Νυχτες με τον Οσκαρ Ουαιλντ
Βιβλίο
Ι. Στιγμές από τη ζωή και το έργο του
Στις 10 Οκτωβρίου του 1854, γεννιέται στο Δουβλίνο ένα αγόρι που έμελλε να αναδειχθεί σε μία από τις πιο αμφιλεγόμενες και πολυσυζητημένες προσωπικότητες του 19ου, του 20ου και των επερχόμενων ελπίζουμε αιώνων. Ο Όσκαρ Ουάιλντ.
Χαϊδεμένο παιδί μεσοαστικής οικογένειας κοσμικών και φανατικών ιρλανδών, σε ηλικία μόλις δώδεκα χρονών μελετάει Βιργίλιο στα λατινικά και Όμηρο στα Ελληνικά, ενώ ήδη ξεχωρίζει ο σνομπ χαρακτήρας του. Η κλίση του στα γράμματα μεγαλώνει, η ευφράδεια του και η οξύνοιά του εκπλήσσουν και αρχίζει να ενδιαφέρεται για τον ελληνικό πολιτισμό. Στην Οξφόρδη, όπου συνεχίζει τις σπουδές του μετά το Τρίνιτυ Κόλλετζ, επηρεάζεται αρχικά από τον “αισθητικό σοσιαλισμό” του Ράσκιν για να μυηθεί αμέσως στο “μυστικισμό” και “στην ευδαιμονική αντίληψη της ζωής” (μια όχι και τόσο αποδεκτή αντίληψη για τα ήθη της εποχής), μέσω της ομορφιάς και της τέχνης, από τον Ουώλτερ Πέητερ.
Άριστος στις σπουδές του και με υποτροφίες, εκδηλώνει από πολύ νωρίς τις ανησυχίες του και το συγγραφικό του ταλέντο. Ωστόσο η επιτυχία του στη διάρκεια της δεκαετίας του ΄80, είναι μικρή αν και το 1878 του απονέμεται το βραβείο Νιουντιγκαίητ για το ποίημά του “Ραβέννα”. Μόνο στις αρχές της δεκαετίας του ΄90 αρχίζει να εμφανίζεται σαν κάτι παραπάνω από ένας κοσμικός δανδής και ευφυολόγος.
Μεταξύ του 1888 και του 1891, εκτός απ΄ το “Πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέυ”, δημοσιεύει τρεις τόμους με διηγήματα και έναν τόμο με δοκίμια. Η συγγραφική του πορεία συνεχίζεται με δημοσιεύσεις σε περιοδικά και εκδόσεις έργων θεωρητικών και θεατρικών. “Η βεντάλια της λαίδης Γουίντερμηρ”, “Μια γυναίκα χωρίς σημασία”, “Σαλώμη”(έργο που ο Επίτιμος Λογοκριτής απαγορεύει να παρουσιαστεί στο θέατρο Παλλάς του Λονδίνου το 1892 και ανεβαίνει τελικά στο Παρίσι το 1896), “Ένας ιδανικός σύζυγος”, “Η σημασία του να είναι κανείς σοβαρός” “Τέλενυ” (η πατρότητά του αμφισβητείται και υπάρχει η άποψη ότι είναι έργο διαφορετικών συγγραφέων και ο Ουάιλντ είχε την ιδέα και την υψηλή επιστασία), είναι ενδεικτικά μόνο έργα αυτής της παραγωγικής και εμπνευσμένης περιόδου του.
Από το 1875 έως το 1886 ταξιδεύει σε Ιταλία, Ελλάδα, Γαλλία και Αμερική (κατά την είσοδό του στη χώρα δηλώνει ως αποσκευή τη μεγαλοφυΐα του), παντρεύεται την Κόνστανς Λόυντ, πλούσια θυγατέρα ενός Ιρλανδού δικηγόρου και αποκτά δυο γιους.
Οξύς και ευαίσθητος, θρασύς κι ευγενικός, διεισδυτικός κι αποκαλυπτικός, σνομπ και πνευματώδης, προκλητικός και είρων, κομψός (με μια υπερβολή στο ντύσιμο και στους τρόπους) και μεγαλοφυής εραστής του λεπτού και ωραίου, δεξιοτέχνης του λόγου (ποιητής, πεζογράφος, δραματουργός, δοκιμιογράφος, ομιλητής), πάντα με στυλ, διέγραψε τη σύντομη και θυελλώδη τροχιά του προκαλώντας τον πουριτανισμό της βικτοριανής εποχής. Και τελικά αυτός ακριβώς ο πουριτανισμός της κοσμικής και αστικής κοινωνίας, ήταν που του άνοιξε στην αρχή τα σαλόνια και τον δέχτηκε σα φαινόμενο, για να τον εξοντώσει τελικά τόσο άγρια, καταστρέφοντας τον ντελικάτο άνθρωπο και το αστραφτερό του πνεύμα.
Το μεγάλο θρίαμβο της σταδιοδρομίας του Ουάιλντ, ακολουθεί σχεδόν αμέσως η ολοκληρωτική καταστροφή. Η κοινωνία των σαλονιών, κατανοώντας πως δεν μπορεί να αφομοιώσει αυτόν τον άνθρωπο, δεν έχει καμιά διάθεση να ανεχθεί την κριτική του. Ο αισθητισμός του, είχε αντιμετωπιστεί από την αρχή με καχυποψία από μια μεγάλη μερίδα του βικτοριανού τύπου και κοινού και σ΄ αυτή την αόριστη υποψία προστέθηκαν ιδιάζουσες φήμες για την προσωπική του ζωή, που πήραν το 1895 μορφή δημόσιου σκανδάλου, όταν ο συγγραφέας μήνυσε τον πατέρα τού στενού του φίλου λόρδου Άλφρεντ Ντάγκλας, μαρκήσιο Κουήνσμπερυ, για ένα λίβελο εναντίον του. Γρήγορα η υπόθεση πήρε διαστάσεις και από κακούς χειρισμούς, βρέθηκε κατηγορούμενος ο Ουάιλντ και εξετάστηκε κατ΄ αντιπαράθεση όχι μόνο για την ιδιωτική του ζωή, αλλά και για τα γραφτά του, ιδιαίτερα δε για “Το πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέυ” που παρουσιάστηκε σαν ανήθικο βιβλίο. Ο Ουάιλντ συνελήφθη με την κατηγορία της ανηθικότητας, κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάστηκε σε δύο χρόνια καταναγκαστικά έργα. Έτσι, ο άνθρωπος του πνεύματος με την οικονομική άνεση, ο συνηθισμένος να ταξιδεύει και να ζει σύμφωνα με την “ευδαιμονική αντίληψη της ζωής”, το χαϊδεμένο παιδί, έστω και εξ ανάγκης, ανθρώπων του χρήματος και της εξουσίας, βρίσκεται κατάδικος, κάτω από άθλιες συνθήκες, στη φυλακή του Πέντονβιλλ στην αρχή και στη φυλακή του Ρήντιγκ στη συνέχεια. Μέσα από τη φυλακή του, ανήμπορος να αντιδράσει, παρακολουθεί κόσμο και υπόκοσμο να πανηγυρίζει την καταδίκη του, το σπίτι του να λεηλατείται και να δημοπρατείται, τα βιβλία του να καίγονται και την οικογένειά του να τον εγκαταλείπει. Το λαμπρό του πνεύμα θα υποστεί όλη τη ζημιά της στερημένης ζωής με αποτέλεσμα, μέχρι το θάνατό του τα μόνα γραπτά του κείμενα να είναι το εξομολογητικό γράμμα “De profundis” (γραμμένο στη φυλακή), το “Η μπαλάντα της φυλακής Ρέντινγκ” και δυο επιστολές σε εφημερίδα για τη βελτίωση του σωφρονιστικού συστήματος στην Αγγλία.
Στο πλευρό του μένουν ελάχιστοι φίλοι, ένας εκ των οποίων και ο λόρδος Ντάγκλας. Μετά την απόλυσή του από τη φυλακή το 1897, επανασυνδέονται, ταξιδεύουν μαζί στη Νάπολη, αλλά η σχέση τους διακόπτεται σύντομα. Συνεχίζει για λίγο τα ταξίδια του στην Ευρώπη, για να πεθάνει τσακισμένος και άπορος, μόνος και εξαθλιωμένος το 1900 στο Παρίσι, σε ηλικία σαρανταέξι χρονών, από εγκεφαλική μηνιγγίτιδα.
ΙΙ. Ουκ εν τω πολλώ το ευ: ευφυολογήματα και γνωμικά
Πρόθεση αυτού του μικρού αφιερώματος σε ένα λαμπρό μυαλό, στο οποίο το λιγότερο που οφείλουμε είναι να μην το καταδικάσουμε στη λήθη, δεν είναι να γίνει παρουσίαση των έργων του. Ούτε μπορεί να αναλυθεί αυτή η ιδιόρρυθμη γραφή και σοφία του. Παραθέτουμε απλώς μερικές από τις συμπυκνωμένες απόψεις του ίδιου, που υπάρχουν στα έργα του και μπορούν να χαρακτηριστούν ευφυολογήματα ή γνωμικά. Μέσα από το λόγο του δικαιώνεται απόλυτα αυτό που οι πρόγονοί μας έλεγαν: “ουκ εν τω πολλώ το ευ”.
“Αγαπητό μου παιδί, οι πραγματικά επιπόλαιοι άνθρωποι είναι εκείνοι που αγαπούν μια φορά στη ζωή τους. Ό, τι οι ίδιοι αποκαλούν αρετή και πίστη, εγώ το ονομάζω λήθαργο της συνήθειας ή έλλειψη φαντασίας. Η πίστη στη συναισθηματική ζωή είναι το ακριβές αντίστοιχο της σταθερότητας στη διανοητική ζωή- απλώς μια ομολογία χρεοκοπίας… πολλά είναι τα πράγματα που θα πετούσαμε, αν δε φοβόμασταν πως θα βρεθούν άλλοι να τα μαζέψουν”.
“Συνείδηση και δειλία είναι ταυτόσημα πράγματα, Μπαζίλ. Η συνείδηση είναι η εμπορική επωνυμία της εταιρείας. Αυτό είναι όλο”.
“Το υπέρτατο αμάρτημα είναι το να΄ σαι ρηχός. Καθετί που έχεις συνειδητοποιήσει είναι σωστό”.
“Δεν υπάρχει λόγος να σου πω πως για μένα οι μεταρρυθμίσεις στην ηθική είναι το ίδιο άσκοπες και χυδαίες, όσο και οι μεταρρυθμίσεις στη θεολογία. Μα και το να προτίθεσαι να γίνεις ο καλύτερος άνθρωπος είναι μια αντιεπιστημονική επιτήδευση, το να΄ χεις γίνει βαθύτερος άνθρωπος είναι προνόμιο εκείνων που έχουν υποφέρει”.
“…η ομορφιά, η πραγματική ομορφιά, αρχίζει εκεί που τελειώνει η διανοητική έκφραση. Η διανόηση, αυτή καθεαυτή, είναι μια μορφή υπερβολής και καταστρέφει την αρμονία κάθε προσώπου”.
“Ο μόνος τρόπος να απαλλαγούμε από τον πειρασμό, είναι να υποκύψουμε σ΄ αυτόν”.
“Καλός θα πει να βρίσκεσαι σε αρμονία με τον εαυτό σου… δυσαρμονία θα πει να είσαι υποχρεωμένος να βρίσκεσαι σε αρμονία με τους άλλους”.
“Οι γυναίκες δοκιμάζουν την τύχη τους με το γάμο, οι άνδρες τη διακινδυνεύουν”.
“Ο άνδρας μπορεί να είναι ευτυχισμένος με κάθε γυναίκα εφόσον δεν την ερωτεύεται”.
“Ο καλλιτέχνης είναι δημιουργός ωραίων πραγμάτων. Σκοπός της τέχνης είναι ν΄ αποκαλύπτει την τέχνη και να κρύβει τον καλλιτέχνη”.
“Κανένας καλλιτέχνης δεν έχει συμπάθειες ηθικής υφής. Μια ηθικής υφής συμπάθεια για έναν καλλιτέχνη, αποτελεί ασυγχώρητη επιτήδευση ύφους”.
“Δεν υπάρχουν ηθικά και ανήθικα βιβλία. Τα βιβλία είναι καλογραμμένα ή κακογραμμένα. Αυτό ειν΄ όλο”.
ΙΙΙ. «DE PROFUNDIS» από τη φυλακή
Ο ΄Οσκαρ Ουάιλντ, βρίσκεται έγκλειστος στη φυλακή του Πέντοβιλλ αρχικά και αργότερα σ΄ αυτή του Ρήντιγκ, καταδικασμένος για δύο χρόνια σε καταναγκαστικά έργα με την κατηγορία της ανηθικότητας.
Το τι αντιμετώπισε ο στις φυλακές, τι έζησε και τι συνέβη τελικά στην ψυχή αυτού του μοναδικού πνεύματος αφήνουμε να μας το διηγηθεί ο ίδιος. Το γράμμα “De Profundis”και οι δύο επιστολές που έστειλε σε εφημερίδα της εποχής για τη βελτίωση του σωφρονιστικού συστήματος της Αγγλίας περιγράφουν ακριβώς την κατάσταση. Ο Ουάιλντ, καταφέρνει παρά το μεγάλο πόνο του να κρατήσει κάποιες αποστάσεις από την οδυνηρή ζωή του. Ωστόσο η στέρηση φαίνεται στο γράψιμό του. Υποστηρίζοντας πως τώρα κατακτάει την πραγματική ατομικότητα, γίνεται μέσα στις φυλακές του ον κοινωνικό, βιώνοντας καταστάσεις πρωτόγνωρα σκληρές και συμπάσχει με άγνωστους και παρακατιανούς. Αμφισβητεί τις αξίες του Ελληνικού Πνεύματος και αποκηρύττει την “ευδαιμονική αντίληψη της ζωής” ψάχνοντας τις αλήθειες του και τη σωτηρία του στην Αγία Γραφή και στο Χριστό. Ξέρει πως την πιο άσχημη φυλακή και ανελέητη τιμωρία θα τις συναντήσει με την αποφυλάκισή του και προσπαθεί να θωρακίσει προκαταβολικά τον εαυτό του, δημιουργώντας νέες κοσμοθεωρίες. Βρίσκει το θάρρος και στέλνει τις δύο επιστολές, υπογράφοντας σαν πρώην κατάδικος εξαργυρώνοντας τον πόνο του με το άνοιγμα καινούριων πληγών. Παρά τις προσπάθειές του, η ψυχή του έχει ηττηθεί και στο μυαλό του διατηρεί τις άσχημες εικόνες. Προκάλεσε την τύχη του όταν αρνήθηκε να ακούσει τους φίλους του, που τον παρακαλούσαν να φύγει από τη χώρα, βλέποντας την κακή έκβαση της δίκης. Πίστευε πως θα ζούσε μια καινούρια μοναδική εμπειρία. Δεν μπορούσε να φανταστεί πως τον τέλειο εξευτελισμό δεν μπορούν να το χωρέσουν, ούτε να τον αφομοιώσουν η ψυχή και η λογική. Στην Αγγλία απαγορεύτηκε να αναφέρεται το όνομά του. Τον αποκαλούσαν he (αυτός). “Η μπαλάντα της φυλακής του Ρήντιγκ” είναι το τελευταίο του έργο. Ακολουθεί σιωπή, κάποια ταξίδια και η πλήρης παραίτηση.
“Κάποιο βράδυ, σ΄ ένα μπαρ της λεωφόρου των Ιταλών στο Παρίσι, ένας άνθρωπος ντυμένος φτωχικά κι΄ άθλια, μου ζήτησε την άδεια να καθήσει στο διπλανό από το δικό μου τραπέζι. Ήταν ο Όσκαρ Ουάιλδ! Ή μάλλον η τραγική κι ανελέητη παρωδία του. Τα χέρια του δεν ήσαν περιποιημένα, και τα μανικέτια του κακίστης ποιότητος. Ανίκανος να γράψει, περιοριζόταν να θέλγει με τη φωνή του τους θαμώνες του μπαρ, που, από περιέργεια, του πλήρωναν την κονσομασιόν! Τον ξαναείδα πολλές φορές, στο ίδιο κέντρο. Του έλειπαν τα λεπτά, τα ρούχα, οι πραγματικοί φίλοι… Οι τελευταίοι μήνες της ζωής του υπήρξαν φρικώδεις…Σήμερα αναπαύεται στο νεκροταφείο του Μπαζέ. Μετά το θάνατό του, τα έργα του μεταφράστηκαν σε όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες και η Αγγλία θυμήθηκε ότι ο κατάδικος του Ρήντιγκ ήταν ένας υπέροχος ποιητής! Αλλά και οι λαμπρότερες σελίδες του, δεν είναι παρά αμυδρές ανταύγειες του ίδιου του εαυτού του… όποιος δεν τον άκουσε, αγνοεί σε ποιο ύψος έφτασε το λόγο“.
Αφήνουμε τον Όσκαρ Ουάιλντ να μας μιλήσει “Εκ βαθέων”.
“. Για μας υπάρχει μια εποχή μονάχα, η εποχή της λύπης. Μας έχουν αφαιρέσει τον ήλιο και το φεγγάρι… Είναι πάντα σούρουπο στου καθενός το κελί, όπως και στην καρδιά του. Η ίδια ακινησία της σκέψης, όπως και του χρόνου… Είχα ατιμάσει για πάντα τ΄ όνομα αυτό. Το κατάντησα ένα τιποτένιο παρατσούκλι για τιποτένιους ανθρώπους… Όπου είναι ο πόνος, η γης είναι ιερή. Κάποτε οι άνθρωποι θα νιώσουν τι σημαίνει αυτό. Κι ωσότου το νιώσουν, τίποτε δε θα ξέρουν από τη ζωή… Είμαστε (οι φυλακισμένοι) ανεπιθύμητοι, σαν ξαναβγούμε στον κόσμο… Οι Θεοί μου δώσανε σχεδόν το καθετί. Όμως εγώ… μάζεψα γύρω μου ταπεινές φύσεις κι ασήμαντες διάνοιες… εύρισκα μια περίεργη χαρά στο να σπαταλώ την αιώνια νεότητα…. Έπαιρνα την ηδονή όπου μ΄ άρεσε και διάβαινα… το πρώτο πράγμα που έχω να κάμω είναι να λευτερώσω τον εαυτό μου από κάθε είδους πικρία που μπορώ να έχω για τον κόσμο… Ούτε η θρησκεία, ούτε η ηθική, ούτε η λογική μπορούν να με βοηθήσουν. Κάθε τι που μου συνέβηκε πρέπει να το κάνω να γίνει κατάλληλο για μένα. Το σανιδένιο κρεβάτι, το φαγί που αηδιάζει, οι πρόστυχες δουλειές, οι σκληρές διαταγές… το απαίσιο φόρεμα, η σιωπή, η μοναξιά, η ντροπή, το καθένα χωριστά και όλα μαζί, όλ΄ αυτά πρέπει να τα μεταμορφώσω για να μου γίνουν πνευματική πείρα… Το να λυπάται κανένας για τα παθήματά του, είναι σα να σταματά την ίδια του ανάπτυξη. Το να τ΄ απαρνιέται, είναι σαν να βάζει την ψευτιά πάνου στα χείλη της ίδιας του ζωής… Η κοινωνία δίνει στον εαυτό της το δικαίωμα να επιβάλλει στο άτομο άγρια τιμωρία, όμως έχει επιπολαιότητα, που είναι το πιο μεγάλο ελάττωμα, κι έτσι δεν μπορεί να νιώσει τι έκαμε. Σαν τελέψει η τιμωρία ενός ανθρώπου τον αφήνει στον εαυτό του. Τον αφήνει, σα να λέμε, τη στιγμή ακριβώς που αρχίζει το πιο μεγάλο χρέος σ΄ αυτόν. Ντρέπεται για τις πράξεις της κι αποφεύγει όσους τιμώρησε… Αν μπορέσω να δώσω ένα και μοναχό καλλιτέχνημα, αυτό θα ήτανε αρκετό ν΄ αφαιρέσει το φαρμάκι από την κακία και το περιγέλιο από την ανανδρία και να ξεριζώσει τη γλώσσα του περιφρονητή. Κι αν η ζωή είναι, όπως κι είναι, ένα πρόβλημα για μένα, όμως κι εγώ είμαι ένα πρόβλημα της ζωής… Τώρα μου φαίνεται πως η αγάπη, αδιάφορο ποιου είδους, είναι η μόνη πιθανή εξήγηση της τόσης δυστυχίας που υπάρχει στον κόσμο… Ποτέ μου δε λυπάμαι πως έζησα στην ηδονή. Το΄ κανα σύψυχα, όπως ο καθένας έπρεπε να κάνει ό,τι κάνει. Όμως το να εξακολουθούσα την ίδια ζωή θα ήτανε σα να της είχα βάλει σύνορα… Η τέχνη είναι σύμβολο, γιατί κι ο άνθρωπος είναι σύμβολο… Είχα πει πως η θέση του Χριστού είναι με τους ποιητές…Τόσο ολότελα μπορούν να ενωθούν η ομορφιά κι ο πόνος στην έννοια κι εκδήλωσή τους, που η ζωή του Χριστού είναι ένα αληθινό ειδύλλιο… Οι περισσότεροι άνθρωποι ζούνε για να τους αγαπούν και να τους θαυμάζουν, ενώ έπρεπε να ζούνε αγαπώντας και θαυμάζοντας… Η ένταση κι όχι η έκταση, είναι ο αληθινός σκοπός της σημερινής τέχνης. Δε μας ενδιαφέρει πια ο κανόνας στην τέχνη. Μας ενδιαφέρει η εξαίρεση… Ήτανε γραφτά μου το πόμπεμα, η μακρόχρονη φυλάκιση, η μιζέρια, η καταστροφή, η ατίμωση, όμως δεν άξιζα τέτοια τύχη, όχι, όχι ακόμα…”. (Όσκαρ Ουάιλντ “DE PROFUNDIS” μετάφραση Α. Διώνα Εκδόσεις Δάφνη)
Γ. Συ.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
