Λολα να ενα… βιβλιο

Θυμάστε το «Αλφαβητάριο» του δημοτικού, εκείνο με τα δύο παιδιά ντυμένα τις ποδιές τους να διαβάζουν ένα βιβλίο κάτω από τη σκιά ενός δέντρου; Τον Μίμη, την Άννα, την Έλλη και τη Λόλα; Το είδα πρόσφατα σε ένα κατάστημα από αυτά τα μοντέρνα παλαιοπωλεία, με το εξώφυλλό του τυπωμένο πάνω σε ξύλινο ημερολόγιο, από αυτά που οι άριστοι επεξεργαστές του ξύλου τα κάνουν να φαίνονται παλιά… και το παλιό πουλάει… πουλάει ως ανάμνηση κάποιου που την κάνεις δική σου και είναι πολύτιμη επειδή ακριβώς ήταν κάποιου… Χιλιάδες παιδιά μπορεί να μεγάλωσαν μ΄ αυτό το αλφαβητάριο, ωστόσο ο καθένας μας το νιώθει δικό του, ακριβό κειμήλιο, πολύτιμο κτέρισμα, που το κουβαλά μαζί του όσα χρόνια κι αν περάσουν… Στη θέα του αναγνωστικού μου ανατυπωμένου σε ξύλο πάγωσα… Ούτε χαρά ούτε θλίψη… κι έφυγα… Όταν όμως κάτι σε κυνηγά δεν μπορείς να το αποφύγεις… Λίγες μέρες μετά ένας φίλος μου χάρισε το ξύλινο ημερολόγιο… δώρο… Δώρο το ΔΙΚΟ μου αλφαβητάριο; Πάντως το χάρηκα…

Η Λόλα των παιδικών μας χρόνων ξαναζεί, μέσα σε μια συγκεντρωτική έκδοση που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Σμυρνιωτάκη με τον τίτλο «Αναγνωστικά Δύο Αιώνων στο Δημοτικό Σχολείο, 150 χρόνια παιδευτικής πορείας», του σχολικού συμβούλου Τάσου Βολτή. Ολόκληρη η πορεία του εκπαιδευτικού μας συστήματος, από την πρώτη νομική κατοχύρωση της νεοελληνικής εκπαίδευσης στα 1830-1840, μετά την κατάργηση της αλληλοδιδακτικής, μέσα από τις διάφορες μεταρρυθμίσεις και τις παλινδρομήσεις από την καθαρεύουσα στη δημοτική και τούμπαλιν και έως την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1981-1984, το αναγνωστικό, η γλώσσα και η θεματολογία του πέρασε από χίλια μύρια κύματα για να φτάσει ποτισμένο γνώση και αναμνήσεις στα χέρια μας μέσα από την πολύτιμη αυτή έκδοση, αποσπάσματα της οποίας παρατίθενται στη συνέχεια.

«Κάθε εποχή έδινε στο αναγνωστικό το δικό της στίγμα. Μετά το 1850, τα πρώτα Αναγνωστικά βιβλία – υποτυπώδη στη μορφή – είναι το μόνο μέσον για την πρώτη επαφή του παιδιού με το γραπτό κείμενο. Σαν αφετηρία αυτής της προσπάθειας τοποθετείται το έτος 1832, όπου για μια περίοδο μέχρι το 1880 – χρονιά που καταργείται η αλληλοδιδακτική μέθοδος διδασκαλίας – τα Αναγνωστικά ελέγχονται από τη Βασιλική τυπογραφία και καθορίζεται με αυστηρότητα το περιεχόμενο, αφού ως προϋπόθεση τίθεται: «να μην εμπεριέχει διδασκαλίας ή γνώμας, επιβλαβείς δια την θρησκείαν ή την ηθικήν και πνευματικήν του ανθρώπου ανάπτυξιν και εκπαίδευσιν».

Το διάταγμα του 1856 «Περί διαγωνίσματος προς συγγραφήν προσφοροτέρων διδακτικών βιβλίων δια τα δημοτικά σχολεία» δε στάθηκε αποτελεσματικό μα ούτε και ικανό να ελέγχει τα ελεύθερα κυκλοφορούνται βιβλία μέχρι το 1875.

Μια συντονισμένη και σοβαρή προσπάθεια παρατηρείται το έτος 1874, που προέρχεται από το «Σύλλογο προς διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων» και μεριμνά για την έκδοση Αναγνωστικών βιβλίων του δημοτικού σχολείου.

Το 1880 γίνεται προσπάθεια ρύθμισης του θέματος και στα επόμενα δύο χρόνια με το νόμο Δ.Μ.Θ. το Υπουργείο Παιδείας, προκηρύσσει διαγωνισμό προς έκδοση διδακτικών βιβλίων με ισχύ μιας τετραετίας και με ένα μόνο Αναγνωστικό για κάθε τάξη.

Είναι η εποχή που η αλληλοδιδακτική αντικαθίσταται από τη συνδιδακτική μέθοδο διδασκαλίας, όπως προαναφέρθηκε.

Παρά την προσπάθεια με την προκήρυξη αυτή και τη συμμετοχή αρκετών συγγραφέων σχολικών βιβλίων που υποβάλλουν τα Αναγνωστικά τους, το μόνο βιβλίο που εγκρίνεται είναι το «Αλφαβητάριο και Αναγνωσματάριο» του Βλασίου Γ. Σκορδέλη.

Από την περίοδο αυτή ξεκινά μια καινοτομία. Αποφασίζει η επιτροπή και απαιτεί τα Αναγνωστικά βιβλία να περιέχουν αυτοτελή αναγνώσματα και ν’ αναφέρονται στις υποχρεώσεις των ανθρώπων προς το Θεό, τον πλησίον, τη φύση.

Η παιδική ηλικία στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα και στις δύο πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα είναι εγκλωβισμένη ανάμεσα στις θεσμικές και κοινωνικές αλλαγές που τις διαμορφώνουν οι καιροί και επηρεάζεται άμεσα από τις σαρωτικές, ανακατατάξεις της Βιομηχανικής επανάστασης στο Δυτικό κόσμο.

Το εκπαιδευτικό μας σύστημα στην περίοδο αυτή, ακολουθεί το ρυθμό μιας άτολμης προσπάθειας για προσαρμογή, αφού οι ραγδαίες αυτές εξελίξεις το βρίσκουν απροετοίμαστο και υποτονικό.

Τα πιο σημαντικά σημεία αναφοράς, είναι οι διατάξεις και τα σχολικά νομοθετήματα, που ψηφίζονται σ’ αυτή τη μεταβατική περίοδο.

Επικρατεί η αντίληψη, σε ό,τι αφορά την εκπαίδευση, πως το σχολείο αποτελεί τον πρωταρχικό άμα και βασικό παράγονται πορείας προς την αστική ανάπτυξη. Και τούτο θα φανεί λίγο αργότερα, με την προσπάθεια ανάπτυξης της τεχνικής παιδείας, ώστε η εκπαίδευση ν’ αποτελέσει μακροπρόθεσμα τον άξονα της οικονομικής αναβάθμισης.

Παρ’ όλα αυτά, η προσπάθεια που γίνεται να εφαρμοστούν οι σχεδιασμοί στην ελληνική εκπαιδευτική πραγματικότητα, δημιουργεί εμφανείς παλινδρομήσεις για πολλά χρόνια.

Σ’ αυτό το γεγονός παίζει ουσιαστικό ρόλο και η επιχειρούμενη αναβάθμιση των θεσμών της ελληνικής κοινωνίας μέσα από τις δεκαετίες που ακολουθούν.

Ο ξενόφερτος τρόπος οργάνωσης της δημοτικής εκπαίδευσης, δανεισμένος από το γαλλικό πρότυπο, και της μέσης εκπαίδευσης, που ακολουθεί το γερμανικό (βαυαρικό) σύστημα, απροσάρμοστος στις ελληνικές πολιτικοκοινωνικές συνθήκες που επικρατούν, είναι ανεφάρμοστος στην πράξη.

Την ίδια εποχή, μαζί με τις κοινωνικές ανακατατάξεις, παρατηρείται έντονη η τάση της αλλαγής και στη δομή της οικογένειας.

Η οικογένεια φαίνεται πλέον ν’ αλλάζει στην παραδοσιακή της μορφή.

Στη μέχρι τότε φυσική και απλοϊκή μορφή της, υπήρξε για τα παιδιά ανεξάντλητη και καθοριστική πηγή βιωμάτων και εμπειριών.

Ο απλό τρόπος ζωής μέσα από ένα καθημερινό φυσικό περιβάλλον σχέσεων και υποχρεώσεων των μελών μεταξύ τους, εγκαταλείπεται πλέον. Ο μετασχηματισμός χρονιά της μορφής της, συνοδεύεται από το διαδοχικό πέρασμα από την πατριαρχία στην συντροφικότητα.

Οι συνταχθείσες εκθέσεις αποδεικνύουν τη διανοητική πτώχεια και την καθολοκληρίαν απαιδευσία των διδασκόντων. Έτσι το Υπουργείο αποκτά μια πρόγευση από την εικόνα της αθλιότητας των εκπαιδευτικών πραγμάτων.

Από το βιβλίο «Ιστορία της Εκπαιδεύσεως» του ΟΕΣΒ σταχυολογούμε λίγες από τις εκθέσεις των επιθεωρητών, που αποδεικνύουν του λόγου το αληθές. «Εκθέσεις του Χαρ. Παπαμάρκου περί των σχολείων Κέρκυρας και των διδασκόντων».

Σχολείο Σινών: Ο Γ.Β. ως μοι είπον οι κάτοικοι, ήτο νωθρότατος, μέθυσος και κακής πίστεως άνθρωπος.

Σχολείων Επισκέψεως: Ο διδάσκων Γ.Π. συμβολαιογράφος ων, όλως τετραμμένος εις το έργον αυτού τούτο, ουδέποτε διδάσκει αυτός τους μαθητές εις το μισθώσας αναγωγόν τι και απαίδευτον παιδάριον και εγκαταστήσας αυτός εις αθλιότατον τούτο σχολείον, αυτός απέρχεται εις τα διαφόρους κώμας, όπως συντάττη συμβόλαια.

Σχολείον Αγίων Δούλων: Ο διδάσκαλος Χ.Π. είναι εκ των αρίστων διδασκάλων τιμών το διδασκαλικόν όνομα, εργαζόμενος μετ’ ενθουσιασμού και διδασκαλικής επιτηδειότητος και νοημοσύνης πολλής…

Και αφού εκθέσει πάμπολλες τέτοιες περιπτώσεις καταλήγει ο Παπαμάρκου».. Καθόλου ειπείν οι δημοδιδάσκαλοι είναι αμαθείς του έργου, όπως επαγγέλλονται. Οι δε επιστάμενοι τούτου, αδυνατώσι να πράξωσι ότι δύνανται ως εκ της ελεεινότητος των περί αυτούς σχολικών πραγμάτων» Ακόμη:

«Έκθεσις Π.Οικονόμου περί των σχολείων Λαρίσης και Αγυιάς».

« Από τους διδασκάλους λείπουν ου μόνον τα γράμματα, αλλά και πάσα καλαισθητική μόρφωσις. Ουδαμού είδον ίχνη φιλοκαλίας».

«Έκθεσις Ν.Καραβά περί των σχολείων Γυθείου και Οιτύλου».

«Ο διδάσκαλος του σχολείου Μηλέας εμφανίζεται εις το σχολείον ως κομήτης, μόνον τρις ή πεντάκις του μηνός…».

Δεν πρέπει να ξεχνάμε το γεγονός πως ο ελληνικός λαός επί αιώνες μορφώθηκε χωρίς σχολικά κτίρια, αφού ως σχολεία χρησίμευσαν οι νάρθηκες των εκκλησιών.

Και από εκείνο το μισόφωτο της θαμπής ανταύγειας του φιτιλιού της ακοίμητης καντήλας, κάτω από την καρτερική, θλιμμένη ματιά των αγίων, τα παιδιά πάθαιναν και ο παπαδάσκαλος δίδασκε από την «Οκτώηχον» και το «Ψαλτήριον» την αλφαβήτα.

Μα οι μαρτυρικοί εκείνοι χρόνοι κράτησαν άσβεστη τη φλόγα της ελπίδας και την ελληνική συνείδηση ακμαία. Το παιδικό άσμα δε μας φαίνεται σήμερα ακατανόητο, γιατί στους λίγους απλούς στίχους του κρύβει το μεγάλο νόημα της ελπίδας του γένους:

Φεγγαράκι μου λαμπρό

Φέγγε μου να περπατώ

Να πηγαίνω στο σχολείο

Να μαθαίνω γράμματα

Γράμματα σπουδάματα

Του Θεού τα πράματα

Το 1888 είναι έτος της γλωσσικής αναγέννησης. Εφημερίδες της εποχής αντιμάχονται με δημοσιεύματα και επιχειρήματα την καθαρεύουσα.

Με τη διαπίστωση ότι η καθαρεύουσα δεν είναι αυτή των υποθηκών του Κοραή, επιχειρείται στροφή και η διαμάχη περί το γλωσσικό ζήτημα κορυφώνεται με την εμφάνιση του Γ. Ψυχάρη και την έκδοση του πολύκροτου βιβλίου του, το «Ταξίδι μου».

Ο αγώνας για απλοποίηση της γλώσσας και επικράτηση της δημοτικής είναι σφοδρός.

Τρίζουν τα θεμέλια του παραδοσιακού αρχαϊστικού καθεστώτος, με άμεσες και ορατές επιπτώσεις και στα σχολικά προγράμματα και βιβλία.

Το 1821 έτος απαρχής και νέων περιπετειών για το Αναγνωστικό βιβλίο και τη γλώσσα

Στη δεκαετία του 1920 μέσα από συνεχείς ανακατατάξεις στον πολιτικό και κοινωνικό στίβο, τα γεγονότα τρέχουν με ρυθμούς ασύλληπτους.

Τριάντα και πλέον κυβερνήσεις διαδέχονται η μια την άλλη. Στον αγώνα δρόμου παρασύρουν και την εκπαίδευση, όπου παρατηρείται σειρά συνεχών μεταρρυθμίσεων, που έχει αρχίσει ως πρόταση πριν το 1900.

Έτσι, τα εκπαιδευτικά θέματα περνούν από κρίσιμη καμπή το 1920, παίρνουν μορφή νομοθετική το 1929 και με τα νομοσχέδια του Γ. Παπανδρέου από το 1930, για να ψηφισθούν και να ισχύσουν ως θεσμός, με μικρές μόνον αλλαγές, μέχρι το 1964. Η μεταρρύθμιση αυτή έχει διπλό σκοπό: Είναι Γλωσσική και Εκπαιδευτική.

Στη δεκαετία του 1960 επανανομοθετείται για να καταστρατηγηθεί και πάλι και να ξαναρχίσει, όπως αναφέρουμε σε άλλο μέρος, το 1974.

Κατά τις δεκαετίες αυτές των τελευταίων χρόνων, η δημοτική γλώσσα καθιερώνεται και πάλι στο δημοτικό σχολείο και μέχρι το 1976 καθορίζονται και οι τάξεις στις οποίες θα διδάσκεται, αλλά πάντα, όπως συνέβαινε, η έκταση που παίρνει η διδασκαλία της δημοτικής, διαφοροποιείται ανάλογα με τα εκάστοτε «Πιστεύω» και τους προσανατολισμούς των διαδοχικών κυβερνήσεων.

Εκείνο όμως που έχει ενδιαφέρον κατά τις περιόδους αυτές, είναι οι εισηγήσεις που προτάθηκαν από τα νομοθετικά σώματα: «Περί των σχολικών βιβλίων της δημοτικής εκπαιδεύσεως».

Επιστρέφοντας και επιχειρώντας και πάλι μιαν αναδρομή διαπιστώνουμε: Το 1926 καταλύεται η δικτατορία Πάγκαλου και τη διαδέχεται η όμοιά της του Κονδύλη. Νέες γλωσσικές περιπέτειες, νέος νόμος: «Περί διδακτικών βιβλίων».

Η δικτατορία Γ. Κονδύλη παραδίδει την αρχή σε Οικουμενική Κυβέρνηση, αλλά το νομοσχέδιο του Θ. Νικολούδη, υπέρμαχου της καθαρεύουσας, ψηφισθέν, προβλέπει για όλες τις τάξεις του δημοτικού σχολείου τη δημοτική, με την υποχρέωση να διδάσκεται στις τάξεις Ε΄ και ΣΤ΄ και η καθαρεύουσα 3-4 ώρες την εβδομάδα.

Τον Ιούνιο του 1931, ο τότε υπουργός παιδείας Γ. Παπανδρέου, εγκρίνει ως γλώσσα των Αναγνωστικών και άλλων διδακτικών βιβλίων του δημοτικού σχολείου τη δημοτική, επιτρέπει όμως και την «απλήν καθαρεύουσαν δια τας τάξεις Ε΄ και ΣΤ΄ εκτός των κυρίων αναγνωσμάτων, δια την άσκησιν των μαθητών προς κατανόησιν αυτής»

Στην πρώτη εφαρμογή του ψηφισθέντος νόμου, υποβάλλονται «προς κρίσιν» 745 νέα βιβλία.

Στη διάρκεια της εικοσαετίας αυτής και μετά τη μεταρρύθμιση του 1964, γίνεται επανέγκριση των Αναγνωστικών βιβλίων του 1954. Εδώ είναι φανερές οι πολλαπλές αλλαγές, μάλιστα στις μεγαλύτερες τάξεις, αφού και οι ομάδες των συγγραφέων διαφοροποιούνται και έχουμε μια πληθώρα ονομάτων, που αναγράφονται σε κάθε τυπωμένο βιβλίο κατά έκδοση για την ανάλογη σχολική τάξη.

Όμως, εκείνο που γίνεται φανερό, είναι μια προσπάθεια ν’ απαλλαγούν τα περιεχόμενα των βιβλίων της περιόδου αυτής από αναγνώσματα, όπου γίνεται καταφανέστατη η άμεση προπαγανδιστική τάση κατά των λαών εκείνων, που θεωρούνται από θέση αντίθετοι ιδεολογικά ή και εχθρικοί ακόμη. Τη θέση τους καταλαμβάνουν άλλα κείμενα, παλαιοτέρων εκδόσεων Αναγνωστικών.

Πρόκειται για μια παραλλαγή που θα μείνει με ισχύ για τρία περίπου χρόνια, αφού το 1967 επανέρχονται τα Αναγνωστικά του 1954 με το ίδιο περιεχόμενο της αρχικής τους μορφής.

Στην περίοδο των ανακατατάξεων μετά την επικράτηση του διδακτορικού καθεστώτος, η σύγχυση είναι καταφανής και στο χώρο της παιδείας.

Η έγκριση και εισαγωγή Αναγνωστικών βιβλίων στα σχολεία από την Κυβέρνηση των στρατιωτικών, παίρνει αρκετό χρόνο το 1972-73 εγκρίνονται και κυκλοφορούν τα νέα Αναγνωστικά των τριών πρώτων τάξεων. Για τις μεγαλύτερες τάξεις επανεγκρίνονται τα παλαιότερα του 1954.

Η ανατύπωση του ίδιου αναγνωστικού – ΣΤ΄ δημοτικού του 1973, φέρει στο εσώφυλλο – όπως όλα τα αναγνωστικά που τυπώθηκαν από τη στρατιωτική κυβέρνηση το σήμα της 21ης Απριλίου. Απ’ το βιβλίο έχουν αφαιρεθεί αρκετά αναγνώσματα από την παλαιότερη έκδοση και έχουν προστεθεί άλλα περισσότερα, ενδεικτικού περιεχομένου.

Το διήγημα: «Ανάστασις» του Α.Καρκαβίτσα έχει αντικατασταθεί από το αντίστοιχο: «Η Πασχαλιά της Λευτεριάς» του Χ.Χριστοβασίλη (στο Α΄ μέρος).

Έχουν προστεθεί πολλά αναγνώσματα εθνικού περιεχομένου και πολεμικών γεγονότων όπως: α «Ο λόγος του Κολοκοτρώνη στην Πνύκα» β) «Ιερουργός και στρατιώτης του χρέους» γ) «Η κατάληψι του Πόγραδετς» δ) «Στα υψώματα της Γραμπάλας» και ε) «Η Κρήτη» του Σ. Μυριβήλη.

Το ανάγνωσμα: «Το μικρό μας περιβόλι» του Γ.Δροσίνη, έχει αφαιρεθεί.

Το ίδιο συμβαίνει και στο Αναγνωστικό της Ε΄, όπου χαρακτηριστικά αναγνώσματα όπως το διήγημα του Α. Καρκαβίτσα: «Πάσχα στα πέλαγα», «Οι Κρητικοπούλες» του Γ. Καλαματιανού, «Επάνοδος στο πάτριον έδαφος» του Μ. Ροδά, τα «Χριστούγεννα των ορφανών» του Ν. Κοντόπουλου, «Ένας λαός και ένας βασιλιάς» του Π. Νιρβάνα, «Το γάλα του Κωστάκη» του Γ. Καλαματιανού κ.α. έχουν αντικατασταθεί από διαφορετικά, για ν’ απομακρυνθεί το παιδί από πιθανές σκέψεις ή ιδέες, που πιθανώς θα δημιουργηθούν ,όταν το ίδιο τους το περιεχόμενο οδηγεί σε παραλληλισμούς και συσχετισμούς που θα γίνουν από το παιδί.

Πέραν αυτών όλων, τα Αναγνωστικά αυτής της περιόδου περιέχουν πολλά θαυμάσια διηγήματα και ποιήματα, επιλεγμένα από τη συγγραφική πείρα δοκίμων συγγραφέων και άλλων πνευματικών ανθρώπων, κατάλληλα για το σκοπό που τίθεται στη σύνταξη ενός καλού Αναγνωστικού βιβλίου, στο μεγαλύτερο μέρος των κειμένων τους.

Είναι επηρεασμένα, όμως, από μια άμεση πολιτική προπαγάνδα και παρατηρείται σε πολλά από τα περιεχόμενά τους μια τάση αυταρχικής παιδαγωγικής πράγμα που εμποδίζει την καλλιέργεια της κριτικής ικανότητας και έκφρασης του μαθητή, απαραίτητη προϋπόθεση για την επιτυχία της πρόσκτητης ικανότητας μάθησης, μέσω του εξελίσσοντος διαλόγου.

Απουσιάζει από πολλά κείμενα το παιδί με τα χαρακτηριστικά της ζωντάνιας και της ενεργητικότητας, αφού πολλές φορές δημιουργείται η απατηλή εντύπωση πως καλό παιδί είναι εκείνο που δέχεται αδιαμαρτύρητα και με απόλυτη υπακοή και υποταγή τα όσα δογματικά προσφέρονται. Δείχνει σεμνότητα και είναι ολιγόλογο και μέσα από μια μορφή τυποποιημένη διαμορφώνει τη μαθησιακή του στάση αδιαμαρτύρητα.

Δεν είναι λίγοι αυτοί που θεώρησαν, κατά την εικοσαετία του 1954-74, το δημοτικό σχολείο ως το μέσον μετάδοσης των ιδεών που οδηγούν εκτός πραγματικότητας, επειδή απουσιάζουν από τα βιβλία οι ανθρωπιστικές αξίες που προσδιορίζουν την αστική κοσμοαντίληψη και δεν αναπαράγεται έτσι η καθημερινή πραγματικότητα.

Και το ερώτημα που τίθεται είναι:

Είναι ελλιπή λοιπόν τα Αναγνωστικά βιβλία αυτής της περιόδου;».

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.