Αποκατασταση με σεβασμο στην ιστορικοτητα του
Σημαντική επιτυχία σημείωσε η ημερίδα για την έρευνα και την προβολή της πολιτιστικής φυσιογνωμίας της Μαρώνειας που διοργανώθηκε σε ξενοδοχείο της περιοχής και τελούσε υπό την αιγίδα του υπουργείου πολιτισμού και της 19ης Εφορείας Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων Κομοτηνής.
Κατά την διάρκεια της ημερίδας που είχε ως θέμα της την πολιτιστική εξέλιξη της Μαρώνειας από την αρχαιότητα έως τα νεότερα χρόνια, παρουσιάστηκαν εισηγήσεις για τα αποτελέσματα της έρευνας και τις προοπτικές ανάδειξης και προβολής της πολιτιστικής φυσιογνωμίας της περιοχής ενώ στο πρόγραμμα περιλαμβάνονταν και περιήγηση των συμμετεχόντων στον αρχαιολογικό χώρο και τον παραδοσιακό οικισμό της Μαρώνειας.
Μιλώντας προς τους δημοσιογράφους ο αναπληρωτής καθηγητής του ΑΠΘ στο τμήμα Αρχιτεκτόνων κ. Γιώργος Καραδέδος, τόνισε ότι τα τελευταία δύο χρόνια έχει ξεκινήσει συνεργασία με την Εφορεία της Κομοτηνής που αφορά την μελέτη αποκατάστασης και αναστήλωσης του θεάτρου της Μαρώνειας.
«Ήδη η μελέτη έχει υποβληθεί στο Αρχαιολογικό Συμβούλιο και περιμένουμε την έγκρισή της. Το θέατρο είναι αρκετά κατεστραμμένο, όμως σώζονται πολλά στοιχεία τα οποία μας δίνουν τη δυνατότητα να αποκαταστήσουμε κάποιες φάσεις τις οποίες πέρασε, γιατί έχει περάσει διάφορες φάσεις», σημείωσε ο κ. Καραδέδος, αναγνωρίζοντας επίσημα πλέον την δυνατότητα της αποκατάστασης του αρχαίου θεάτρου της Μαρώνειας το οποίο μετά την Ελληνιστική περίοδο, στην διάρκεια της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας μετατράπηκε σε αρένα λειτουργώντας παράλληλα και ως θέατρο.
«Τα στοιχεία είναι αρκετά για να μπορέσουμε να προχωρήσουμε σε αποκατάσταση και η πρόταση την οποία έκανα σεβόμενος τις διεθνείς αρχές που ισχύουν για την αποκατάσταση των μνημείων έχει ως στόχο να δώσει τέτοιες λύσεις που να ικανοποιούν και τις ιστορικές αξίες του μνημείου αλλά και τις ουσιαστικές του αξίες», πρόσθεσε ο καθηγητής της αρχιτεκτονικής, ενώ δεν παρέλειψε να σημειώσει ότι «ένα ιστορικό μνημείο, έχει ιστορικές αξίες, είναι ένα έργο τέχνης το οποίο πρέπει να απολαμβάνουμε αισθητικά, αλλά παράλληλα έχει γράψει και μία ιστορία που είναι ακριβώς αυτές οι φάσεις τις οποίες πέρασε.
Πρότασή μας, είναι να δώσουμε τέτοιες λύσεις που να αποκατασταθούν μεγάλα κομμάτια όλων των φάσεων τα οποία να είναι κατανοητά από το μέσο επισκέπτη, δηλαδή να βελτιώσουμε την αισθητική του αλλά παράλληλα να υπάρχουν και οι τρεις φάσεις του μνημείου για να μην καταστρέψουμε την ιστορικότητά του», κατέληξε.
Από την πλευρά της η αρχαιολόγος της 19ης Εφορείας Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων κ. Χρύσα Καραδήμα, αναφερόμενη στο θέμα της εισήγησής της που αφορούσε τα αποτελέσματα της ανασκαφικής έρευνας την εικοσαετία 1981-2001, τόνισε ότι οι ανασκαφές στη Μαρώνεια ξεκίνησαν στα τέλη της δεκαετίας του 1960 από τον Ευάγγελο Πεντάζο, απέκτησε, όμως, συστηματικό χαρακτήρα η έρευνα, μόλις, το 1981 με την έναρξη ανασκαφής του θεάτρου το οποίο, όπως σημείωσε «είναι ένα πολύ σημαντικό μνημείο της Ελληνιστικής εποχής που έχει υποστεί μετασκευές και μετατράπηκε σε αρένα και χρησιμοποιήθηκε στα Ρωμαϊκά χρόνια μέχρι την παλαιοχριστιανική εποχή οπότε εγκαταλείφθηκε και λειτούργησε ο χώρος ως νεκροταφείο των βυζαντινών χρόνων.
Αν και το μνημείο δεν σώζεται σε πολύ καλή κατάσταση, αφού έχουν σωθεί μόνο τρεις σειρές καθισμάτων, ωστόσο είναι ένα από τα σημαντικότερα μνημεία της Μαρώνειας αλλά και της Θράκης γιατί δεν σώζεται ούτε το θέατρο των Αβδήρων, ούτε το θέατρο στο Ιερό των Μεγάλων Θεών της Σαμοθράκης», κατέληξε.
Ταυτόχρονα, χαρακτήρισε «πολύ σημαντική» την πρόταση που υποβλήθηκε από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο και από το Τμήμα Αρχιτεκτόνων με υπεύθυνο της πρότασης τον Αναπληρωτή Καθηγητή κ. Γιώργο Καραδέδο, η οποία από την στιγμή που θα υλοποιηθεί αναμένεται το αρχαίο θέατρο να γίνει πιο κατανοητό στον επισκέπτη της Μαρώνειας.
Όσον αφορά τα άλλα μνημεία της Μαρώνειας, η κ. Καραδήμα ανέφερε ως σημαντικά το υστερο-κλασσικό σπίτι με ψηφιδωτό δαπέδων στον Ανδρώνα, τα τείχη της πόλης της κλασσικής Μαρώνειας και της διπλανής Ακρόπολης του Αγίου Γεωργίου που ταυτίζεται με την Ρωμαϊκή Ίσμαρο, το Ρωμαϊκό πρόπυλο της εποχής του Αυτοκράτορα Αδριανού στο λιμάνι του Αγίου Χαραλάμπους αλλά και τις παλαιοχριστιανικές και μεσο-βυζαντινές αρχαιότητες του Αγίου Χαραλάμπους, όπως και μία από τις τελευταίες ανασκαφές που έφεραν στο φως το Ρωμαϊκό κτίριο δίπλα στο κτίριο του Πρόπυλου που πιθανώς συνδέεται με την Ρωμαϊκή Αγορά.
Είναι χαρακτηριστικό ότι στην εισήγησή του ο διευθυντής της 19ης Εφορείας Προϊστορικών και Κλασσικών αρχαιοτήτων κ. Διαμαντής Τριαντάφυλλος, επέλεξε να αναφερθεί στο κρίσιμο ζήτημα των απαλλοτριώσεων που έχει αναδειχτεί σε χρόνιο πρόβλημα που ξεκινά από το 1975-76.
Μέχρι σήμερα έχει απαλλοτριωθεί μόνο ένα πολύ μικρό μέρος των κτημάτων ενώ τα περισσότερα, κυρίως στον Άγιο Χαράλαμπο, δεν έχουν απαλλοτριωθεί ακόμη.
«Το πρόβλημα είναι ότι δεν υπάρχει έντονο ενδιαφέρον εκ μέρους της πολιτείας να διατεθούν χρήματα για να προχωρήσουν οι απαλλοτριώσεις. Μέχρι σήμερα έχουν ακυρωθεί δύο φορές γιατί δεν έγινε έγκυρη παρακατάθεση χρημάτων. Τώρα ξεκινάμε πάλι από την αρχή και ελπίζουμε ότι αυτή τη φορά θα δοθούν χρήματα που απαιτούνται ώστε να απελευθερωθεί ένα σημαντικό μέρος των εκτάσεων του αρχαιολογικού χώρου για να μπορέσουμε να προχωρήσουμε στις ανασκαφές», δήλωσε με έμφαση ο κ. Τριαντάφυλλος.
Παρόντες στις εργασίες της ημερίδας ήταν μεταξύ άλλων ο δήμαρχος Μαρώνειας, Αριστομένης Παπαναστασίου, η πρώην βουλευτής Χρύσα Μανωλιά, ο πρόεδρος του Νομαρχιακού Συμβουλίου Κώστας Πολυζωίδης και ο πρόεδρος του συλλόγου φίλων αρχαίου θεάτρου Μαρώνειας Θανάσης Γκαϊφύλιας.
Δάμων Δαμιανός
Διαμαντής Τριαντάφυλλος, αρχαιολόγος Διευθυντής της ΙΘ ΕΠΚΑ Κομοτηνής
Μαρώνεια: Προβλήματα και στόχοι της αρχαιολογικής έρευνας
Η Μαρώνεια ιδρύθηκε στην περιοχή του Ισμάρου, δίπλα στη θάλασσα, σε έναν τόπο μοναδικής φυσικής ομορφιάς, όπου βρισκόταν και η γνωστή από τα χρόνια του Ομήρου Ισμάρα. Το λαμπρό ιστορικό παρελθόν της αρχαίας πόλης και η σημασία που έχουν τα μνημεία της για την ανάπτυξη της περιοχής, επιβάλλουν τη συνεχή επαγρύπνηση όλων για τα μνημεία της για τη διάσωση και ανάδειξή τους. Οι αρχαιολόγοι της Εφορείας Αρχαιοτήτων Θράκης, πιστοί στο καθήκον που τους έχει αναθέσει η πολιτεία, φρόντισαν να διασώσουν σε μεγάλο βαθμό τον αρχαιολογικό χώρο από διάφορες καταστρεπτικές επεμβάσεις. Είναι γνωστό ότι υπήρξε αντίδραση εκ μέρους μας στην κατασκευή των λιμενικών έργων μεγάλης κλίμακας στον Άγιο Χαράλαμπο, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Καταφέραμε αντίθετα να ματαιώσουμε την κατασκευή του μεγάλου δρόμου Μαρώνειας – Μάκρης, η διάνοιξη του οποίου θα προκαλούσε ανεπανόρθωτη καταστροφή στο φυσικό ανάγλυφο του ιστορικού ισμαρικού τοπίου, όπως φάνηκε καθαρά από τη διάνοιξη του τμήματος μετά τον Ίσμαρο προς τα Πετρωτά. Ήδη έχει προγραμματιστεί η βελτίωση του υπάρχοντος δρόμου με σύμφωνη γνώμη της Εφορείας μας.
Η ανάπτυξη του αρχαιολογικού χώρου και των ακτών της Μαρώνειας, την οποία επιθυμούν τοπικοί φορείς και πολίτες, αλλά και η δική μας Υπηρεσία, δεν είναι δυνατόν να προχωρήσει, παρά μόνο εάν στηριχτεί στην αποκάλυψη, συντήρηση, μελέτη, ανάδειξη και προβολή των μνημείων και του φυσικού περιβάλλοντος. Κάθε άλλη ανάπτυξη που δεν θα σεβαστεί τις αρχαιότητες και την ιστορία του χώρου είναι καταδικασμένη να αποτύχει. Τα παραδείγματα αρχαιολογικών χώρων και μνημείων στην Ελλάδα και το εξωτερικό, που έγιναν μοχλοί οικονομικής ανάπτυξης των περιοχών τους είναι πολλά. Αντιπροσωπευτικά παραδείγματα είναι οι αρχαίες ελληνικές πόλεις στα παράλια της Τουρκίας και το Δίο και η Βεργίνα στην Ελλάδα .
Σοβαρό εμπόδιο για τη συνέχιση των ανασκαφικών ερευνών και την αποκάλυψη μεγάλων τμημάτων της αρχαίας πόλης είναι η χρονίζουσα κατάσταση των απαλλοτριώσεων. Τοπική αυτοδιοίκηση και πολιτεία έχουν την υποχρέωση να λύσουν το πρόβλημα και να αποδώσουν στην Αρχαιολογική Υπηρεσία προς έρευνα τις εκτάσεις του αρχαιολογικού χώρου.
Τα τελευταία χρόνια οι έρευνες στη Μαρώνεια συνεχίζονται με πιστώσεις των Περιφερειακών προγραμμάτων των τριών Κοινοτικών Πλαισίων Στήριξης. Ήδη με το τρέχον πρόγραμμα, το οποίο δεν είναι επιλέξιμες δαπάνες οι ανασκαφές, προβλέπεται η εκτέλεση διαφόρων εργασιών διαμόρφωσης, συντήρησης, στερέωσης και ανάδειξης των τειχών, του θεάτρου και της Ρωμαϊκής αγοράς της αρχαίας πόλης, καθώς επίσης των γειτονικών ακροπόλεων, του Αγίου Γεωργίου και του Κρεμαστού Εργάνης. Με τα έργα αυτά και με ειδική σήμανση διαδρομών θα καταστεί ευκολότερη η περιήγηση στα σημαντικότερα σημεία του αρχαιολογικού χώρου και όχι μόνο στο θέατρο, όπως γίνεται σήμερα, ενώ παράλληλα αναμένεται να αυξηθεί ο αριθμός των επισκεπτών. Η λειτουργία επίσης της Αρχαιολογικής Συλλογής στο αρχοντικό Ταβανιώτη, το οποίο έχει επισκευαστεί πρόσφατα, η αξιοποίηση του σπηλαίου της Μαρώνειας και η κατασκευή υπαίθριου χώρου πολιτιστικών εκδηλώσεων στο παλιό λατομείο του Ισμάρου, θα συμβάλουν από κοινού στην αύξηση των επισκεπτών και επομένως στην ανάπτυξη της περιοχή του Δήμου Μαρώνειας.
Χρύσα Καραδήμα, αρχαιολόγος της ΙΘ ΕΠΚΑ
Αρχαίο Θέατρο Μαρώνειας Ι981-2001:
Τα αποτελέσματα της ανασκαφικής έρευνας την τελευταία εικοσαετία
Το Θέατρο της Μαρώνειας, το οποίο ανασκάφτηκε συστηματικά στο διάστημα 1981—1988 και συμπληρωματικά το 1994 από τον αείμνηστο Έφορο Αρχαιοτήτων Ε. Πεντάζο, χρονολογείται στην ελληνιστική περίοδο, γνώρισε όμως αρκετές επεμβάσεις στη ρωμαϊκή εποχή, όπως άλλωστε συνέβη στα περισσότερα ελληνικά Θέατρα, για να εξυπηρετηθούν οι ανάγκες των παραστάσεων που συνδέονταν με τα ήθη της εποχής. Οι επεμβάσεις αυτές αφορούσαν κατά κύριο λόγο στο σκηνικό οικοδόμημα και στο προσκήνιο, στις παρόδους και στην ορχήστρα και λιγότερο στο κοίλο. Από το καλοκαίρι του 2000 ξεκίνησαν νέες ανασκαφικές εργασίες, οι οποίες εντάσσονται στο πρόγραμμα της ΙΘ΄ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων που εκπονήθηκε σε συνεργασία με το Τμήμα Αρχιτεκτόνων του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, για την αποκατάσταση-αναστήλωση και ανάδειξη του Θεάτρου, καθώς και τη συντήρηση-στερέωση του δομικού υλικού με χρηματοδότηση από το Γ ΚΠΣ. Στα πλαίσια του ίδιου Προγράμματος εκπονήθηκαν δύο ακόμη μελέτες: υδραυλική μελέτη για την προστασία του θεάτρου από πιθανές μελλοντικές πλημμύρες του ρέματος βορειοανατολικά του Θεάτρου, λόγω βροχοπτώσεων και μελέτη του λίθινου υλικού και των συνδετικών κονιαμάτων για να ερευνηθούν οι μέθοδοι στερέωσης και συντήρησής τους.
Κατά τις δύο τελευταίες ανασκαφικές περιόδους η έρευνα επικεντρώθηκε στη διερεύνηση του χώρου των παρόδων του Θεάτρου για τον εντοπισμό της Θεμελίωσης των αναλημματικών τοίχων του κοίλου και τη μελέτη της στρωματογραφίας. Ερευνήθηκε επιπλέον ο χώρος του ρωμαϊκού προσκηνίου και της σκηνής, με στόχο την ανίχνευση δαπέδων και λειψάνων του ελληνιστικού προσκηνίου. Ιδιαίτερη προσπάθεια καταβλήθηκε για τον πλήρη καθαρισμό και την επαναλειτουργία του κεντρικού αποχετευτικού αγωγού. Παράλληλα άρχισε η συστηματική καταγραφή του παλιού και νέου ανασκαφικού υλικού: ταξινόμηση, σχεδίαση και φωτογράφηση της κεραμικής, συντήρηση, ταύτιση και καταγραφή των νομισμάτων και των λοιπών κινητών ευρημάτων καθώς και λεπτομερής σχεδίαση και οργάνωση αρχείου καταγραφής των διάσπαρτων αρχιτεκτονικών μελών.
Γ. Καραδέδος, αν. καθηγητής Τμ. Αρχιτεκτόνων ΑΠΘ
Χ. Καραδήμα, αρχαιολόγος της ΙΘ ΕΠΚΑ
Ι. Βασιλειάδης, Σ. Γαλάνης, Δ. Ζυγομαλάς, Α. Καπανδρίτη, αρχιτέκτονες μηχανικοί
Αρχαίο Θέατρο Μαρώνειας:
Πρόταση αναστήλωσης – αποκατάστασης
Το αρχαίο Θέατρο ης Μαρώνειας βρίσκεται σήμερα σε ερειπιώδη κατάσταση. Σώζει όμως ικανά στοιχεία τα οποία μας επιτρέπουν να προχωρήσουμε τόσο στη μελέτη των οικοδομικών φάσεων και των κατασκευών του, όσο και στην αναστήλωσή του.
Η πρώτη φάση του Θεάτρου ανάγεται στην ελληνιστική εποχή. Η ορχήστρα ήταν στρωμένη με πατημένο χώμα. Ένα σοφά μελετημένο αποχετευτικό σύστημα απομάκρυνε τα όμβρια ύδατα από την ορχήστρα, με τη βοήθεια κτιστού αποχετευτικού αγωγού. Ο αγωγός καλυπτόταν με μεγάλες πλάκες, στο πίσω μέρος των οποίων εδράζονταν προεδρίες. Πίσω από τις προεδρίες υπήρχε τριβαθμιδωτή βάση και υψηλότερα ακολουθούσαν είκοσι βαθμίδες καθισμάτων, από τις οποίες σήμερα σώζονται μόνο τρεις. Από το κτίριο της σκηνής αυτής της φάσης σώζονται μόνο τμήμα τα μαρμάρινων ημικιόνων του προσκηνίου. Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι χαράξεις της ελληνιστικής φάσης, οι οποίες βρέθηκαν υλοποιημένες με αξιοθαύμαστη ακρίβεια μέσω χάραξης με αιχμηρό εργαλείο, επάνω στο μνημείο. Η χάραξη αυτή έγινε με τρία κέντρα συμφωνώντας αρκετά με τις αναφορές του Βιτρούβιου για τη χάραξη των ελληνικών θεάτρων.
Στη δεύτερη φάση που ανάγεται στη ρωμαϊκή εποχή, το Θέατρο μετατρέπεται σε αρένα. Κατασκευάζεται νέο κτίριο σκηνής με προσκήνιο, αφαιρούνται οι προεδρίες, καταστρέφονται δύο βαθμίδες ης τριβαθμιδωτής βάσης και υψώνονται τα καλύμματα του αποχετευτικού αγωγού για να σχηματίσουν το προστατευτικό στηθαίο της αρένας. Υψώνεται το δάπεδο ης ορχήστρας και τροποποιείται ο τρόπος αποχέτευσης των ομβρίων. Στο δυτικό πέρας του κοίλου το στηθαίο στρέφεται δυτικά προς την πάροδο, δημιουργώντας δίπλα στο κτίριο ης σκηνής την είσοδο των Θηρίων στην αρένα. Η ύπαρξη προσκηνίου στη φάση αυτή μαρτυρεί την παράλληλη λειτουργία του μνημείου ως Θέατρο και ως αρένα.
Στην τρίτη φάση το μνημείο λειτουργεί αποκλειστικά ως αρένα. Κατεδαφίζεται το προσκήνιο για να διευρυνθεί ο χώρος της αρένας και έχουμε νέα ανύψωση του δαπέδου της ορχήστρας. Καταργούνται τα ακραία κατά μήκος των παρόδων τμήματα του κοίλου και δημιουργούνται πρανή για την πρόσβαση των Θεατών προς τα καθίσματα του κοίλου.
Η ερειπιώδης κατάσταση του μνημείου, στη σημερινή μορφή του, σε συνδυασμό με τη συνύπαρξη των τριών φάσεών του, από τις οποίες η κάθε μία σώζει πολλά στοιχεία, όμως καμία δεν είναι ολοκληρωμένη, δημιουργεί προβλήματα στη λήψη αποφάσεων για την αποκατάστασή του. Η αποκατάσταση ενός μνημείου σύμφωνα με τις αρχές των Διεθνών Χαρτών θα πρέπει να αναδεικνύει τις αισθητικές αξίες του και να καθιστά τη μορφή του κατανοητή από το μέσο επισκέπτη, χωρίς όμως να θίγει τις ιστορικές αξίες του με την καταστροφή των μεταγενέστερων φάσεών του.
Από μία σειρά εναλλακτικών προτάσεων αποκατάστασης-αναστήλωσης επιλέχθηκε αυτή η οποία προτείνει την συνύπαρξη και των τριών φάσεων. Αποκαθίστανται μεγάλα τμήματα της πρώτης φάσης, η οποία είναι η σημαντικότερη, σε σημεία όπου η Β΄ και η Γ΄ φάσεις είναι ούτως ή άλλως πολύ κατεστραμμένες, και παράλληλα τονίζονται τα καλύτερα σωζόμενα τμήματα της κάθε φάσης. Έτσι, χωρίς να βλάπτεται η ιστορικότητά του, το μνημείο κερδίζει αισθητικά, τονίζεται ο διδακτικός χαρακτήρας του και αποκαθίστανται σε ικανοποιητικό βαθμό η πρόσβαση και οι επικοινωνίες, βελτιώνοντας σημαντικά τη λειτουργικότητά του.
Κέλλη Κουζέλη, Δρ. Χημικός, Κέντρο Λίθου του ΥΠΠΟ
Δομικά υλικά του αρχαίου Θεάτρου της Μαρώνειας:
φύση, προβλήματα και πρώτες προσπάθειες συντήρησης
Στα πλαίσια του προγράμματος για το αρχαίο Θέατρο της Μαρώνειας εκπονήθηκε μελέτη των λίθων που χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή του, καθώς και των κονιαμάτων της σκηνής του Θεάτρου, τα οποία αναλύθηκαν και συγκρίθηκαν μεταξύ τους με ενδιαφέροντα συμπεράσματα.
Για το αρχαίο θέατρο της Μαρώνειας οι κατασκευαστές χρησιμοποίησάν τρία είδη ασβεστολίθων προερχόμενα από την ευρύτερη περιοχή του μνημείου: έναν υπόλευκο ασβεστόλιθο που αποτελεί το κυρίως δομικό υλικό του θεάτρου, αδροκρυσταλλικό μάρμαρο και έναν κιτρινωπό ασβεστόλιθο που μακροσκοπικά μοιάζει με ψαμμίτη. Το κυρίως δομικό υλικό είναι ένας μικριτικός απολιθωματοφόρος ασβεστόλιθος με ελαφρά κιτρινωπή και κατά τόπους ερυθρωπή χροιά. Η κατάσταση διατήρησής του είναι σχετικά καλή. Σε λίγες περιπτώσεις παρατηρείται προχωρημένη αποδιοργάνωση του υλικού, που οφείλεται στην ευθεία δράση ρεόντων υδάτων σε συνδυασμό με παγετό. Στις επιφάνειες των μελών παρατηρείται βιολογική δραστηριότητα. Στην κατασκευή του θεάτρου χρησιμοποιήθηκε επίσης αδρόκοκκο ασβεστιτικό μάρμαρο. Η κατάσταση διατήρησης του αδροκρυσταλλικού μαρμάρου ποικίλλει και συχνά παρατηρείται έντονη αποδιοργάνωση της επιφάνειας γεγονός που επιβάλλει και ενεργητική συντήρηση. Στα πλαίσια της μελέτης αυτής εξετάζονται διάφοροι τρόποι στερέωσης και προστασίας του αδροκρυσταλλικού μαρμάρου με ανόργανες ύλες. Το τρίτο δομικό υλικό είναι ένας απολιθωματοφόρος ασβεστόλιθος που συναντάται σε πολύ περιορισμένη έκταση στο μνημείο. Μόνο λίγα μη ταυτισμένα μέλη είναι κατασκευασμένα από το υλικό αυτό και δεν διατηρούνται σε ιδιαίτερα καλή κατάσταση (οι επιφάνειες είναι εύθρυπτες με συνέπεια την απώλεια υλικού).
Τη μελέτη των δομικών υλικών του θεάτρου ακολούθησε σειρά εργαστηριακών δοκιμών για κονιάματα συγκόλλησης κατάλληλα για χρήση στα παραπάνω υλικά και ανθεκτικά στους παράγοντες φθοράς, στους οποίους αυτά είναι εκτεθειμένα. Τέλος η εξέταση κονιαμάτων από διάφορες θέσεις της σκηνής παρείχε πληροφορίες για τη φύση του συνδετικού υλικού και των αδρανών, το λόγο συνδετικού προς αδρανές και την κοκκομετρία των αδρανών καθιστώντας εφικτή την ανασύστασή τους.
Λουΐζα Δ. Λουκοπούλου, Σελήνη Η. Ψωμά, ερευνήτριες του Κέντρου Ελληνικής και Ρωμαϊκής Αρχαιότητας του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών
Munera gladiatoria: μονομάχοι στη Μαρώνεια των ρωμαϊκών χρόνων
Η μετασκευή του ελληνιστικού Θεάτρου της Μαρώνειας με την προσθήκη στην περίμετρο της ορχήστρας υψηλού μαρμάρινου θωρακείου για την προστασία των Θεατών πραγματοποιήθηκε με σκοπό να φιλοξενήσουν αγώνες μονομάχων και θηριομαχίες. Το ετρουσκικής καταγωγής ταφικό έθιμο της τελέσεως αγώνων μονομάχων υιοθετήθηκε από τους Ρωμαίους, έγινε ιδιαίτερα δημοφιλές θέαμα από την εποχή του Ιουλίου Καίσαρος και απετέλεσε μέσο πολιτικού προσεταιρισμού του πλήθους από τους αυτοκράτορες. Στην ελληνική Ανατολή, οι αγώνες αυτοί που συνδέθηκαν με την αυτοκρατορική λατρεία, γνώρισαν μεγάλη διάδοση. Οι μονομαχίες καταργήθηκαν στο Ανατολικό Ρωμαϊκό κράτος το 325 μ.Χ. από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο.
Στην παρούσα ανακοίνωση συνοψίζονται η ιστορία του Θεσμού, η οργάνωση των αγώνων και τα σχετικά με τη διεξαγωγή τους Επίσης παρουσιάζεται μία σειρά από ενεπίγραφα μνημεία που σχετίζονται με μονομάχους και προέρχονται από την περιοχή μεταξύ Νέστου και Έβρου.
Ηλέκτρα Αναγνωστοπούλου-Χατζηπολυχρόνη, αρχαιολόγος της ΙΣΤ΄ ΕΠΚΑ Θεσσαλονίκης
Αρχαιολογικά ευρήματα από την πόλη των ελληνιστικών χρόνων
Οι ανασκαφές στο χώρο ΝΔ του αρχαίου θεάτρου, που ξεκίνησαν το 1971 από τον Ε. Πεντάζο και συνεχίστηκαν τα επόμενα χρόνια, έφεραν στο φως Τμήματα από τέσσερα σημαντικά κτίρια του 4ου αι. π.Χ το ένα από τα οποία ταυτίστηκε με το ναό του Θεού Διονύσου.
Τη σπουδαιότητα των κτιρίων αυτών σηματοδοτούσε και το εντυπωσιακό ανάλημμα της ίδιας εποχής που συγκρατούσε το άνδηρο όπου είχαν χτιστεί.
Αν και η καταστροφή που έχουν υποστεί είναι πολύ μεγάλη, τόσο τ’ αρχιτεκτονικά όσο και τα υπόλοιπα ευρήματα, μας προσφέρουν σημαντικές πληροφορίες για την οικιστική οργάνωση αλλά και για την κοινωνική και θρησκευτική ζωή της πόλης.
Η ξαφνική καταστροφή κι εγκατάλειψή τους στις αρχές του 2ου αι. π.Χ. μας παραπέμπει στην πολυτάραχη ιστορία της πόλης αυτής της εποχής.
Γιώργος Καραδέδος, αν. καθηγητής Τμ. Αρχιτεκτόνων ΑΠΘ
Υστεροκλασική κατοικία στη Μαρώνεια
Η ανασκαφή της υστεροκλασικής κατοικίας στη θέση Παλαιοπηγάδα άρχισε το 1973 από τον τότε Έφορο Αρχαιοτήτων κ. Ε. Πεντάζο. Συνεχίστηκε από το 1978 έως το 1985 με συμμετοχή της τότε Έδρας Ιστορίας Αρχιτεκτονικής του Α.Π.Θ.
Πρόκειται για ένα μεγάλο διώροφο πλούσιο αστικό σπίτι, το οποίο καλύπτει έκταση περίπου 640 m2. Παρά την κακή κατάσταση διατήρησής του, σώθηκαν στοιχεία ικανά να μας δώσουν πολύτιμες πληροφορίες τόσο για την οργάνωση των χώρων του, όσο και για τις επιμελημένες κατασκευές του.
Οι χώροι του οργανώνονται γύρω από δύο αυλές, συμφωνώντας αρκετά με την περιγραφή που δίνει ο Βιτρούβιος για το ελληνικό σπίτι και σχηματίζουν δύο ομάδες:
Α) Τον ανδρωνίτη, όπου ο οικοδεσπότης υποδεχόταν τους ξένους. Αποτελείται από τον ανδρώνα, τον πιο επιμελημένο χώρο του σπιτιού με ωραίο ψηφιδωτό δάπεδο, τον πιθεώνα και ένα αίθριο με περιστύλιο.
Β) Τον γυναικωνίτη, περιοχή διημέρευσης της οικογένειας, που αποτελείται από τον οίκο με την εστία, το λουτρό, το οπτανείο, το θησαυροφυλάκειο, τα υπνοδωμάτια στον όροφο, την αυλή και τους χώρου των δούλων και των ζωντανών.
Οι κύριοι χώροι του σπιτιού είναι στραμμένοι προς το νότο για να έχουν καλές συνθήκες ηλιασμού, αερισμού και θέας προς τη θάλασσα, ενώ οι βοηθητικοί χώροι στρέφονται προς το βορά. Μια τέτοια διάταξη σπιτιού που ξεχωρίζει ιδιωτικούς από δημόσιους χώρους, ύπνο από διημέρευση, άνδρες από γυναικόπαιδα, ελεύθερους από δούλους και ζώα, εκφράζει έμμεσα την κοινωνική δομή και τον τρόπο ζωής της υστεροκλασικής εποχής, όπως αυτή μας δίνεται από τις γραπτές πηγές και κυρίως από τον Αριστοτέλη στα Οικονομικά.
Χαρακτηριστικό της κατοικία της Μαρώνειας είναι οι επιμελημένες κατασκευές και η μεγάλη ακρίβεια στην χάραξη της. Εκτός από το περίτεχνο ψηφιδωτό δάπεδο του ανδρώνα αίσθηση πολυτέλειας δημιουργούσαν οι απομιμήσεις ορθομαρμαρώσεων στους τοίχους με πολύ καλής ποιότητας τραβηχτά επιχρίσματα και οι ωραίοι χρωματισμοί, οι οποίοι έφεραν επάλειψη με κερί για να τονίζεται το χρώμα.
Για το σχεδιασμό του σπιτιού είναι βέβαιο ότι χρησιμοποιήθηκε κάναβος (modulus), ο οποίος οδήγησε σε τυποποιήσεις, όπως το πάχος των τοίχων, η θέση και το πλάτος των ανοιγμάτων, των κύριων και βοηθητικών χώρων, η θέση της εστίας του οίκου κ.α. Επίσης διαπιστώθηκε η εφαρμογή και άλλων μετρικών σχέσεων, όπως η αναλογία 2:3 που αναφέρει ο Βιτρούβιος στη σχέση μήκους προς πλάτος διαφόρων χώρων. Έτσι μπορούμε να οδηγηθούμε στο συμπέρασμα ότι στο υστεροκλασικό σπίτι της Μαρώνειας υπάρχει η ιδέα ενός ελεύθερου ζωντανού σχεδιασμού, που βασικό χαρακτηριστικό του είναι η λογική και η λειτουργικότητα.
Σούλα Τσόκα, αρχαιολόγος, Αρχαιολογική Συλλογή Μαρώνειας
Ελληνιστική κεραμική από την Μαρώνεια. Τα πήλινα αγγεία και η χρήση τους στην καθημερινή ζωή των αρχαίων Μαρωνιτών.
Η ανασκαφική δραστηριότητα στην αρχαία πόλη της Μαρώνειας την τελευταία δεκαετία έχει φέρει στο φως, εκτός των άλλων ευρημάτων, και μια σημαντική ποσότητα κεραμικής που χρονολογικά κυμαίνεται από τα τέλη του 4ου έως τα μέσα του 2ου αι. π.Χ.
Τα πήλινα αγγεία εξαιτίας του υλικού (άργιλος-νερό) και του τρόπου κατασκευής τους (ψήσιμο σε κλίβανο) είναι περισσότερο ανθεκτικά στις φθορές του χρόνου, αν και συχνά φθάνουν σ’ εμάς με την μορφή αποσπασματικά σωζόμενων οστράκων.
Μέσα απ’ αυτό το σύνολο μπορεί κανείς ωστόσο να διακρίνει ομάδες πήλινων αντικειμένων που έχουν άμεση σχέση με τη θρησκεία (ειδώλια), τις ταφικές συνήθειες (λυχνάρια — μυροδοχεία), τις εμπορικές ανταλλαγές (αμφορείς), αλλά και την καθημερινή ζωή των αρχαίων Μαρωνιτών.
Αγγεία αποθηκευτικά, μεταφοράς προϊόντων, σκεύη που ήταν απαραίτητα για την προετοιμασία του φαγητού, αλλά και εκείνα που ονομάζουμε επιτραπέζια, επείσακτα ή φτιαγμένα από ντόπιους τεχνίτες, συναρμολογημένα κομμάτι – κομμάτι, αποκτούν υπόσταση και συνθέτουν με τη δική τους «γλώσσα» την καθημερινότητα των ανθρώπων της Ελληνιστικής Μαρώνειας.
Νικολίτσα Κοκκοτάκη, αρχαιολόγος της ΙΘ΄ ΕΠΚΑ
Η ρωμαϊκή Μαρώνεια. Έρευνα και ανάδειξη.
Οι σχέσεις της Μαρώνειας, της ακμαίας χιώτικης αποικίας στην αιγαιακή Θράκη, με την κοσμοκράτειρα Ρώμη μαρτυριούνται ήδη από τις αρχές του δεύτερου προχριστιανικού αιώνα, όταν οι Μαρωνίτες ζήτησαν την επέμβασή της για να ελευθερωθούν από την κατοχή του Αντιόχου Β΄ της Συρίας. Στη συνέχεια μετά τη μάχη της Πύδνας (168 π.Χ.) και την οριστική κατάκτηση του μακεδονικού κράτους από τους Ρωμαίους, η Μαρώνεια κηρύσσεται αυτόνομη πόλη, γνωρίζει περίοδο μακράς ειρήνης και εξελίσσεται σε μεγάλη εμπορική και οικονομική δύναμη, ενώ στο λιμάνι της καταλήγουν οι χερσαίοι εμπορικοί δρόμοι από τη βορειοθρακική ενδοχώρα.
Τα απομεινάρια αυτής της πόλης που ανιχνεύονται με την αρχαιολογική έρευνα, μαρτυρούν ζωή και δραστηριότητες σε πολλά σημεία της αρχαίας πόλης, κύρια όμως κοντά στο λιμάνι. Εδώ έχει αποκαλυφθεί από χρόνια μνημειακό πρόπυλο με τρία τοξωτά ανοίγματα, έργο του αυτοκράτορα Αδριανού, που οδηγούσε πιθανότατα στην Αγορά. Με την ανασκαφή των τελευταίων ετών στα νοτιοανατολικά του προπύλου ήρθε στο φως τμήμα μεγάλου συγκροτήματος των αρχών του 3ου αι. μ.Χ. Μέχρι τώρα έχουν ανασκαφεί δύο επιμήκη κτίρια δημόσιου χαρακτήρα με ανωδομή, υπόγειο τμήμα και πεσσοστοιχία στο μέσο που έχουν σχέση με την εμπορική δραστηριότητα του λιμανιού ή εντάσσονται στο κτιριακό συγκρότημα ης Αγοράς.
Σημαντική είναι η αποκάλυψη τμήματος λιθόστρωτου με μεγάλες μαρμάρινες πλάκες και υπόγειο αποχετευτικό αγωγό του οποίου η Θέση ενισχύει την άποψη ότι πρόκειται για δρόμο που οδηγούσε από το πρόπυλο στην Αγορά.
Με την ολοκλήρωση της έρευνας, την αποκάλυψη της Αγοράς και την ενοποίηση όλων των ανασκαμμένων τμημάτων Θα δημιουργηθεί μία σημαντική επισκέψιμη νησίδα στο μεγάλο αρχαιολογικό χώρο ης Μαρώνειας και Θα δοθεί μία αρκετά σαφής εικόνα της οργάνωσης της πόλης την εποχή της ρωμαιοκρατίας.
Σοφία Δουκατά – Δεμερτζή, αρχαιολόγος της 12ης ΕΒΑ Καβάλας
Η φυσιογνωμία της Μαρώνειας τη Βυζαντινή και Μεταβυζαντινή εποχή
Η Μαρώνεια βρίσκεται στη βόρεια αιγαιακή παραλία, περιοχή που παρουσιάζει έντονη πολυμορφία στοιχείων από την άποψη του ανθρωπογενούς ιστορικού – πολιτιστικού και αυτή του φυσικού περιβάλλοντος. Καταρχήν η σημασία της πόλης έγκειται στο γεγονός ότι η έρευνά της καλείται να απαντήσει σε ερωτήματα που αφορούν το τέλος του αρχαίου και την εμφάνιση του μεσαιωνικού κόσμου. Η Μαρώνεια, με αδιάλειπτη και ανθηρή ζωή κατά την αρχαιότητα, παραμένει στην ίδια θέση και ακμάζει την παλαιοχριστιανική περίοδο. Κατορθώνει να διατηρήσει τον πληθυσμό της και να επιβιώσει στους σκοτεινούς λεγόμενους, 7ο και 8ο αιώνες, και ακολουθεί το γενικό κλίμα αναβάθμισης των αστικών κέντρων την εποχή της Μακεδονικής δυναστείας. Τα αρχαιολογικά ευρήματα αποκαλύπτουν μια πόλη με πολυπρόσωπη δραστηριότητα την παλαιοχριστιανική και βυζαντινή περίοδο: Οχυρωμένη πόλη (Κάστρο) στο δρόμο προς την Κωνσταντινούπολη με επικοινωνίες και εμπόριο, έδρα τοπικού αξιωματούχου, έδρα επισκόπου με παρουσία στους επισκοπικούς καταλόγους, ήδη από τις αρχές του 4ου αιώνα αλλά και κέντρο περιοχής, όπου η γεωργία, κυρίως η αμπελοκαλλιέργεια, η αλιεία και η οικοτεχνία αναπτύσσονται εντατικά.
Δεύτερον η αρχαιολογική και ιστορική έρευνα της περιοχής στοχεύει ιδιαίτερα στην επίλυση του προβλήματα της μετάβαση της Μαρώνειας από τη μεσοβυζαντινή στην υστεροβυζαντινή περίοδο. Τα κινητά και ακίνητα αρχαιολογικά ευρήματα από τις ανασκαφές στον Άγιο Χαράλαμπο και την Παληόχωρα δεν πιστοποιούν συνέχεια της ζωής της πόλης μετά την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης (1261). Συνακόλουθα παραμένει άγνωστη και η χρονική στιγμή που οι κάτοικοι της Μαρώνειας εγκατέλειψαν την παραλία του Άγιου Χαράλαμπου και της Παληόχωρας και μετακινήθηκαν, λόγω των πειρατικών επιδρομών, λίγα χιλιόμετρα βορειότερα, εκεί που βρίσκεται το σημερινό χωριό. Με έρεισμα τα ιστορικά γεγονότα, τις εκκλησιαστικές κ.α. πηγές, την οθωμανική ιστοριογραφία και ορισμένα αρχαιολογικά ευρήματα διαφωτίζονται οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε η αλλαγή οικιστικού χώρου και αποκαθιστάται εν μέρει η εικόνα της πόλης τη μεταβυζαντινή περίοδο.
Τα νεώτερα χρόνια η ακμή της Μαρώνειας αρχίζει από τα μέσα του 18ου αιώνα. Η οικονομική άνοδο του πληθυσμού εκδηλώνεται με την ανέγερση αστικών οικιών, τυπικών της παραδοσιακής λεγόμενης αρχιτεκτονικής, σχολείων και εκκλησιών, με την οργάνωση «ισναφίων» και με το πλήθος των αφιερωμάτων των Μαρωνειτών.
Στέλλα Βασιλειάδου, αρχαιολόγος 9ης ΕΒΑ Θεσσαλονίκης
Μαρμάρινα ευρήματα από τη Σύναξη της Μαρώνειας
Ο ερειπιώνας στη Σύναξη της Μαρώνειας εντοπίστηκε για πρώτη φορά στα 1937 από τον καθηγητή Γ. Μπακαλάκη. Ωστόσο η ανασκαφή του χώρου άρχισε στα 1985, περίπου μισό αιώνα αργότερα, υπό τη διεύθυνση του καθ. Χ. Μπακιρτζή, Εφόρου Αρχαιοτήτων, και πραγματοποιήθηκε σε τέσσερις ανασκαφικές περιόδους, 1985, 1986, 1987 και 1990, ενώ συμπληρωματική έρευνα διενεργήθηκε το 1994. Οι εργασίες οδήγησαν στην αποκάλυψη μεγάλης παλαιοχριστιανικής βασιλικής (5ος αιώνας) και μεσοβυζαντινού μοναστηριού, που κτίστηκαν διαδοχικά στη θέση παλαιότερου κτιριακού συγκροτήματος ρωμαϊκών χρόνων.
Θέμα της παρούσας ανακοίνωσης είναι η παρουσίαση κάποιων από τα μαρμάρινα μέλη που βρίσκονται στη Σύναξη και, είτε ήταν διάσπαρτα στο χώρο πριν από την έναρξη των ανασκαφικών εργασιών, είτε αποκαλύφθηκαν κατά τη διάρκειά τους. Πρόκειται για αρχιτεκτονικά γλυπτά από το λειτουργικό εξοπλισμό της βασιλικής, καθώς και από το τέμπλο του καθολικού της βυζαντινής μονής.
Τα γλυπτά που σχετίζονται με τη βασιλική διατηρούνται σε κακή κατάσταση, καθώς χρησιμοποιήθηκαν κυρίως ως οικοδομικό υλικό στη μεσοβυζαντινή μονή. Δεν παρουσιάζουν ενότητα ως προς την εκτέλεσή τους, συνεπώς δεν κατασκευάστηκαν ειδικά γι’ αυτήν. Κάποια είναι αρχαία σπόλια ρωμαϊκών κτιρίων ενώ τα υπόλοιπα πιθανότατα ήταν διαθέσιμα σε αποθήκες εργαστηρίων και αποτελούσαν προϊόντα μαζικής παραγωγής που προορίζονταν να εξυπηρετήσουν τις αυξημένες ανάγκες, αποτέλεσμα της έντονης οικοδομικής δραστηριότητας της εποχής, γι’ αυτό και παρουσιάζουν κάποιες αποκλίσεις στη χρονολόγησή τους. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν γλυπτά όπως βάσεις, τμήματα κιόνων, θωράκια, ιωνικά κιονόκρανα, ιωνικά κιονόκρανα με συμφυές επίθημα κ.α. που κοσμούνται απλά με ένα σταυρό και δεν εμφανίζουν κάποια ιδιαιτερότητα στο διάκοσμό τους. Τα μέλη που με βεβαιότητα κατασκευάστηκαν ειδικά για το μνημείο είναι τα θυρώματα (σταθμοί θυρωμάτων και γείσα) τα οποία προφανώς αποτελούν έργα του ίδιου εργαστηρίου κα χρονολογούνται στα τέλη του 5ου – αρχές 6ου αιώνα, εποχή ανέγερσης της βασιλικής.
Παρουσιάζονται επίσης τα σωζόμενα μέλη από το τέμπλο του καθολικού της μεσοβυζαντινής μονής και επιχειρείται η σχεδιαστική αναπαράστασή του, που στηρίχθηκε στα ανασκαφικά ευρήματα (βατήρας τέμπλου, θωράκια, τμήμα επιστυλίου) και σε συγκρίσεις με άλλα παρόμοια τέμπλα. Τα γλυπτά αυτά θα πρέπει να χρονολογηθούν στα τέλη του 10ου με αρχές του 11ου αιώνα.
Θίγεται τέλος το ζήτημα της διαδοχικής χρήσης των μαρμάρων στη Σύναξη από την ύστερη αρχαιότητα έως και τους νεότερους χρόνους.
Δημήτρης Μάτσας, αρχαιολόγος ΙΘ΄ΕΠΚΑ
Παύλος Καλογερίδης, αρχιτέκτονας μηχανικός
Αποκατάσταση και επανάχρηση παραδοσιακού αρχοντικού στη Μαρώνεια
Ο παραδοσιακός οικισμός της Μαρώνειας υπήρξε δημιούργημα της οικονομικής ανάπτυξης κυρίως του πρώτου μισού του 19ου αιώνα, όταν μετατράπηκε σε «κώμην κομψήν κατά τας οικοδομάς, εσχάτως, ανανεωθείσας και ολονέν κομψευομένας», όπως γράφει το 1871 ο γιατρός Μ. Μελίρρυτος. Από το σημαντικό αυτό οικιστικό σύνολο διατηρούνται σήμερα πολύ λίγα στοιχεία που κι αυτά ακολουθούν με γοργούς ρυθμούς μια πορεία πλήρους εξαφάνισης. Μέσα σ’ αυτό το σκηνικό της καταστροφής γίνεται εύκολα κατανοητή η σημασία της ένταξης της Αγοράς, Αποκατάστασης και Επανάχρησης Παραδοσιακού Αρχοντικού στη Μαρώνεια στα έργα της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας – Θράκης (Β΄ Κ.Π.Σ.) από το ένα μέρος της προσπάθειας της ΙΘ΄ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων για την υλοποίησή του από το άλλο.
Το αρχοντικό Ταβανιώτη που επιλέχτηκε, σε μια χωρίς πολλές άλλες δυνατότητες επιλογή, κτίστηκε στις αρχές της 9ης δεκαετίας του 19ου αιώνα και αποτελεί σχετικά όψιμο δείγμα της αρχιτεκτονικής εξέλιξης του οικισμού. Είναι κτισμένο Ν.Α. της εκκλησίας του Ιωάννου Προδρόμου και αντιπροσωπεύει τη συνθετική ενότητα της κατοικίας στη Θράκη και την εξέλιξη του πλατυμέτωπου αγροτικού σπιτιού με «προστώο». Η κάθετη προσθήκη στο τελευταίο ενός δωματίου δίνει κάτοψη σχήματος Γ με το χαγιάτι να συνδέει τις δύο κεραίες του, σε διάταξη που επαναλαμβάνεται στον όροφο, όπου το χαγιάτι κλείνει με σαχνισί.
Οι οικοδομικές εργασίες της αποκατάστασης που έχουν ολοκληρωθεί περιέλαβαν αφαίρεση μεταγενέστερων προσθηκών στις Α και Ν όψεις, μερική αντικατάσταση των ξυλοδεσιών στις λιθοδομές και πλήρη αντικατάσταση αρμολογήματος, ενίσχυση του φέροντος ξύλινου σκελετού, επισκευή εξωτερικών μπαγδαδότοιχων και τσατμάδων, αντικατάσταση κουφωμάτων, επισκευή στέγης και πατωμάτων, τοποθέτηση ηλεκτρικής εγκατάστασης και κλιματισμού.
Οι εργασίες διαμόρφωσης (εσωτερικό – περιβάλλων χώρος) του αποκαταστημένου παραδοσιακού αρχοντικού περιλαμβάνουν δημιουργία μικρού διαχρονικού εκθεσιακού χώρου στο ισόγειο με κεραμική, γλυπτά, επιγραφές κ.λ.π. από την αρχαιολογική έρευνα στην περιοχή της Μαρώνειας και τοποθέτηση στον όροφο εποπτικού υλικού που σχετίζεται με την πολιτιστική διαδρομή της περιοχής από τα προϊστορικά μέχρι τα νεότερα χρόνια. Στον υπό διαμόρφωση περιβάλλοντα χώρο, ο οποίος πρόκειται να επεκταθεί σε δύο όμορφα οικόπεδα συνολικού εμβαδού περίπου 725 μ2 που πρόκειται να αγοραστούν, θα κατασκευαστεί μικρό κτίριο εξυπηρέτησης επισκεπτών, θα επισκευαστεί μικρό παλιό κτίριο για τον ίδιο λόγο και θα δημιουργηθεί υπαίθριος εκθεσιακός χώρος και μικρός χώρος στάθμευσης οχημάτων.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
