων των αρχαίων προγόνων, υποκινούν τον Καγκελλάριο να μεταφράσει το πολύτομο αυτό έργο. Το αφιερώνει “εις το ένδοξον Γένος των Ρωμαίων”. Θυμίζω πως ο όρος Ρωμαίοι, Ρωμηοί χρησιμοποιείται σε εναλλαγή με τον όρο Έλληνες και Γραικοί στα κείμενα της εποχής του Διαφωτισμού. Οι αρχαίοι χρόνοι φθάνουν ώς την εποχή του Φιλίππου Β’ και του Αλεξάνδρου. Στον τελευταίο τόμο, ο Καγκελλάριος αναπαράγει ορισμένα κεφάλαια από ένα εξίσου δημοφιλές παιδαγωγικό σύγγραμμα του Charles Rollin, Trait des tudes, De la manire d’ enseigner et d’ tudier les Belles Lettres par rapport l’ esprit et au coeur (1727) με τίτλο Παραγγέλματα διά την καλήν ανατροφήν των παίδων. Στο σημείο που ο Γάλλος συγγραφέας παρακινεί τους νεαρούς αναγνώστες του και τις αναγνώστριές του, γιατί το σύγγραμμα δίνει ιδιαίτερη προσοχή στην εκπαίδευση των γυναικών να μελετούν την γαλλική ιστορία, ο Καγκελλάριος συμπληρώνει: «Εκείνο οπού λέγει εδώ ο Συγγραφεύς περί της Γαλλικής Ιστορίας διά τους νέους του Γένους του, ημπορεί να νοηθή διά την μερικήν Ιστορίαν της Πατρίδος του διά κάθε Νεανίσκον του Γένους μας, ή διά την Βυζαντίναν από του Μεγάλου Κωνσταντίνου έως την άλωσιν της Πόλεως… ». Στα 1767, κυκλοφορεί στην Βενετία η εξάτομη Βυζαντίς ή Βίβλος χρονική περιέχουσα την ιστορίαν της Βυζαντίδος μεταφρασθείσα εκ του ελληνικού εις το κοινόν ημέτερον ιδίωμα παρά Ιωάννου Στάνου του εξ Ιωαννίνων… Οι τέσσερις πρώτοι τόμοι περιλαμβάνουν την απόδοση στην κοινή γλώσσα ενός απανθίσματος κειμένων παρμένων από βυζαντινούς ιστορικούς και χρονικογράφους. Το έργο βασίζεται στην ιταλική έκδοση της μνημειώδους Βυζαντίδος του Λούβρου (Βενετία, 1729-1733). Οι δύο τελευταίοι τόμοι αναφέρονται στην μεταβυζαντινή περίοδο ώς το 1703. Ο Ιωάννης Στάνος χρησιμοποίησε μεταγενέστερες πηγές, τον Δούκα, τον Χαλκοκονδύλη, τον Giovanni Sagredo, για να ιστορήσει την οθωμανική περίοδο ώς το 1703. Μου φαίνεται ενδιαφέρον να επισημάνω και τούτο: την συσχέτιση του εγχειρήματος του Στάνου με την πολιτισμική ατμόσφαιρα των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών• βρίσκουμε στις αρχές του Ι8ου αι., έναν Μιχαήλ Στάνο να υπηρετεί ως γραμματικός στην αυλή του Constantin Brncoveanu^ υποθέτω πως ανήκει στον ίδιο κλάδο της οικογένειας. Επίσης, διασώζεται μία χειρόγραφη απόδοση της Βυζαντίδος, χρονολογημένη το 1765, προγενέστερη δηλαδή από την έκδοση της Βενετίας, στις συλογές της Βιβλιοθήκης της Ρουμανικής Ακαδημίας. Θα συμπληρωθεί καλύτερα η εικόνα, εάν προσθέσω πως δύο Έλληνες λόγιοι, μεταφραστές έργων σύγχρονης ιστορίας στην Βενετία, ο Αγάπιος Λοβέρδος και ο Σπυρίδων Παπαδόπουλος, μοιράστηκαν την εκδοτική επιμέλεια της Βυζαντίδας”.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.