Παρεμβολη…

Η μηνιαία έκδοση της ΔΑΠ-ΝΔΦΚ Κομοτηνής κυκλοφόρησε και για το μήνα Δεκέμβριο με πλούσια ύλη που άπτεται ποικίλων ενδιαφερόντων, επιστημονικού, επικαιρότητας, φοιτητικών θεμάτων, ρεπορτάζ και συναφών ζητημάτων ιδωμένων με χιούμορ. Η έκδοση φιλοδοξεί να αποδείξει ότι «ο νέος φοιτητής είναι σκεπτόμενος και αποδεσμευμένος από ιδεολογικές αγκυλώσεις και περιορισμούς. Με ζωηρό πνεύμα, σοβαρότητα αλλά και χιούμορ οι φοιτητές εκφράζονται και σχολιάζουν τα πάντα, αποδεικνύοντας ότι οι νέοι έχουν πολλά να πουν και δεν χαρίζονται σε κανέναν και για τίποτα», τονίζει ο υπεύθυνος οργάνωσης στο editorial σημείωμα του περιοδικού.

Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι και η συνέντευξη που παραχώρησε στο περιοδικό ο γνωστός Θανάσης Λάλας, την οποία και σας παρουσιάζουμε.

Α.Χ.

Θανάσης Λάλας,

«Συνομιλώ με τους ανθρώπους για να ανακαλύψω τον εαυτό μου»

Ο άνθρωπος που ευθύνεται για την επιτυχία του ΒΗΜagazino ως διευθυντής σύνταξης και ομορφαίνει τις Κυριακές μας με τις συνεντεύξεις του, μιλάει στην «Παρεμβολή»

-Πώς γίνεται μια καλή συνέντευξη;

Θ.Λ.:
Πρώτα θα πρέπει να πούμε τι είναι καλή συνέντευξη. Για μένα καλή συνέντευξη είναι ό,τι και η καλή λογοτεχνία, δηλαδή ένα κείμενο που μπορεί να στείλει αυτόν που το διαβάζει σε ένα άλλο επίπεδο, να τον κάνει να ταξιδέψει μαζί του, να του απαντήσει ερωτήματα και να τον βοηθήσει να ανακαλύψει πράγματα. Μια καλή συνέντευξη είναι ένας τρόπος από τη ρεαλιστική κουβέντα να περάσουν οι άνθρωποι στο φαντασιακό, εκεί όπου πολλά πράγματα επιτρέπονται ενώ στην πραγματικότητα δεν επιτρέπονται. Προϋπόθεση λοιπόν γι’ αυτήν την καλή συνέντευξη είναι να ακούει πραγματικά ο ένας τον άλλον. Η βάση δηλαδή μιας καλή συνέντευξης δεν είναι το τι λέμε αλλά το τι ακούμε, αφού οι ερωτήσεις κατοικούν πάντοτε στις απαντήσεις.

-Συνεπώς θα υποθέσουμε ότι ως παιδί θα προτιμούσατε να ακούτε παρά να μιλάτε…

Θ.Λ.:
Όχι, μου άρεσε εξίσου και να μιλώ. Αλλά για να μιλήσεις πρέπει να ακούσεις αν θέλεις να πετύχεις ένα επίπεδο συνομιλίας. Δεν υπάρχει συνομιλία χωρίς να ακούς τι λέει ο άλλος. Και αυτό είναι ένα σημείο όπου διαφοροποιείται η καλή συνομιλία από την πολιτική συνομιλία. Οι πολιτικοί συνήθως δεν ακούν ο ένας τον άλλο. «Κατεβαίνουν» στη συζήτηση με μια οργανωμένη άποψη του τι θέλουν να πουν. Έστω και αν στη διάρκεια της συνομιλίας υπάρξουν ανατροπές δεν τις λαμβάνουν υπόψη τους. Γι’ αυτό και στην πραγματικότητα η πολιτική συνομιλία δεν είναι καν συνομιλία, είναι απλώς ένα μανιφέστο θέσεων. Πιστεύω ότι θα είχε για το λόγο πολύ μεγαλύτερη σημασία να ξαναεφεύρουν οι πολιτικοί την έννοια της συνομιλίας.

-Σας είναι ευχάριστο να παίρνετε συνέντευξη από ένα ομιλητικό και «ανοιχτό» άτομο ή από κάποιον ο οποίος είναι επιφυλακτικός και χρειάζεται μεγαλύτερη προσπάθεια εκ μέρους για να σας ανοίξει την καρδιά του;

Θ.Λ.:
Κοιτάξτε. Εγώ δεν συνομιλώ με τους ανθρώπους για να μου ανοίξουν την καρδιά τους ή να τους ανακαλύψω. Συνομιλώ για να ανακαλύψω τον εαυτό μου. Αυτή είναι μια σοβαρή διαφορά μου από τους συναδέλφους μου που κάνουν συνεντεύξεις με την κλασική έννοια. Εγώ κάνω συνομιλίες μέσα από τις οποίες απαντώ σε ερωτήματα που με απασχολούν τα οποία και θέτω σ’ αυτόν που έχω απέναντί μου. Όπως και σε μια παρέα δεν μπορώ να συζητώ για πράγματα που δε με απασχολούν προς χάριν της κουβέντας, έτσι και στις συνεντεύξεις μου. Δε θα με ενδιέφερε, για παράδειγμα, να συναντήσω τον Κουστουρίτσα, τον Κουροσάβα ή τον Μπέργκμαν και να τους ρωτήσω πως κάνουν ταινίες. Σημασία έχει το πώς σκέπτονται. Και για να δω πως σκέπτονται πρέπει να θέσω δικούς μου προβληματισμούς για τους οποίους βλέπω αν μπορούν να πάρουν θέση και ποια είναι αυτή.

-Κάπως έτσι εξηγείται το γεγονός ότι κοινός τόπος στις συνεντεύξεις σας είναι οι ερωτήσεις φιλοσοφικού περιεχομένου…

Θ.Λ.:
Δεν είναι φιλοσοφικού περιεχομένου. Είναι λογοτεχνικού περιεχομένου. Με την έννοια ότι και η τέχνη αναπαράγει ένα επίπεδο ερωτημάτων που δεν έχουν να κάνουν απλώς με το καθημερινό, αλλά με την ανάμειξη του καθημερινού στο υπαρξιακό, δηλαδή σ’ αυτό που μας βασανίζει. Ερωτήματα που πηγάζουν από τη σύγκρουση των καθημερινών μας αναγκών με τις φοβίες μας. Ξέρετε, το κύριο χαρακτηριστικό της ζωή είναι η ανασφάλεια. Σήμερα μιλάμε και αύριο δεν θα υπάρχουμε… Αυτό δεν το αντέχει η ανθρώπινη ψυχή. Πρέπει, λοιπόν, να βρει πλατφόρμες πάνω στις οποίες θα πατάει. Κάπως έτσι, για παράδειγμα, δημιουργείται σε πολλούς ανθρώπους η διάθεση για υπέρμετρα αγαθά ή για παραγωγή τέχνης. Για να ξεχάσουν τη βιαιότητα της ανασφάλειας της ζωής.

-Πιστεύετε δηλαδή ότι σήμερα οι άνθρωποι δεν ζουν επιφανειακά τη ζωή τους, αλλά τη βλέπουν και σε ένα δεύτερο επίπεδο…

Θ.Λ.:
Η επιφάνεια και το βάθος συνυπάρχουν, είναι παντρεμένα. Κανένας δεν μπορεί να ζει επιφανειακά γιατί δεν μπορεί να υπάρχει επιφάνεια χωρίς βάθος και το αντίστροφο. Ένας άνθρωπος αποτελείται και απ’ τα δύο. Η επιφάνεια είναι ένα πάπλωμα που σκεπάζει ό,τι κατοικεί στο βάθος, στην ψυχή του ανθρώπου. Χωρίς το πάπλωμα αυτό οτιδήποτε στο βάθος είναι ευάλωτο. Και αυτά που πάνε στο βάθος είναι όσα στη ζωή μας δεν επιδέχονται απάντηση… Αν μείνουν χωρίς επιφάνεια τον αρρωσταίνουν τον άνθρωπο.

-Τα μεγάλα ερωτήματα της ζωής αλλά και τα προβλήματα της καθημερινότητας κατά τη γνώμη σας απαντώνται με συνθετική ή αναλυτική σκέψη;

Θ.Λ.:
Αυτό είναι λίγο δύσκολο να απαντηθεί. Και τα δύο παίζουν σημαντικό ρόλο. Αν δεν αναλύσεις ένα πρόβλημα πώς θα το συνθέσεις;

-Ας το διατυπώσω διαφορετικά: Η ζωή είναι απλή ή πολύπλοκη;

Θ.Λ.:
Η αποδοχή της πολυπλοκότητας είναι το πιο απλό πράγμα. Απλότητα και πολυπλοκότητα είναι συνδεδεμένες μεταξύ τους. Για παράδειγμα, στα μαθηματικά ένα θεώρημα το οποίο μας λύνει τα χέρια για τη λύση ενός προβλήματος αντιπροσωπεύει εδώ την απλότητα, όμως είναι η συνιστώσα και αποτέλεσμα μιας πολύπλοκης διαδικασίας απόδειξης. Πάντως είναι σπουδαία η δυνατότητα που έχουν ορισμένοι άνθρωποι αυτό το οποίο όλοι βλέπουν αδιεξοδικό αυτοί να το μετατρέπουν με το μυαλό τους σε μια απλή μορφή ερμηνείας των πραγμάτων, δηλαδή να μετασχηματίζουν πολύπλοκους προβληματισμούς σε ένα απλό ερώτημα.

-Ποιο είναι το φάρμακο που έχετε «εφεύρει» για να ξεπερνάτε τις αποτυχίες σας;

Θ.Λ.:
Η αποτυχία δεν ξεπερνιέται. Το ενδιαφέρον της έγκειται στο γεγονός ότι ενώ η επιτυχία κάποια στιγμή σβήνει, η αποτυχία σε ακολουθεί πάντοτε. Δεν υπάρχει λόγος να επιτύχεις, να νικήσεις αν δεν έχεις νιώσει τα αισθήματα της ήττας προηγουμένως. Αυτά που μας παιδεύουν είναι τα λάθη μας και τα ελαττώματά μας. Με τα πλεονεκτήματά μας δεν ασχολούμαστε συνήθως. Τα περιφρονούμε. Έτσι γίνεται και στη ζωή… Βλέπεις ότι οι άνθρωποι που αγαπάμε και μας αγαπάνε πολύ δύσκολα μας τραβάνε την προσοχή. Αυτό που μας απασχολεί είναι να κατακτήσουμε αυτούς που δεν έχουν καλή γνώμη για μας, τους μη δεδομένους. Αυτό είναι αντιφατικό, εξηγείται όμως από το γεγονός ότι με το μη δεδομένο μάχεσαι να ξεπεράσεις τον εαυτό σου. Με την ίδια λογική κανένας δεν μπορεί να είναι δημιουργικός μέσα σε ευνοϊκές συνθήκες. Η δημιουργία ευνοείται από τον πόνο και τη δυσκολία. Αν μπορείς να μπεις σ’ ένα γρήγορο αυτοκίνητο και να πας βόλτα στην παραλία δεν θα καθήσεις σπίτι να γράψεις ποίημα!

-Ποια είναι η άποψή σας για τη σημερινή νεολαία;

Θ.Λ.:
Τα πιο δημιουργικά στοιχεία μιας κοινωνία είναι οι άνθρωποι που δεν έχουν συντηρητικοποιηθεί ακόμη, με την έννοια ότι δεν έχουν κάνει επιλογή την άνεση. Αυτοί είναι οι νέοι συνήθως. Ξέρετε, η άνεση είναι η μεγαλύτερη νόσος αυτής της κοινωνίας. Οι άνθρωποι πρέπει να διψάνε όσο νερό και αν υπάρχει. Συνέχεια. Η ομορφιά της ζωής είναι ο θάνατος των βεβαιοτήτων.

-Πώς αντιμετωπίζετε το ενδεχόμενο της αποποινικοποίησης των ναρκωτικών;

Θ.Λ.:
Σήμερα νομίζω ότι υπάρχει μια παγκόσμια συνωμοσία γύρω από τα ναρκωτικά, καθώς είναι κλάδος εμπορίου πλέον. Υπάρχουν χώρες που ζουν από τα ναρκωτικά. Δεν είμαι ειδικός και δεν έχω ασχοληθεί με το ζήτημα. Απλώς νομίζω ότι είναι ένα κοινωνικό ζήτημα πολύ δύσκολο να λυθεί αφού πάντοτε θα υπάρχουν άνθρωποι που θα παίρνουν ναρκωτικά. Εγώ είχα φίλους που έχουν βασανιστεί και χαθεί από αυτό το πράγμα. Είναι ένα θέμα που πρέπει να το προσεγγίζουμε με αγάπη. Βεβαίως υπάρχουν εξίσου βλαβερά πράγματα όπως το τσιγάρο και όμως δεν απαγορεύονται. Για να μη μιλήσω για άλλα «ναρκωτικά», όπως αυτά που βλέπει κανείς στην τηλεόραση…

-Μπορεί ποτέ κανένας να παλέψει για κάτι, το οποίο γνωρίζει ότι είναι αντίθετο με το συμφέρον του;

Θ.Λ.:
Το να παλεύεις για κάποια πράγματα δεν είναι διανοητικό παιχνίδι. Ένας αγώνας πηγάζει από ανάγκες. Εγώ δεν μπορώ να βιώνω έναν αγροτικό αγώνα περισσότερο από ότι ένας αγρότης. Μπορεί λοιπόν κάποιος διανοητικώς ή και σε ένα πρώτο επίπεδο να υποστηρίξει κάτι το οποίο δε βιώνει αλά όχι να παλέψει γι’ αυτό. Αυτός ανήκει στην αριστοκρατία του αγώνα αλλά δεν είναι πραγματικό του μέρος.

-Πώς ορίζετε την αγάπη και τον έρωτα;

Θ.Λ.:
Μέχρι να γεννηθεί το παιδί μου αυτά τα δύο μπερδεύονταν πολύ συχνά μέσα μου. Τώρα αρχίζω να τα ξεχωρίζω κάπως. Η αγάπη λοιπόν έχει να κάνει με μια εξάρτηση των ονείρων σου από έναν άλλο άνθρωπο η οποία και δε σε νοιάζει που υπάρχει. Είναι περίεργο πράγματι το συναίσθημα να βλέπεις κάποιον άλλον να κινδυνεύει και να νιώθεις ότι κινδυνεύεις εσύ. Η αγάπη είναι συγγένεια. Ο έρωτας είναι το λαμπρό τυχαίο γεγονός της ζωής. Αυτό που δίνει μια λάμψη στη ζωή μας. Δε παύει όμως να είναι ένα πολύ εγωιστικό παιχνίδι. Ενώ η αγάπη έχει να κάνει με τον άλλο.

-Ποιος είναι ο πρώτος λόγος που σας έρχεται στο μυαλό σας για τον οποίο θέλετε να ανασαίνετε και αύριο το πρωί;

Θ.Λ.:
Κοιτάξτε. Εγώ δεν έχω κάποιον άλλο προορισμό στη ζωή μου παρά να σηκώνομαι το πρωί και να κάνω το μέγιστο σε ό,τι με ενδιαφέρει. Είμαι ένας άνθρωπος που έχω πάρει απόφαση ότι δεν θα υπάρχω σε λίγο. Λυπάμαι πολύ γι’ αυτό γιατί μ’ αρέσει αυτό που γίνεται εδώ, όμως δεν φοβάμαι καθόλου. Δεν έχω περιθώρια να φοβηθώ. Κάθε φορά λοιπόν προσπαθώ να δίνω το μέγιστο σε κάθε τι. Γενικώς είμαι φωλιά της περιέργειας. Ας πούμε απλά ότι ο λόγος για τον οποίο πρέπει να συνεχίσω να υπάρχω είναι ο λόγος για τον οποίο υπάρχω.

-Σας ευχαριστώ πολύ.

Θ.Λ.:
Να’ στε καλά. Εγώ σας ευχαριστώ.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.