H ποιηση στον κινηματογραφο
Όταν συστήνουμε το Γιώργο Σεφέρη ως σημαντικό ποιητή, από τους σημαντικότερους της γενιάς του τριάντα, εν μέρει τον αδικούμε.
Οι ορίζοντές του και το έργο του δεν επιτρέπουν την αυστηρή του κατάταξη.
Ο Σεφέρης υπήρξε άνθρωπος του πνεύματος, των τεχνών, όπως και της δράσης και δεν είναι καθόλου τυχαία ούτε άσχετη με την ευρύτητα της σκέψης του η σταδιοδρομία του ως διπλωμάτης.
Το Γιώργο Σεφέρη δεν μπορούσε να τον αφήσει αδιάφορο ο κινηματογράφος των ποιοτικών προδιαγραφών και αναζητήσεων. Όταν λοιπόν ο ποιητής Τ.Σ. Έλλιοτ μετέφερε το έργο του «Το φονικό στην εκκλησία», στον κινηματογράφο, σχολίασε το γεγονός και έγραψε κάποιες απόψεις. Το άγνωστο αυτό κείμενο, που σώθηκε σε μορφή χειρόγραφη και δαχτυλογραφημένη, ανέλαβαν με τη συγκατάθεση της συζύγου του Μαρώς Σεφέρη και με τον τίτλο «Η ποίηση στον κινηματογράφο», να το τυπώσουν οι εκδόσεις «Διάττων» το 1986.
«Η υπόθεσή του είναι πολύ απλή. Ο ίδιος ο Έλλιοτ την διατυπώνει με τ΄ ακόλουθα λόγια: «Ένας άνθρωπος γυρίζει στην πατρίδα του προβλέποντας πως θα τον σκοτώσουν και τον σκοτώνουν». Αυτό είναι όλο. Ο άνθρωπος αυτός είναι ο Αρχιεπίσκοπος της Καντερβουρίας Θωμάς Μπέκετ. Στενός φίλος και καγκελάριος, κάποτε, του Βασιλιά Ερρίκου του Β΄ της Αγγλίας, έρχεται σε σύγκρουση με το θρόνο υπερασπίζοντας την ανεξαρτησία της Εκκλησίας. Ύστερα από εφτά χρόνια θεληματική εξορία γυρίζει ανάμεσα στο ποίμνιό του. Λίγες εβδομάδες αργότερα τον σκοτώνουν τέσσερις ιππότες μπροστά στην Αγία Τράπεζα της Εκκλησιάς του, στα 1170, 29 Δεκεμβρίου».
«Οι πρωταγωνιστές του δράματος», συνεχίζει ο Σεφέρης, «είναι ο χορός και ο αρχιεπίσκοπος. Σ΄ αυτούς πρέπει να προστεθούν τέσσερα πρόσωπα που υποδύονται τους πειρασμούς και οι τέσσερις φονιάδες. Έτσι η δράση περιορίζεται στην κίνηση του χορού, στην πάλη της συνείδησης του Θωμά, και στην εκτέλεση του φόνου. Είναι φανερό πως ο κινηματογράφος βρέθηκε αρκετά στενόχωρα μέσα σ΄ ένα τόσο απλό υλικό, αφού ένιωσε την ανάγκη να προσθέσει, για καλό ή για κακό δεν ξέρω, έναν πρόλογο όπου παρασταίνεται το ιστορικό της διαμάχης του Βασιλιά και του Αρχιεπισκόπου».
«…(Ο χορός) είναι ένας χορός από χωριάτισσες απλές γυναίκες. Τον κατέχει ο φόβος κι έπειτα η φρίκη. Θα συλλογιζότανε κανείς πως ο ποιητής είχε υπ΄ όψη του όταν τον έγραφε, τα χορικά του Αγαμέμνονα και την υστερία της Κασσάνδρας. Αλλά ο φόβος των γυναικών αυτών είναι τυπικά μεσαιωνικός».
Στη συνέχεια ο Γιώργος Σεφέρης εκθέτει τις απόψεις του: «Το σημαντικό ζήτημα που θέτει η παραγωγή μιας τέτοιας ταινίας είναι αν ο κινηματογράφος μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την μετάδοση του ποιητικού λόγου. Η λύση ενός τέτοιου προβλήματος θα λογάριαζε πολύ για το ανέβασμα στον κινηματογράφο του κλασσικού ελληνικού θεάτρου, που έχει αρχίσει να απασχολεί, από την καλή του όψη, φίλους και της Ελλάδας και της ποίησης. Όλοι θα συμφωνήσουμε, ελπίζω, πως η κινηματογράφηση ενός κλασσικού δράματος που θα ήτανε να παραστήσει ένα αρχαίο περιστατικό μαζί με ορισμένες τουριστικές καλλονές χωρίς να μεταδώσει τον παλμό του λόγου, θα ήταν ένας πολύ άτυχος φενακισμός… Ως τώρα ο κινηματογράφος σήμαινε την παντοδυναμία της εικόνας, ως το αποκοίμισμα της συνείδησης του θεατή. Με το πείραμα της προβολής του «Φονικού στην Εκκλησία» γυρεύουμε να υποτάξουμε την κινούμενη εικόνα στον πνευματικότερο λόγο που ξέρουμε, τον ποιητικό λόγο. Αυτό θα έλεγα, ισοδυναμεί με μια προσπάθεια να σώσουμε τον κινηματογράφο, με μια προσπάθεια να καταπολεμήσουμε τις αποναρκωτικές συνέπειές του. Όμως αναρωτιέμαι μήπως σημαίνει και την αναίρεση του κινηματογράφου. Το κυνήγημα μιας χίμαιρας».
«Εκείνο που έχουμε να κάνουμε» – έλεγε σε μια πρόσφατη διάλεξή του (ο Έλλιοτ) – «είναι να φέρουμε την ποίηση στον κόσμο όπου ζει το ακροατήριο και όπου ξαναγυρίζει όταν αφήσει το θέατρο, όχι να μεταφέρουμε το ακροατήριο σε κάποιο κόσμο της φαντασίας, έναν κόσμο έξω από την πραγματικότητα όπου η ποίηση είναι υποφερτή. Εκείνο που ελπίζω πως μπορεί να κατορθώσει μια γενιά δραματουργών, που θα είχε επωφεληθεί από τη δική μας πείρα, είναι να κάνει το ακροατήριο, τη στιγμή που νιώθει πως ακούει την ποίηση, να πει στον εαυτό του: «Αλλά κι εγώ θα μπορούσα να μιλήσω έτσι». Τότε δε θα είμαστε πια μετατοπισμένοι σ΄ έναν τεχνητό κόσμο. Απεναντίας ο δικός μας κόσμος, ο ρυπαρός, ο θλιβερός, ο καθημερινός θα έχει ξαφνικά φωτιστεί και μεταμορφωθεί».
Γ. Συ.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
